Οι 72 ημέρες της φωτεινής Παρισινής Κομμούνας

Η Παρισινή Κομμούνα πήρε αμέσως μέτρα προς εύνοια του λαού: Επέβαλε πάγωμα των τιμών στα ενοίκια, απαγόρευσε στα ενεχυροδανειστήρια να πουλούν αγαθά, καθώς οι εργάτες είχαν αναγκαστεί να βάλουν ενέχυρο τα εργαλεία τους κατά την διάρκεια του πολέμου της Γαλλίας με την Πρωσία, κρατικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία, ανέβαλε την υποχρέωση καταβολής των χρεών, εξίσωσε τους μισθούς των υπαλλήλων και τους επέβαλε ανώτατο όριο, και πάνω απ’ολα κατάργησε τους τόκους.

Αν σας ξαναμιλήσει ποτέ κανείς για Αριστερά, να του πείτε τούτα τα λόγια και αν σας πει πως τούτα τα πράγματα δεν γίνονται να του πείτε πως έγιναν ήδη. Στο Παρίσι του 1871.

Το πρωί της 18ης Μαρτίου, στη Γαλλική πρωτεύουσα μια λάβα ξεχύθηκε στους δρόμους ζητώντας να αλλάξει τον κόσμο. Στη λέσχη «Νικόλα ντε Ζαν» η μεγάλη εικόνα του Χριστού τυλίχτηκε προσεκτικά με μια κόκκινη εσάρπα. Οι επαναστάτες δεν είχαν πρόθεση να γελοιοποιήσουν, αλλά πίστευαν σοβαρά ότι ο Χριστός δεν έχει τίποτα κοινό με τους αρχιεπισκόπους και τον Πάπα κι ότι ήταν αδελφός των φτωχών και των κατατρεγμένων. 

Το κόκκινο γίνεται λατρεία

Το κόκκινο γίνεται λατρεία, αντιπροσωπεύει την αισθητική έννοια της ομορφιάς. Σε μια άλλη λέσχη κάποιος ρήτορας εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να κάνει ανάλυση στο κόκκινο χρώμα που προκαλούσε τους αντιδραστικούς. «Το κόκκινο», λέει, «είναι το χρώμα του ήλιου, της φωτιάς, της φύσης και του πολιτισμού… κι αν εσείς οι τελευταίοι ετοιμόλογοι των ανατολικών γλωσσών ψάξετε θα βεβαιωθείτε ότι η λέξη κόκκινο σημαίνει συγχρόνως και το όμορφο»

Το απολυταρχικό καθεστώς που κυβερνούσε τη Γαλλία τις παραμονές της εξέγερσης ονομαζόταν 2η Αυτοκρατορία. Επικεφαλής της ήταν ο ανηψιός του Ναπολέοντα, ο Ναπολέων Γ΄, ο οποίος είχε εκμεταλλευθεί τις έριδες της 2ης Δημοκρατίας (1848-1852) και είχε κατορθώσει, αφού πρώτα εξελέγη πρόεδρός της, να την καταργήσει και να αναγορευθεί «Αυτοκράτωρ». Στη διάρκεια των 20 χρόνων της διακυβέρνησής του η όψη της χώρας, και ειδικότερα του Παρισιού, άλλαξε δραματικά. Στην ύπαιθρο η εκβιομηχάνιση και ο σιδηρόδρομος αναγγέλλουν την οριστική ένταξη της χώρας στην καπιταλιστική οικονομία. Στην πρωτεύουσα αρχίζει να συρρέει πλήθος από την ύπαιθρο το οποίο συναντιέται με τους τεχνίτες, τους φοιτητές και τους ελεύθερους επαγγελματίες της πόλης. Όλοι αυτοί, επηρεασμένοι από τα επαναστατικά ιδεώδη του 19ου αιώνα, ασφυκτιούν κάτω από την καταπίεση του καθεστώτος, το οποίο σιγά σιγά ενδύεται τον μανδύα του φιλελευθερισμού και αρχίζει να παραχωρεί δικαιώματα στους εργάτες.
Το μεγαλείο της πατρίδας αποτελεί τον άλλο πυλώνα του καθεστώτος. Έτσι, η Γαλλία εμπλέκεται σε πολέμους στην Ευρώπη (Κριμαία 1856, Ιταλία 1859) αλλά και στην Αμερική (Μεξικό 1867). Τον Ιούλιο του 1870 η Γαλλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Πρωσσία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας τίθεται επικεφαλής του στρατού αλλά ηττάται στο Σεντάν στις 4 Σεπτεμβρίου και παραδίδεται στους Πρώσσους. Η αιχμαλωσία του σηματοδοτεί την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Όταν η είδηση φθάνει στο Παρίσι.

