Η ανείπωτη τραγωδία στην εξέδρα των ορθίων του Χίλσμπορο

15 Απριλίου 1989. O ήλιος πάλευε σκληρά εκείνο το μεσημέρι προκειμένου να υπερισχύσει των νεφών πάνω από το γήπεδο του Χίλσμπορο όπου η Λίβερπουλ αντιμετώπιζε την Νότιγχαμ για τα ημιτελικά του κυπέλλου Αγγλίας. Ο αγώνας είχε προγραμματιστεί για τις τρεις το μεσημέρι με τους οπαδούς των δύο ομάδων να έχουν κληθεί από την αστυνομία να βρίσκονται στις θέσεις τους ένα τέταρτο νωρίτερα.

Πρώτος βγήκε στο γήπεδο ο προπονητής της Λίβερπουλ Κένι Νταλγκλίς και από πίσω ο πορτιέρο των κόκκινων ο Μπρους Γκρόμπελαρ.  Άμπλετ, Στάντον, Γουίλαν και Νίκολ αποτελούσαν την αμυντική γραμμή ενώ στο μέσο δέσποζαν οι μορφές των Μπίρντσλει, Χάνσεν, Αλτριτζ και Χότον. Μπροστά οι Μπάρνς και ΜακΜαχον. Υπό τις επευφημίες των οπαδών πήραν θέση στο γήπεδο και οι παίχτες της Νότινγχαμ . Ο Σάτον θα υπερασπιζόταν τα γκολπόστ της Φόρεστ με σωματοφύλακες του τους Λο, Πιρς, Γούκερ και Γουίλσον. Χότζ, Γκέινορ , Γούεμπ και Κλαφ θα έπαιζαν στο μέσο και οι Τσάπμαν και Πάρκερ μπροστά. Και όπως πάντα γινόταν τα χρόνια εκείνα, λίγο πριν βάλει τη σφυρίχτρα στο στόμα ο ρέφερι, βγήκε στον αγωνιστικό χώρο ο προπονητής της Νότινγχαμ, το απόλυτο τοτέμ του Βρετανικού ποδοσφαίρου, ο Μπράιν Κλαφ. Το γήπεδο σηκώθηκε στο πόδι. Άπαντες. Ο σοσιαλιστής Κλαφ δεν ήταν αγαπητός μόνο στους οπαδούς της δικιάς του ομάδας. Οι της Λίβερπουλ, τον αγαπούσαν για ιδεολογικούς λόγους…. Από το ξεκίνημα η Φόρεστ έκλεισε τη Λίβερπουλ στα καρέ της , ωστόσο η Λίβερπουλ είχε την πρώτη ευκαιρία όταν σε μία αντεπίθεση, ο Μπίρντλσι έστειλε την μπάλα στη δοκό της Φόρεστ.

Και ξαφνικά, μόλις στο 6ο λεπτό, οπαδοί από το πέταλο της Λίβερπουλ άρχισαν να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο. Το μυαλό όλων πήγε εκεί που πάντα πήγαινε τα χρόνια εκείνα στα αγγλικά γήπεδα. Οι βρετανικές ομάδες είχαν ήδη αποκλειστεί από τους ευρωπαϊκούς αγωνιστικούς χώρους μετά τα έκτροπα που προκάλεσαν οι οπαδοί της Λέβρπουλ στο Χέιζελ λίγα χρόνια πριν στον τελικό με τη Γιουβέντους και τους 42 νεκρούς Ιταλούς. Αυτή τη φορά όμως, χέρι δεν είχε σηκωθεί, μήτε πόδι ανθρώπου κλώτσησε άνθρωπο… Όσοι έμπαιναν στο γήπεδο, το έκαναν για να σώσουν τις ζωές τους από την ασφυξία που τους προκαλούσαν οι ίδιοι ο ομόθρησκοι… Τι είχε συμβεί;

