Το αντιδυναστικό κίνημα της 1ης Φλεβάρη

Την αυγή του 1862 το αντιδυναστικό κίνημα είχε φουντώσει στο μικρό ελληνικό κράτος. Η αντιπολίτευση είχε περάσει από την πρωτεύουσα Αθήνα στην επαρχία, όπου η κεντρική εξουσία δεν ήταν σε θέση να ελέγξει στην κατάσταση. Το γενικό αίτημα ήταν να μεταβληθεί το «σύστημα», όρος ασαφής, που σήμαινε το σύστημα της διακυβέρνησης, αλλά και ευρύτερα το υπάρχον καθεστώς της Βαυαροκρατίας. Ο Όθωνας προσπάθησε να αλλάξει το πολιτικό κλίμα στις 10 Ιανουαρίου, αναθέτοντας την πρωθυπουργία στον δημοφιλή ναυμάχο του ‘21 Κωνσταντίνο Κανάρη, αλλά ο γηραιός ναύαρχος έθεσε όρους για τον εκδημοκρατισμό του καθεστώτος, τους οποίους ο βασιλιάς δεν δέχθηκε. Το κίνημα της 1ης Φλεβάρη του 1862 θα έπαιζε το δικό του ρόλο στην έξωση του Όθωνα, λίγους μήνες αργότερα.

Το Ναύπλιο είχε εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο του αντιδυναστικού αγώνα, εξαιτίας της φυλάκισης και της εκτόπισης εκεί πολλών αξιωματικών που ήταν αντίθετοι στη Βαυαροκρατία. Ψυχή της αντιδυναστικής κίνησης ήταν ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμιος Μίχος, που υπηρετούσε στη φρουρά της πόλης, ο αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος και ο υπολοχαγός Δημήτριος Θ. Γρίβας, που ήταν κρατούμενοι στο Παλαμήδι. Μαζί τους σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης, όπως ο δήμαρχος Ναυπλίου Πολυχρόνης Ζαφειρόπουλος, ο υποπρόξενος του Βελγίου Σπυρίδων Ζαβιτσάνος, ο εφέτης Γεώργιος Πετμεζάς, ο πρωτοδίκης Πέτρος Μαυρομιχάλης και πολλοί δικηγόροι.

papalexopoulou

Η γυναίκα που «παρέσυρε πάντας εις την στάσιν»

Καθημερινές ήταν οι συγκεντρώσεις και οι συζητήσεις ανάμεσα σε πολίτες και στρατιωτικούς στο σπίτι μιας δυναμικής γυναίκας από την Πάτρα, της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, το γένος Καλαμογδάρτη, χήρας του δημάρχου Ναυπλίου και γερουσιαστή, Σπύρου Παπαλεξόπουλου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Επαμεινώνδα Κυριακίδη, η Παπαλεξοπούλου ήταν «προσόμοιος των γυναικών των πολιτευθεισών κατά την γαλλική επανάστασιν, μετέδιδε δια της φλεγούσης ευγλωττίας της τας ανατρεπτικάς αυτής ιδέας, παρέσυρε πάντας εις την στάσιν, προέτρεπε και ενεθάρρυνε την νεολαίαν… και εγένετο μία των κυριωτέρων αφορμών της επισπεύσεως της στάσεως». Μέσα σε σύντονο χρονικό διάστημα είχε μυηθεί στο κίνημα μεγάλος μέρος των αξιωματικών και υπαξιωματικών της φρουράς του Ναυπλίου,του Ιτς-Καλέ και του Παλαμηδίου.

Η εκδήλωση του κινήματος ορίσθηκε για τις 3 Φεβρουαρίου 1862 . Όμως, αποφασίστηκε η επίσπευσή του κατά δύο μέρες, επειδή κρίσιμα έγγραφα των επαναστατών βρέθηκαν στην κατοχή των αρχών. Έτσι, θα εκδηλωθεί τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς την 1η Φεβρουαρίου 1862 και γρήγορα θα λάβει μεγάλες διαστάσεις.