Ο λαός του Παρισιού, εισβάλλει στο κτίριο όπου συνεδρίαζε το νομοθετικό σώμα και το υποχρεώνει να ανακηρύξει την Προσωρινή Δημοκρατία και να σχηματίσει μια Προσωρινή Κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Στην ουσία όμως πρόκειται για τη σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων της Δημοκρατίας. Η μεγαλοαστική τάξη, η οποία ήταν πιστή σύμμαχος του αυτοκράτορα, ενδιαφέρεται για μια ομαλή μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα χωρίς να θιγούν το υπάρχον κοινωνικό status και τα προνόμιά της. Γι’ αυτήν ο πόλεμος αποτελεί εμπόδιο αλλά και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Άρα πρέπει να σταματήσει. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, της οποίας τα μέλη αποτελούνται από το πολιτικό προσωπικό της 2ης Αυτοκρατορίας, αναλαμβάνει να υλοποιήσει τους στόχους αυτούς. Έτσι ανακηρύσσει τη Δημοκρατία, όχι διότι πιστεύει σε αυτήν, αλλά γιατί έχει ήδη επιβληθεί από τα γεγονότα. Σκοπός της είναι να διαχειριστεί τη ίδια αυτή τη Δημοκρατία, ώστε να μην πέσει στα χέρια των επαναστατών.

Οι Παριζιάνοι έχουν διαφορετικές επιδιώξεις. Ο πόλεμος αποτελεί όχημα για την εδραίωση της Δημοκρατίας, όχι μόνο ως πολιτικού αλλά και ως κοινωνικού συστήματος. Η ανάμνηση της Μεγάλης Επανάστασης του 1789, όταν η Δημοκρατία απειλήθηκε τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό, είναι ζωντανή και στοιχειώνει τα πνεύματα. Για τον λαό του Παρισιού η Δημοκρατία έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από ό,τι για τους μεγαλοαστούς και τους αριστοκράτες. Χωρίς να έχει αποτυπωθεί σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, το περιεχόμενο αυτό ταυτίζεται με την  ανάληψη του ελέγχου σε όλα τα πεδία της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Πατριωτισμός και κοινωνικός ριζοσπαστισμός συναντιόνται σε ένα εκρηκτικό μείγμα όπου το έθνος ταυτίζεται με τον λαό και τη Δημοκρατία και αντιτίθεται σε κάθε απολυταρχισμό, εσωτερικό και εξωτερικό.
Για τους Παριζιάνους κάθε συμβιβασμός με τους Πρώσσους φάνταζε αδιανόητος, μια προδοσία της Δημοκρατίας τους. Αντίθετα για την Προσωρινή Κυβέρνηση η λήξη του πολέμου ήταν ο μοναδικός τρόπος ώστε αυτή η Δημοκρατία, είτε να πεθάνει, είτε να λάβει την αντιδραστική μορφή που την εξυπηρετούσε. Μετά από συνεχείς στρατιωτικές αποτυχίες, οι οποίες καταλήγουν στην περικύκλωση του Παρισιού από τους Πρώσσους, η Κυβέρνηση υπογράφει την ανακωχή στις 28 Ιανουαρίου 1871 .