O θάνατος παραμόνευε στην εξέδρα των ορθίων

Περίπου 2.000 οπαδοί της Λίβερπουλ φθάνουν καθυστερημένα στο γήπεδο και προσπαθούν να μπουν στην εξέδρα των ορθίων Leppings Lane που έχει δοθεί για τους οπαδούς της ομάδα του λιμανιού. Στην εξέδρα βρίσκονται ήδη και άλλοι οπαδοί των κόκκινων που έχουν φθάσει νωρίτερα. Η κατανομή που έχει κάνει ήδη η αστυνομία μπάζει από παντού μιας και προσπαθεί να στοιβάξει χιλιάδες κόσμου σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να αποκλείσει την πιθανότητα οι οπαδοί της Λίβερπουλ να ανταμώσουν με αυτούς της Φόρεστ. Το γήπεδο “Χίλσμπορο» είναι από μόνο του ένας χώρος που σε καλεί στο θάνατο με τα «δολοφονικά» σιδερένια κιγκλιδώματα του στα κάτω άκρα των κερκίδων να αποτελούν το σημείο κλειδί για ό,τι ακολούθησε.

Οι αργοπορημένοι reds, που σημειωτέον έχουν εισιτήρια,  προσπαθούν να μπουν στο γήπεδο αλλά δεν μπορούν. Δεν ξέρουν πως το πέταλο είναι σχεδόν γεμάτο. Ουδείς έχει καταλάβει πως έχουν εκδοθεί πολύ περισσότερα μαγικά χαρτάκια από ό,τι προβλέπει η χωρητικότητα του Χίλσμπορο. Οι της Λίβερπουλ που βρίσκονται μέσα νιώθουν ένα βίαιο κύμα να τους σπρώχνει και να τους οδηγεί προς τα σιδερένια κιγκλιδώματα. Ο συνωστισμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούν πλέον να κουνηθούν. Οι κραυγές απόγνωσης γίνονται όλο και πιο έντονες. Οι έξω δεν ξέρουν τι γίνεται και προσπαθούν να μπουν. Στις άκρες των κιγκλιδωμάτων υπάρχουν μικρές σιδερένιες πόρτες που βγάζουν προς τον αγωνιστικό χώρο. Είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας αυτών που βρίσκονται μέσα προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση. Η αστυνομία νομίζει ότι πρόκειται για συνήθη εισβολή χούλιγκανκς και κλείνει όλες τις πόρτες. Ο θάνατος πετά πάνω από το γήπεδο και αρχίζει να παίρνει ψυχές..

   Άνθρωποι από τα πάνω διαζώματα σκύβουν προς τα κάτω και τείνουν τα χέρια τους προκειμένου να αρπάξουν όποιον μπορούν για να τον τραβήξουν πάνω και να τον σώσουν. Απελπισμένοι οπαδοί με το τιμημένο ερυθρόλευκο κασκόλ της Λίβερπουλ σκαρφαλώνουν στα επικίνδυνα κάγκελα και πηδούν στον αγωνιστικό χώρο. Την ίδια ώρα σώματα συνθλίβονται και σβήνουν χωρίς ανάσα. Η αστυνομία καταλαβαίνει πως οι πορτούλες στα κιγκλιδώματα αποτελούσαν στην πραγματικότητα την μοναδική διέξοδο για τον παγιδευμένο κόσμο και τις ανοίγει αλλά είναι πλέον αργά. Η αμέλεια έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και δεν υπήρχε μόνο από τις αστυνομικές, αλλά και από τις νοσοκομειακές αρχές. Στα ασθενοφόρα μεταφέρθηκε η πληροφορία πως το όλο συμβάν δεν είναι τίποτα άλλο παρά οπαδική σύγκρουση και στην αρχή κανείς δεν ειδοποίησε νοσοκομειακό προσωπικό και γιατρούς. Η πραγματικότητα, όπως την καταγράφει η Liverpool Echo, είναι τραγική. Γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό φθάνουν με καθυστέρηση στο γήπεδο αλλά στέκονταν λίγα βήματα μακριά, και δεν επεμβαίνουν μιας και η αστυνομία δεν τους επιτρέπει την είσοδο. Τώρα πια ρόλο νοσοκόμων αναλαμβάνουν οι οπαδοί και των δύο ομάδων που ξηλώνουν τις διαφημιστικές πινακίδες και τις χρησιμοποιούν για φορεία ώστε να μεταφέρουν κόσμο στα ασθενοφόρα που βρίσκονταν  εκτός. Αστυνομικοί κάνουν μαλάξεις στα στήθη ανθρώπων που αργοπεθαίνουν. Ο φακός απαθανατίζει οπαδό της Νότιγχαμ να δίνει το φιλί της ζωής σε οπαδό της Λίβερπουλ. 94 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους εκείνο το απόγευμα. Ένας ακόμη θα υποκύψει την επομένη ενώ δύο χρόνια μετά, σε κώμα, θα πεθάνει και ο τελευταίος , ο 96ος μιας τραγωδίας που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει το βρετανικό ποδόσφαιρο.