Τα αιτήματα

Με συνθηματικούς πυροβολισμούς από τους διάφορους προμαχώνες του φρουρίου και των στρατώνων επιτέθηκαν κατά των πιστών στον Όθωνα ή αμύητων αξιωματικών και συλλαμβάνοντάς τους έγιναν κύριοι των φρουρίων και της πόλης. Συνέλαβαν και φυλάκισαν τον νομάρχη, τον φρούραρχο συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, τον αντισυνταγματάρχη Ζορμπά και τους ταγματάρχες Στέλβαχ και Γιάνναρη, έως και κάποιους κατώτερους αξιωματικούς και διοικητικούς υπαλλήλους. Κάθε καθωσπρέπει κίνημα όμως οφείλει να περάσει και από τις φυάκές. Και αυτό έκαναν οι επαναστάτες του Ναυπλίου. Με μια αστραπιαία επιχείρηση χτυπούν τις φυλακές, αποφυλάκισαν όλους τους φυλακισμένους και συνέστησαν προσωρινή κυβερνητική επιτροπή αποτελούμενη από στρατιωτικά και πολιτικά πρόσωπα, απηύθυναν δε διάγγελμα προς τον λαό και τον στρατό ζητώντας:

α) τη μεταβολή του κυβερνητικού συστήματος,

β) τη διάλυση της Βουλής και

γ) τη συγκρότηση Εθνοσυνέλευσης «για την ανάκτηση των καταπατημένων ελευθεριών»

Αίσθημα ελευθερίας, ίσως για πρώτη φορά διακατείχε το λαό του Ναυπλίου που έβλεπε να πετά από πάνω του, μετά την τουρκική κατοχή και αυτή του Όθωνα. Οι στρατιωτικοί όμως ήξεραν πως ο βαυαρός δεν επρόκειτο να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια και έτσι, από την επόμενη ημέρα άρχισαν να προετοιμάζουν την άμυνά τους. Ανώτερος αρχηγός ανακηρύχθηκε ο Αρτέμιος Μίχος, αρχηγός των γενικών επιτελών ο Πάνος Κορωναίος με επιτελείς τους Μανωλάκη, Κυδωνάκη, Πετιμεζά και Μοσχόπουλο. Ο ταγματάρχης Μπότσαρης διορίσθηκε φρούραρχος Παλαμηδίου. Ταυτοχρόνως, το Άργοςκαι η Τρίποληπραγματοποίησαν στάση την επόμενη και μεγάλο μέρος της δεύτερης φρουράς και ολόκληρη η πρώτη φρουρά έσπευσαν στο Ναύπλιο και ενώθηκαν με τους επαναστάτες. Τότε όμως οι επαναστάτες βρέθηκαν μπροστά σε δύο προτάσεις που τους δίχασαν. Στο συμβούλιο που έγινε τη 2η ημέρα του Φεβρουαρίου ο Κορωναίος πρότεινε την άμεση εκστρατεία κατά της Αθήνας. Σχέδιο εξόχως παράτολμο αν αναλογιστεί κανείς ότι οι επαναστάτες θα έπρεπε να αφήσουν τη βάση τους και να κινηθούν ως την πρωτεύουσα, όντως εκτεθειμένοι στο στρατό του Όθωνα. Από την πλευρά του, ο αρχηγός Μίχος υποστήριξε ότι οι επαναστάτες όφειλαν να παραμείνουν στο Ναύπλιο και να κρατήσουν την πόλη και τα φρούρια, εν αναμονή της στάσης της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων. Η Αθήνα δεν είχε μιλήσει ακόμη… Τι στάση θα κρατούσε? Σίγουρα όχι παθητική….