Οι όροι της ανακωχής προβλέπουν την εκλογή Εθνοσυνέλευσης, μοναδική αρχή με την οποία ο Πρώσσος Πρωθυπουργός Βίσμαρκ αποδέχεται να συζητήσει τους όρους της συνθήκης ειρήνης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση προκηρύσσει εκλογές για τις 8/2/1871. 26 γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας ψηφίζουν υπό πρωσσική κατοχή. Δύο ερωτήματα αποζητούν απάντηση: η συνέχιση του πολέμου και η μορφή του πολιτεύματος. Η ειρηνική στάση των συντηρητικών, η φιλοπόλεμη διάθεση των δημοκρατικών, η ανασφάλεια των χωρικών που τους ωθεί να αποζητούν την προστασία των προυχόντων εξηγούν το αποτέλεσμα των εκλογών. Σε σύνολο 645 βουλευτών οι 400 είναι μοναρχικοί. Η υπερψήφιση των μοναρχικών οφείλεται στην αντιπολεμική θέση τους! Όπως θα δείξουν οι επαναληπτικές εκλογές του επόμενου έτους, η Γαλλία μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατική και συντηρητική. Εκείνο που περιμένει από τη δημοκρατία είναι η τάξη και η ασφάλεια, και όχι η περιπέτεια. Οι ίδιες όμως εκλογές αναδεικνύουν και ένα άλλο πρόβλημα. Ενώ η χώρα υπερψηφίζει τους μοναρχικούς, η πρωτεύουσα προτιμά τους υπέρμαχους του πολέμου δημοκράτες!

Η καθολική ψηφοφορία αποκαλύπτει λοιπόν την αντίθεση ανάμεσα στην επαρχία και στην πρωτεύουσα, η οποία λόγω της θέσης της ήταν ο κινητήριος μοχλός των πολιτικών ανακατατάξεων. Η Εθνοσυνέλευση αναθέτει την εκτελεστική εξουσία στον Adolphe Thiers (Θιέρσιος) που συνάπτει συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσσους παραχωρώντας την Αλσατία-Λωρραίνη, καταβάλλοντας πολεμική αποζημίωση και επιτρέποντας την προσωρινή είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι (1-3/3/71), γεγονός που θα εξάψει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα . Στις 3/3 η Παρισινή Εθνοφρουρά (250 τάγματα) συγκροτεί επαναστατικά συμβούλια. Η Εθνοσυνέλευση απαντά μη καταβάλλοντας τον μισθό των εθνοφρουρών και λαμβάνοντας σειρά αντιλαϊκών μέτρων όπως η κατάργηση της αναστολής πληρωμής των ενοικίων και των γραμματίων, η οποία είχε θεσπισθεί στις 13/8/70. Στις 15/3 η Εθνοφρουρά εκλέγει μια Κεντρική Επιτροπή. Στις 18/3 η κυβέρνηση του Θιέρσιου επιχειρεί να αφαιρέσει από την πρωτεύουσα τα κανόνια και τα ντουφέκια που βρίσκονται στον λόφο της Μονμάρτρης και στη Belleville. Ο λαός, θεωρώντας την κίνηση αυτή προδοτική, κινητοποιείται, αντιστέκεται και ματαιώνει την επιχείρηση. Ο επικεφαλής της επιχείρησης και ένας άλλος στρατηγός εκτελούνται επί τόπου! Πανικόβλητος ο Θιέρσιος διατάζει την απόσυρση όλων των κυβερνητικών αξιωματούχων και στρατευμάτων από την πρωτεύουσα. Περικυκλωμένο από τα κυβερνητικά στρατεύματα από τη μία και τους Πρώσσους από την άλλη πλευρά, το Παρίσι διαλέγει τον δρόμο της εξέγερσης και της αυτοκυβέρνησης. Η Κεντρική Επιτροπή προκηρύσσει εκλογές για τις 26 Μαρτίου. Εκλέγεται ένα δημοτικό συμβούλιο το οποίο εδρεύει στο Δημαρχείο και παίρνει το όνομα Κομμούνα (Commune).