Την επόμενη μέρα, η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ φτάνει στον τόπο της τραγωδίας. Ο Γραμματέας Τύπου της κυβέρνησης, Μπέρναρντ Ίνγκαμ δηλώνει: «Η τραγωδία του Χίλσμπορο δεν θα είχε γίνει ποτέ, αν ο όχλος, ξεκάθαρα μεθυσμένος, δεν προσπαθούσε να μπει με τη βία στο γήπεδο». Οι έλεγχοι για αλκοόλ που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της νεκροψίας γίνονται μέχρι και σε παιδάκια 10 ετών, αφού η αστυνομία έψαχνε στηρίγματα για τους ισχυρισμούς της.

Το εμετικό πρωτοσέλιδο της Sun

Τέσσερις μέρες μετά το συμβάν και με τον κόσμο να είναι ακόμα συγκλονισμένος, η Sun βγάζει ένα εμετικό πρωτοσέλιδο.

Κατηγορεί τους μεθυσμένους οπαδούς ότι έκλεβαν πτώματα και ουρούσαν πάνω σε αστυνομικούς και νοσηλευτές, ενώ προσθέτει ότι  κάποιοι επιτέθηκαν σε γιατρούς που προσπαθούσαν να κάνουν τεχνητή αναπνοή στα θύματα. Το «ρεπορτάζ» βασίζεται σε διαρροές από την αστυνομία και την κυβέρνηση και μέρος του φιλοξενήθηκε και σε άλλα Μέσα. Δυο μέρες μετά, ο Υπουργός Εσωτερικών κάνει λόγο για 19 τραυματίες αστυνομικούς, δίνοντας ουσιαστικά βάση στα δημοσιεύματα. Ποτέ όμως δεν δόθηκαν στοιχεία και αποδείξεις για τις δηλώσεις του. Δεν υπήρξε ούτε μια καταγραφή από μαρτυρία και οπτικοακουστικό υλικό που να δείχνει κάτι τέτοιο και ο Λόρδος Τέιλορ στην μετέπειτα αναφορά του δεν έλαβε υπόψη τις καταγγελίες. Η αναφορά του δικαστή Τέιλορ, που ανέλαβε την υπόθεση, ολοκληρώθηκε στις 4 Αυγούστου. Το πόρισμά του βγήκε μετά την εκτίμηση 3.776 εγγράφων καταθέσεων, 1.550 επιστολών, 71 ωρών βίντεο και εξέταση 174 μαρτύρων.  Είδε το φως τις δημοσιότητας ολόκληρο τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, αλλά το σημαντικό ήταν πως σύμφωνα με τον δικαστή, η τραγωδία οφειλόταν στην αποτυχία του αστυνομικού ελέγχου. Απέδωσε ευθύνες τόσο στις Αρχές, όσο και στην Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, στο Δημοτικό Συμβούλιο του Σέφιλντ για το γήπεδο, αλλά και στη Σέφιλντ Γουένσντεϊ.  Όμως, απάλλαξε τους οπαδούς της Λίβερπουλ από κάθε κατηγορία και μάλιστα τους απένειμε τα εύσημα για την συμμετοχή τους στην επιχείρηση διάσωσης.

Ευθύνες στην αστυνομία

Κυρίως, έριχνε την ευθύνη στον Ντέιβιντ Ντάκενφιλντ, επικεφαλής της Αστυνομικής δύναμης για την αναμέτρηση. Αφενός για την απόφασή του να ανοίξει τη θύρα χωρίς να μπορεί να καθοδηγήσει τον όγκο των οπαδών, αλλά και για την αποτυχία του να δράσει εγκαίρως μετά το συμβάν και για τη διάδοση ψευδών στοιχείων. Στις 11 Ιουλίου, αμέσως μετά την κατάθεση του πορίσματος, ο Ντάκενφιλντ τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ξεκίνησε ΕΔΕ για τις κατηγορίες που τον βάραιναν. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά παραιτείται από το σώμα για λόγους υγείας και ο πειθαρχικός έλεγχος δεν προχωρά.