miaoulis
Η κυβέρνηση της Αθήνας

Η κυβέρνηση της Αθήνας, είχε περάσει στα χέρια ενός άνδρα που σύμφωνα με τους ιστορικούς διέθετε ψυχραιμία , τον Αθανάσιο Μιαούλη, γιό του μπουρλοτιέρη Ανδρέα Μιαούλη. Ο Αθανάσιος Μαιούλης δεν τα’χασε. Και μέσα σε διάστημα 58 ωρών από την κατάληψη του Ναυπλίου από τους επαναστάτες κατάφερε να συγκεντρώσει δύναμη 4.000 ανδρών στην Κόρινθο, ενώ μέσα σε δύο ημέρες ανέβασε τη δύναμή της σε 6.000 άνδρες με πυροβολικό, ιππείς και εθελοντικές ομάδες. Αρχηγό διόρισε τον υποστράτηγο Χααν (Hahn). Αυτό που έμενε ήταν να τονώσει το ηθικό της στρατιάς. Απηύθυνε λοιπόν διάγγελμα μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, που άρχιζε με τις εξής φράσεις: «Συστρατιώτες, στυγερό έγκλημα διαπράχθηκε από εκείνους, στα χέρια των οποίων η πατρίδα εμπιστεύθηκε το ξίφος για τη διατήρηση της ισχύος και της τάξης». Είχε περιγράψει τα πάντα μέσα σε μία πρόταση. Είχε ένα έγκλημα που έπρεπε να τιμωρηθεί, είχε μια πατρίδα που ήταν προδομένη και κυρίως είχε τους ενόχους. Αυτούς που έφεραν ένα ξίφος που στόχο είχε τη διατήρηση της ισχύος και της τάξης και όχι την επανάσταση. Ύστερα, κάλεσε τον Όθωνα να επιθεωρήσει το στράτευμα αλλά και για να πει και εκείνος τα δικά του λόγια.

«Μετά βαθείας λύπης επληροφορήθην ότι άνθρωποι εις τους οποίους δεν θέλω να δώσω πλέον τον έντιμον τίτλον του στρατιώτου, τον οποίο φέρεται υμείς, ότι οι άνθρωποι ούτοι εγένοντο άπιστοι εις τον όρκον, τον οποίον έδωσαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, εγένοντο άπιστοι εις το σύνταγμα και τους νόμους, οι οποίοι, επ’ αγαθώ και σωτηρία της πατρίδος, επιβάλλουσιν εις τον στρατιώτην ως πρώτιστον καθήκον του την πίστιν και υποταγήν εις τον βασιλέα, τον ανώτατον άρχοντα του στρατού. Καλέσας υμάς να επαναφέρητε εις την υποταγήν τους αποστατήσαντες, σας ενεπιστεύθην την τιμή του ελληνικού στρατού. Δια της πίστεως και της ανδρείας σας θέλετε αποπλύνει την κηλίδα, ήν από τινος απεπειράθησαν να προσάψωσιν εις την τιμή του. Μετ’ αγαλλιάσεως δε, σας αναγγέλλω, ότι άπας ο πιστός μου λαός προσφέρεται προθύμως να συμπράξη μεθ’ υμών, αγωνιζομένων υπέρ των καθεστώτων, τα οποία δικαίως θεωρεί ως την ασφαλεστέραν εγγύησιν της ευημερίας αυτού εν τω παρόντι και της δόξης του εν τω μέλλοντι».

nafpliaki_epanastash

Οι μάχες

Οι πρώτες αψιμαχίες και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού άρχισαν από τα Δερβένια Κορινθίας, όπου ο αξιωματικός του ιππικού των στασιαστών Τριτάκης, προσπάθησε να αναστείλει την κάθοδο των κυβερνητικών.

Οι επαναστάτες έστειλαν ως ενίσχυση δύο λόχους πεζικού, μία ίλη ιππέων, 4 πυροβόλα και γύρω στους 100 εθελοντές, ως επί το πλείστον Αργείτες, υπό τις εντολές των αξιωματικών Σμόλετς, Πραΐδη, Παγώνη και Δημόπουλου και αρχηγό της μικρής φάλαγγας τον Ζυμπρακάκη. Όμως ο Ζυμπρακάκης υποχώρησε από τις ανώτερες κυβερνητικές δυνάμεις, αφού ακροβολίστηκε στο Άργος. Την επόμενη ημέρα, θεωρώντας πως δεν θα είχε καμία στρατηγική λογική το να χτυπηθεί στο Άργος και εγκατέλειψε την πόλη με στόχο να ταμπουρωθεί στο Ναύπλιο. Οι κυβερνητικοί καταλαμβάνουν έτσι το Άργος χωρίς απώλειες, και αρχίζουν από τη μεθεπόμενη της 8ηςΦεβρουαρίου να προετοιμάζονται για κατάληψη του Ναυπλίου. Πρώτη σκέψη του Χάαν η κατά μέτωπο επίθεσή.