Οι δύο κυρίαρχες τάσεις

Η εξέταση της ιδεολογικής τοποθέτησης των μελών του δημοτικού συμβουλίου αποκαλύπτει πολλά πράγματα για τον χαρακτήρα της εξέγερσης. Σε γενικές γραμμές μπορεί κανείς να τους κατατάξει σε δύο κατηγορίες. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι νεο-ιακωβίνοι και οι οπαδοί του Βlanqui: ριζοσπάστες δημοκρατικοί, πολιτικοί απόγονοι του Ροβεσπιέρου, νοσταλγοί των φιλολαϊκών μέτρων της Επανάστασης και ιδίως της ριζοσπαστικής τάσης που επικράτησε το 1792 επιθυμούν τη δικτατορική επιβολή της Κομμούνας σε ολόκληρη τη χώρα με σκοπό την κατάρρευση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και την αντικατάστασή της από μια νέα, βασισμένη στις αρχές της οικονομικής και πολιτικής ισότητας. Η τάση αυτή αποτελεί την πλειοψηφία στο Συμβούλιο και υποστηρίζει αναμφίβολα τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του γαλλικού κράτους, εφόσον η εξουσία ασκείται από την Κομμούνα με έδρα το Παρίσι. Το ιδανικό της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας αποτελεί φυσικά τον στόχο και της μειοψηφικής τάσης. Ο τρόπος όμως με τον οποίο θα επιτευχθεί διαφοροποιείται ριζικά. Η μειοψηφία αποτελείται από μέλη της Διεθνούς, οπαδούς του Προυντόν και του Μπακούνιν. Οι φεντεραλιστές, όπως αποκαλούνται, αντιτίθενται στη δικτατορική, άρα βίαιη, επιβολή της Κομμούνας στην υπόλοιπη Γαλλία. Αντίθετα ευνοούν τη δημιουργία ανάλογων κινημάτων σε όλη την επικράτεια με σκοπό την αντικατάσταση του συγκεντρωτικού κράτους από μια ομοσπονδία αυτόνομων κοινοτήτων.

Αδυναμία η πολυσυλλεκτικότητα

Για πολλούς ιστορικούς αυτή ακριβώς η πολυσυλλεκτικότητα -στην Κομμούνα αντιπροσωπεύονταν όλες οι τάσεις της γαλλικής προοδευτικής κίνησης- αποτέλεσε και τη σημαντικότερη αδυναμία της εξέγερσης. Έλειψε δηλαδή ο σαφής ιδεολογικός χαρακτήρας ο οποίος θα καθόριζε μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης επιλέγοντας τα σωστά βήματα και αφήνοντας για αργότερα κάποια άλλα, θέτοντας με άλλα λόγια τις προτεραιότητες. Αντί γι’ αυτό πάρθηκαν μια σειρά από μέτρα που μαρτυρούν το γενικό πνεύμα της εξέγερσης, τη θέλησης της δηλαδή να καταπιαστεί ταυτόχρονα με τα θέματα διεξαγωγής του επαναστατικού πολέμου, μορφής του πολιτικού καθεστώτος και υφής των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων αλλά ταυτόχρονα και την έλλειψη σχεδιασμού, απαραίτητου ίσως εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Μια τέτοια αδυναμία όμως δεν πρέπει να εκπλήσσει. Η Κομμούνα δεν ήταν προϊόν οργανωμένης συνωμοτικής δράσης αλλά της αυθόρμητης αντίδρασης του παρισινού λαού. Η έλλειψη επομένως σχεδιασμού είναι φυσιολογική.

Η Διακήρυξη προς το γαλλικό λαό

Αν και μειοψηφία, οι φεντεραλιστές κατόρθωσαν να περάσουν τις θέσεις τους στο σημαντικότερο ίσως κείμενο της Κομμούνας, την «Διακήρυξη προς τον γαλλικό λαό» στις 19/4. Σκοπός της διακήρυξης ήταν να πληροφορήσει τη γαλλική επαρχία για την πολιτική φυσιογνωμία της εξέγερσης. Αυτό το κείμενο αναγνωρίζει τη Δημοκρατία ως τη μοναδική μορφή κυβέρνησης συμβατής με τα δικαιώματα του λαού και με την ελεύθερη και κανονική ανάπτυξη της κοινωνίας. Διαψεύδει τις κατηγορίες ότι το Παρίσι θέλησε να επιβάλει την εξουσία του στην υπόλοιπη χώρα. Αντίθετα διακηρύττει την απόλυτη αυτονομία όλων των γαλλικών κοινοτήτων η ελεύθερη ένωση των οποίων θα αποτελεί στο εξής την ενότητα του έθνους. Οι κοινότητες θα είναι ίσες σε δικαιώματα μεταξύ τους. Στις αρμοδιότητές τους εμπίπτουν η ψήφιση του προϋπολογισμού, ο καθορισμός των φόρων, η διεύθυνση των τοπικών υποθέσεων, η οργάνωση της δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης και της αστυνομίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα αξιώματα είναι όχι μόνο αιρετά αλλά και ανακλητά, αφού οι κάτοχοι τους υπόκεινται σε συνεχή έλεγχο. Το κείμενο δεν κάνει πουθενά λόγο για την ύπαρξη κεντρικής κυβέρνησης.