Ένα χρόνο μετά την τραγωδία, ξεκινούν οι ανακρίσεις, παρότι η εισαγγελία δεν έχει ακόμα αποφασίσει για το αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις. Λεπτομέρειες για κάθε θύμα, συμπεριλαμβανομένων και των ιατροδικαστικών ευρημάτων για το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα τους διαβάζονται στο σώμα ενόρκων από τους εκπροσώπους της Αστυνομίας, οι οποίοι κατηγορούνται ξανά για καταγγελίες χωρίς την δυνατότητα κατ’ αντιπαράστασης εξέτασης, δηλαδή χωρίς να ακούγονται και οι δύο πλευρές και χωρίς να είναι παρόντες όλοι οι εμπλεκόμενοι. Στις 14 Αυγούστου του 1990, ο εισαγγελέας αποφασίζει να μην ασκήσει ποινικές διώξεις, λόγω ελλιπών αποδεικτικών στοιχείων.

Μετά και την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ο ανακριτής καταλήγει ότι τα θύματα είχαν χάσει τη ζωή τους από ασφυξία μέχρι τις 3.15, «ακυρώνοντας» έτσι όλες τις καταγγελίες για την έλλειψη αποτελεσματικής παρέμβασης από τις αρχές, με το επιχείρημα ότι «ήταν πολύ αργά». Αρκετές μαρτυρίες προέρχονται από κατοίκους και άτομα που βρέθηκαν έξω από το γήπεδο, στηρίζοντας τις κατηγορίες για μεθυσμένους οπαδούς χωρίς εισιτήρια, παρά το πόρισμα του δικαστή Τέιλορ που τις είχε απορρίψει. Στις 28 Μαρτίου του 1991, μετά από 90 μέρες, βγαίνει η ετυμηγορία: Τυχαίοι θάνατοι.

Εννιά μήνες μετά το τέλος της ανακριτικής διαδικασίας και μη μπορώντας να χωνέψουν τα περί τυχαίων θανάτων, έξι οικογένειες που εξασφάλισαν αναφορές από γιατρούς για το ότι οι συγγενείς τους δεν ήταν νεκροί μέχρι τις 3.15 ούτε πέθαναν από τραυματική ασφυξία, κατέθεσαν υπομνήματα στην Εισαγγελία ζητώντας νέες ανακρίσεις. Η αίτησή τους απορρίφθηκε, αλλά συνέχισαν και τελικά, περίπου δύο χρόνια αργότερα, η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο και πάλι. Ο δικαστής ΜακΚόουαν συμφωνεί με την εκδοχή του ανακριτή, απορρίπτοντας τα στοιχεία που έδειχναν ότι υπήρχαν ζωντανοί μετά τις 3.15, με την αιτιολογία πως ο φάκελος του ιατροδικαστή που έδειχνε το αντίθετο ήταν πλήρης. Οι οικογένειες όμως ήταν αποφασισμένες να συνεχίσουν. Η Αν Γουίλιαμς, η οποία έχασε τον 15χρονο γιο της στο Σέφιλντ, ξεκινά να επικοινωνεί με ΜΜΕ, δίνοντάς τους τα στοιχεία που εκείνη και οι υπόλοιποι συγγενείς θυμάτων είχαν συγκεντρώσει. Τον Ιούνιο του 1994, βγαίνει στον «αέρα» στην εκπομπή επικαιρότητας Τhe Cook Report του ITV. Ο βουλευτής Σερ Μάλκολμ Θόρντον, οκτώ μήνες αργότερα, παρουσιάζει στη Βουλή των Κοινοτήτων τους ισχυρισμούς της και ο Γενικός Εισαγγελέας ζητάει τις αποδείξεις γραπτώς. Κλειδί για την υπόθεση αποτελεί η νέα μαρτυρία του Τόνι Έντουαρντς, ενός νεαρού τότε βοηθού σε ασθενοφόρο, ο οποίος αφού κατάφερε να σπάσει τον αστυνομικό κλοιό, μπήκε στο γήπεδο στις 3.35.