Οι επαναστάτες χτίζουν την άμυνά τους σε τρία σημεία. Στην ανατολική πλευρά του Ναυπλίου, την Άρια, από όπου προερχόταν η ύδρευση της πόλης, τοποθετώντας 300 άνδρες υπό τους αξιωματικούς Κατσικογιάννη, Σμόλενς και Δημόπουλο, στους λοφίσκους του Προφήτη Ηλία βορειοδυτικά, στους οποίους τοποθετήθηκε ο Γρίβας με τους ανθυπολοχαγούς Μάνο, Πραΐδη και τον ανθυπολοχαγό Παγώνη με 200 άνδρες και στη θέση «Μύλοι Ταμπακόπουλου», όπου τοποθετήθηκαν οι αξιωματικοί Νικηταράς, Λώρης και Κακλαμάνος με λόχο πεζικού.

Ο κυβερνητικός στρατός, που στρατοπέδευσε στην Τίρυνθα, επιτέθηκε το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου κατά των τριών θέσεων της άμυνας των στασιαστών ταυτόχρονα. Η μάχη ήταν σφοδρότατη κυρίως από τις δυνάμεις του πυροβολικού και των δύο πλευρών και διήρκησε ολόκληρη τη μέρα. Η νυχτιά βρίσκει τους επαναστάτες κύριους των θέσεών τους, αλλά με 27 νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες. Μεγαλύτερες οι απώλειες των κυβερνητικών με τον Χάαν να αντιλαμβάνεται πλέον πως αν θέλει να πάρει το Ναύπλιο οφείλει να στήσει πολιορκία και να εγκαταλείψει το σχέδιο της κατα μέτωπον επίθεσης.

Το αίμα που χύθηκε ερέθισε τους αντιμαχόμενους και η αδελφοκτόνος πάλη είχε πιο αιματηρές συνέπειες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου γίνονταν πεισματώδεις και αιματηρές συρράξεις στα χωριά Κατσίγκρι, Τολό, Χαϊδάρι, Τζαφέραγα, στο περιβόλι Ροδίου και στο Παπαφωνά. Ο Χαν, που προετοίμαζε αποφασιστική επίθεση, για να αποκλείσει τους στασιαστές μέσα στο φρούριο, τους καταπονούσε με συνεχείς αιφνιδιασμούς. Η αποφασιστική επίθεση έγινε την 1η Μαρτίου. Κυβερνητικά στρατεύματα, δύναμης 4.000 ανδρών με πυροβολικό, επιτέθηκαν ταυτόχρονα εναντίον όλων των θέσεων των επαναστατών και μετά από ολοήμερη μάχη κατάφεραν να τους εκτοπίσουν από τις οχυρωμένες θέσεις τους, και τους ανάγκασαν να κλειστούν εντός των τειχών του Ναυπλίου. Κατά τη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές πέντε αξιωματικοί και 103 στρατιώτες, μεγάλος δε ήταν ο αριθμός των τραυματισμένων.