Ο Μαρξ στη δική του μελέτη για την Κομμούνα λέει καθαρά ότι οι απεσταλμένοι από κάθε κοινότητα θα συγκροτούν την εθνική αντιπροσωπεία με έδρα το Παρίσι. Προσθέτει ότι η κοινότητα (Κομμούνα) θα έπρεπε να αποτελεί την πολιτική μορφή διακυβέρνησης ακόμη και των πιο μικρών χωριών της υπαίθρου και ότι οι αγροτικές κοινότητες κάθε διαμερίσματος θα διαχειρίζονται τις κοινές υποθέσεις τους μέσω μιας συνέλευσης αντιπρόσωπων που θα εδρεύει στην πρωτεύουσα κάθε διαμερίσματος. Οι αντιπρόσωποι αυτοί είναι όμως ανακλητοί ανά πάσα στιγμή αλλά και υποχρεωμένοι να δρουν σύμφωνα με εντολές που δέχονται από τους εκλέκτορές τους. Η εθνική ενότητα όχι μόνο δεν διαλύεται αλλά αντίθετα ενισχύεται γύρω από την κοινοτική οργάνωση με την καταστροφή της κρατικής εξουσίας η οποία, ενώ υποστήριζε ότι ενσάρκωνε αυτή την ενότητα, στην ουσία δρούσε ανεξάρτητα και εις βάρος του έθνους. Καταλήγει πως τίποτα δεν είναι πιο ξένο προς το πνεύμα της Κομμούνας από την επιβολή μιας ιεραρχικής εξουσίας. Στο κοινωνικό πεδίο η Κομμούνα λαμβάνει μια σειρά από μέτρα όπως είπαμε και στην εισαγωγή μας για την ανακούφιση του δοκιμαζόμενου πληθυσμού: αναστολή καταβολής ενοικίων και πληρωμής χρεών, μορατόριουμ τιμών, μάξιμουμ αποδοχών (περιλαμβανομένων και των αξιωματούχων), κατάργηση νυχτερινής εργασίας, επίταξη άδειων διαμερισμάτων για τη στέγαση των αστέγων. Το σημαντικότερο ίσως μέτρο αφορά στην επίταξη των εργαστηρίων που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους. Σύμφωνα με διάταγμα της 16ης/4 τα εργαστήρια αυτά θα περνούσαν στα χέρια των εκεί εργαζομένων οι οποίοι θα συγκροτούσαν ένα συνεταιρισμό. Το μέτρο όμως δεν ήταν προσωρινού χαρακτήρα. Αντίθετα το διάταγμα προέβλεπε τη σύσταση ενός δικαστηρίου το οποίο θα αναλάμβανε να αποτιμήσει την αξία του εργαστηρίου και να καθορίσει το ύψος της αποζημίωσης που θα λάμβαναν οι ιδιοκτήτες όταν επέστρεφαν στην πρωτεύουσα, έτσι ώστε η διεύθυνση των εργαστηρίων από τους εργαζόμενους να γίνει μόνιμη. Ας σημειωθεί πως πουθενά δεν γίνεται λόγος για κρατικούς συνεταιρισμούς αλλά μόνο για συνεταιρισμούς εργαζομένων. Καταλαβαίνετε πως, εν έτη 1871 η Παρισινή Κομμούνα συγκλόνιζε τον κόσμο με τις ιδέες της. Και γι αυτό έπρεπε να πεθάνει. Η εκκλησία, οι τραπεζίτες, οι ιδιοκτήτες κατοικιών και εργοστασίων ήθελαν όχι μόνο το δικό τους αίμα πίσω, αλλά κυρίως, το αίμα των εξεγερμένων.