Οι αναφορές τις αστυνομίας ξεκαθάριζαν πως δεν μπήκε ποτέ ασθενοφόρο στο γήπεδο εκείνη την ώρα, αλλά το υλικό από το βίντεο τις διέψευσε! Ο Τέιλορ, ο μοναδικός νοσηλευτής που έφτασε στο πέταλο, επιβεβαίωσε τις αποδείξεις που είχαν συγκεντρώσει οι οικογένειες από τον εκτός υπηρεσία αστυνομικό εκείνη τη μέρα Ντέρεκ Μπρέντερ και την Ντέμπρα Μάρτιν. Και οι δύο είπαν ότι 15χρονος, του οποίου η μητέρα έφτασε το θέμα στη Βουλή, δεν είχε πεθάνει πριν της 4.00. Ο Μπρέντεν ανέφερε ότι είχε σφυγμό στις 3.37 που τον έπιασε, ενώ η Μάρτιν τόνισε πως άνοιξε τα μάτια του και ψέλλισε «μητέρα» πριν πεθάνει. Και των δύο οι επίσημες καταθέσεις άλλαξαν μετά από επισκέψεις αξιωματούχων της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα να μην φτάσουν ποτέ στο δικαστήριο. Η Αν Γουίλιαμς κατέθεσε και δεύτερο υπόμνημα οκτώ μήνες μετά, το οποίο απορρίφθηκε επίσης

Η κυβέρνηση του εργατικού κόμματος που θα διαδεχτεί τους συντηρητικούς υπόσχεται να «ακούσει» εκείνους που ζητούσαν δικαιοσύνη. Ο Υπουργός Εσωτερικών Τζακ Στρόου αναθέτει στον δικαστή Στούαρτ Σμιθ να εξιχνιάσει τις αποδείξεις. Καταλήγει στο ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για νέα έρευνα. Το Hillsborough Family Support Group αποφασίζει να δράσει μόνο του και κινείται νομικά κατά του επικεφαλής της Αστυνομίας Ντέιβιντ Ντάκενφιλντ και του επιθεωρητή Μπέρναντ Μάρεϊ, κατηγορώντας τους για ανθρωποκτονία και εσκεμμένη κακοδιαχείριση, καθώς και για παρεμπόδιση δικαιοσύνης. Μετά από δίκη έξι εβδομάδων, ο Μάρεϊ αθωώνεται. Για τον Ντάκενφιλντ το σώμα ενόρκων δεν καταλήγει σε κάποια απόφαση, ζητώντας περισσότερο χρόνο, τον οποίο ο δικαστής αρνείται. Μια ακόμα προσπάθεια πέφτει στο κενό.

Αποζημιώσεις σε αστυνομικούς

Τον Μάρτιο του 2001, η Αστυνομία του Νότιου Γιορκσάιρ αρνείται να αποκαλύψει τους αριθμούς των αποζημιώσεων που δόθηκαν σε αστυνομικούς και οικογένειες. Οι οικογένειες στέκονται στην άρνηση, τονίζοντας ότι αποδεικνύει πως δόθηκαν περισσότερα χρήματα σε αστυνομικούς, παρά για αποζημίωση των θυμάτων. Είχαν δίκιο. Ο αστυνομικός γιατρός Μάρτιν Λινγκ έλαβε 330.000 λίρες για μετατραυματικό σοκ, ενώ 1.2 εκατομμύρια μοιράστηκαν σε 14 αστυνομικούς. Ο Φιλ Χάμοντ, ο οποίος έχασε τον 14χρονο γιο του και έλαβε μόλις 3.500 λίρες, κάνει ανοιχτά λόγο για συγκάλυψη.

40.000 υπογραφές για την αλήθεια

Η Αν Γουίλιαμς, μετά και την τρίτη απόρριψη του υπομνήματός της, αποφασίζει να ξεπεράσει τα σύνορα του Νησιού. Απευθύνεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τρία χρόνια μετά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αίτηση της κατατέθηκε ετεροχρονισμένα, καθώς έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε διάστημα έξι μηνών μετά την απόφαση του δικαστή Στιούαρτ Σμιθ. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από την τραγωδία και οι οικογένειες συνέχιζαν να συναντούν παντού «Πόντιους Πιλάτους.