Ο ρόλος του Τύπου

Ήδη από τον Απρίλιο οι στρατιωτικές αποτυχίες στις επιχειρήσεις εναντίον της κυβέρνησης των Βερσαλλιών αποδυνάμωσαν τη θέση της. Η άσχημη πορεία του πολέμου τροφοδοτούσε τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του Συμβουλίου όπου μια ισχυρή τάση ζητούσε να αναλάβει η Κομμούνα δικτατορικές εξουσίες, κάτι το οποίο δεν επιθυμούσαν οι φεντεραλιστές. Φαίνεται λοιπόν ότι η Κομμούνα αδυνατούσε να διεξάγει ταυτόχρονα ένα επαναστατικό πόλεμο και μια κοινωνική επανάσταση. Εξάλλου ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν σε βάρος της. Από τη μια η Κυβέρνηση των Βερσαλλιών υπερείχε σε όπλα και σε αριθμό στρατιωτών. Από την άλλη το μήνυμα της κοινοτικής αυτονομίας είτε δεν συγκινούσε την επαρχία είτε έφθανε σε αυτήν παραμορφωμένο. Καταλυτικός ήταν σε αυτό το σημείο ο ρόλος του επαρχιακού τύπου. Οι μεν συντηρητικές εφημερίδες από την αρχή καταδίκασαν την εξεγερμένη πρωτεύουσα. Οι δε προοδευτικές, ενώ στην αρχή είδαν ευνοϊκά την εξέγερση, αργότερα άλλαξαν στάση. Όσο γινόταν αντιληπτό το πραγματικό περιεχόμενο της Κομμούνας, τόσο οι αστοί δημοκράτες, που έλεγχαν τον προοδευτικό τύπο, απομακρύνονταν από αυτήν. Η κοινοτική αυτονομία τρόμαξε όσους θεωρούσαν τη δημοκρατία ως απλώς μια εναλλακτική μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Ανέλαβαν λοιπόν το έργο της δυσφήμησης της εξέγερσης, παρουσιάζοντας μέσα από τις στήλες τους του Κομμουνάρους ως εγκληματίες.

Οι μάχες

Περίπου 60.000 ηρωικοί υπερασπιστές του Παρισιού βρέθηκαν αντιμέτωποι το πρωί της 21 Μαίου με 200.000 στρατώτες της κυβέρνησης των Βερσαλλιών. Οι μάχες αρχίζουν και είναι σκληρές. Πολλές φορές σώμα με σώμα, από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά. Τα ανάκτορα του Κεραμεικού, το Δημαρχείο και το Μέγαρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου τυλίχτηκαν στις φλόγες. Ο στρατός προέβη σε μαζικές σφαγές αμάχων και οι Κομμουνάροι απάντησαν με την εκτέλεση 52 επιφανών Παριζιάνων, τους οποίους κρατούσαν ως ομήρους. Ανάμεσά τους, ο αρχιεπίσκοπος της πόλης Ζορζ Νταρμπουά.

Στις 28 του Μάη του 1871, οι στρατιωτικές δυνάμεις της κυβερνησης, φθάνουν στην οδό Ραμπονό του Παρισιού. Στο τελευταίο οδόφραγμα της υπέροχης, μεγάλης και πάνω απ’ όλα φωτεινής παρισινής κομμούνας. Απέναντι στους στρατιώτες, μια χούφτα επαναστατών υπό την κόκκινη σημαία. Σε λίγη ώρα όλα είχαν τελειώσει. Στο τηλεγράφημά του ο Θιέρσιος ομολογούσε: «Η γη στρώθηκε από τα πτώματά τους και το φρικιαστικό αυτό θέαμα θα χρησιμεύσει για να δοθεί ένα μάθημα».

Οντως, το μάθημα δόθηκε. Οι εξεγερμένοι στο εξής όφειλαν να μη δείχνουν τόσο υπερβολική μεγαλοψυχία απέναντι στους εχθρούς τους.