Το 2009, 40.000 υπογραφές ανθρώπων που ζητούν την αλήθεια αναγκάζει το Υπουργείο Εσωτερικών να ανακοινώσει ότι θα δώσει στη δημοσιότητα όλες τις πληροφορίες και ότι θα αναθέσει σε μια Ανεξάρτητη Επιτροπή την επίβλεψη τις διαδικασίας.  Την Επιτροπή αποτελούν ο καθηγητής εγκληματολογίας και συγγραφέας του «Hillsborough the Truth» Φιλ Σκρέιτον, η τηλεοπτική παραγωγός Κέιτι Τζόουνς, η οποία βρισκόταν πίσω από σχετικό ντοκιμαντέρ, ο παρουσιαστής και δημοσιογράφος Πίτερ Σίσονς, ο γιατρός Μπιλ Κίρκαπ, ο πρώην αναπληρωτής Αστυνομικός Διευθυντής της Βορείου Ιρλανδίας Πολ Λέιτον, το μέλος του γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κριστίν Γκίφορντ και η Σάρα Τιάκ, πρώην εκτελεστικός διευθυντής του Ιδρύματος Εθνικών Αρχείων και υπεύθυνη για τα δημόσια έγγραφα. Ο Επίσκοπος του Λίβερπουλ προεδρεύει. Η κυβέρνηση αντιστέκεται. Ζητά να μην δημοσιοποιηθεί κανένα έγγραφο που να σχετίζεται με την Μάργκαρετ Θάτσερ. Αυτή τη φορά συγκεντρώνονται διαδικτυακά 100.000 υπογραφές και το θέμα φτάνει στην Βουλή των Κοινοτήτων, η οποία τίθεται υπέρ της δημοσίευσης όλων των στοιχείων. Ο βουλευτής του Λίβερπουλ, Στιβ Ροδεραμ, ολοκληρώνει την ομιλία του διαβάζοντας τα ονόματα των θυμάτων και προκαλώντας ανατριχίλα. Αρκετοί βουλευτές μιλούν ανοιχτά για τα εμπόδια που αντιμετώπισαν όλα αυτά τα χρόνια όσοι ζητούσαν την αλήθεια. Πλέον, οι οικογένειες βλέπουν φως. Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Γενικός Εισαγγελέας Ντόμινικ Γκριβ δηλώνει δημόσια ότι περιμένει από την Επιτροπή στοιχεία, προκειμένου να ανοίξει ξανά την υπόθεση του 15χρονου Κέβιν Γουίλιαμς, η μάχη της μητέρας του οποίου συγκίνησε πολλούς

Το πόρισμα

 Η 12η Σεπτεμβρίου του 2012 ήταν μία ιστορική ημέρα για τις οικογένειες των θυμάτων του Χίλσμπορο καθώς έπειτα από πολυετείς έρευνες δόθηκε στη δημοσιότητα το πόρισμα Ανεξάρτητης Επιτροπής (συστάθηκε το 2010), βάση του οποίου αποδεικνύεται πως η αστυνομία του Νότιου Γιορκσάιρ όχι μόνο υπέπεσε σε εγκληματικά λάθη που οδήγησαν στην τραγωδία αλλά φέρει ευθύνη και για επιχείρηση μετάθεσης των ευθυνών στους οπαδούς της Λίβερπουλ μέσω παραποίησης καταθέσεων. Σύμφωνα με το πόρισμα, η εσφαλμένη ενημέρωση ξεκίνησε από πρακτορείο ειδήσεων στο Σέφιλντ, αξιωματούχους της αστυνομίας, από τον εκπρόσωπο Τύπου της αστυνομίας και από ένα μέλος του κοινοβουλίου από την περιοχή. Παράλληλα, το συμπέρασμα ήταν πως αν υπήρχε διαφορετική προσέγγιση από όλες τις εμπλεκόμενες αρχές, 41 από τα 96 θύματα θα μπορούσαν να έχουν σωθεί, την ώρα που ο προβληματισμός της Θάτσερ ήταν το αν θα αμαυρωθεί η εικόνα της Αστυνομίας.

Οι συνάδελφοί μου και εγώ ήμασταν από το ξεκίνημα της δουλειάς μας εντυπωσιασμένοι από την αξιοπρεπή επιμονή των θυμάτων», τόνισε ο Επίσκοπος Τζέιμς Τζόουνς, αναγκάζοντας τον Πρωθυπουργό Κάμερον να ζητήσει συγγνώμη, μαζί με τη Sun.