Στις πύλες του Ναυπλίου τραυματίστηκε και ο αντισυνταγματάρχης Κορωναίος, ο οποίος συνελήφθη ως αιχμάλωτος από τους κυβερνητικούς, σκοτώθηκαν δε οι αξιωματικοί Δυοβουνιώτης, Φανδρίδης και Οικονομίδης. Την επόμενη της αιματηρής μάχης, ο Χαν απέκλεισε το Ναύπλιο και έστησε προ των πυλών του πυροβόλα, ενώ απέστειλε προς τον αρχηγό Μίχο επιτακτικό έγγραφο, δηλώνοντας ότι εάν η φρουρά και οι πολίτες δεν παραδοθούν άνευ όρων, θα βομβαρδίσει την πόλη. Οι επαναστάτες, που συνήλθαν σε συμβούλιο, διαφώνησαν. Οι μεν έκριναν περιττό να χυθεί επιπλέον αδελφικό αίμα και πρότειναν την κατάπαυση του αγώνα και την παροχή αμνηστίας, οι δε αδιάλλακτοι επέμειναν στην άμυνα. Οι τελευταίοι ήταν οι Γαρδικιώτης, Γρίβας, Μάνος, Κατσικογιάννης, Σμόλεντς, Πραΐδης και Σουλιώτης. Μεταξύ των αδιάλλακτων τάχθηκε και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Μάλιστα, ο Γρίβας με 400 άνδρες και τα αναγκαία πολεμοφόδια ανέβηκε στο Παλαμήδι με σκοπό τη συνέχιση του αγώνα. Η διάσπαση στους κόλπους των επαναστατών ήταν πια γεγονός. Στην αδιάλλακτη στάση που κράτησαν οι συγκεκριμένοι άνδρες, πιθανόν να συνέτεινε και η είδηση, που μόλις είχε φθάσει, για την εξέγερση στη Σύρο, γεγονός που αναπτέρωνε τις ελπίδες των αντικαθεστωτικών για εξάπλωση της Επανάστασης. Το συγκεκριμένο νησί, με τη ραγδαία οικονομική, εμπορική και ναυτιλιακή οργάνωση, είχε καταστεί το δεύτερο, μετά το Ναύπλιο, αντιπολιτευτικό κέντρο.

Othon_Nafplio

Οι διαπραγματεύσεις

Η διαλλακτική πλευρά, που αποτελούσε και την πλειονότητα των επαναστατών, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Χαν, προβάλλοντας ως αναγκαίους όρους την παροχή αμνηστίας με την άμεση δημοσίευση του σχετικού Βασιλικού Διατάγματος και τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, θεωρώντας ότι η υπάρχουσα ήταν υπεύθυνη για «όλα τα λυπηρά ταύτα συμβάντα διά τα οποία επί πολύν καιρόν το έθνος θέλει θρηνεί». Υπερβολικές αξιώσεις, αν ληφθεί υπόψη η δύσκολη θέση στην οποία είχαν βρεθεί οι επαναστάτες. Πιθανόν να απέβλεπαν στο να εξαλειφθούν τα επιχειρήματα του Γρίβα και των συνεργατών του και να αμβλυνθούν οι αιτιάσεις περί «προδοσίας». Πάντως, ο Χαν δεν ήταν διατεθειμένος να συνδιαλλαγούν, δηλώνοντας ότι το μόνο που διαπραγματεύονταν ήταν η παράδοση του Ναυπλίου. Οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Οι δύο πλευρές, διαλλακτικοί και αδιάλλακτοι, θα βρεθούν πάλι κοντά, όταν στις νέες επαφές του Μίχου με τον Χαν ο δεύτερος θα του απαντήσει ότι δεν χορηγείται αμνηστία, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις στις πρώτες συνομιλίες. Η τελευταία εξέλιξη υποχρέωσε τον στρατιωτικό ηγέτη των επαναστατών να εκδώσει Ημερησία Διαταγή με την οποία διακήρυσσε τη συνέχιση του αγώνα, προκειμένου να «περαιωθή ανδρείως το ιερόν έργον», αφού οι κυβερνητικές δυνάμεις «ενέπαιξαν την πολεμικήν ανοχήν» των επαναστατών. Μεγαλόστομη διακήρυξη, η οποία απέβλεπε μάλλον στην ανύψωση του ηθικού των πολιορκουμένων και αποδείκνυε το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει η επαναστατική πλευρά. Εξάλλου,το αίτημα που υποβλήθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις για αποστολή πλοίων, προκειμένου να παραλάβουν τα γυναικόπαιδα από την πόλη, φανέρωνε τη δυσχερέστατη θέση των πολιορκουμένων, πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που η έλλειψη των αναγκαίων αγαθών ήταν πλέον εμφανέστατη.

Ο Όθων από την πλευρά του εξέδωσε διάταγμα με το οποίο παρεχόταν αμνηστία στους επαναστάτες, εξαιρώντας όμως τους βασικούς στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες, συνολικά 19 άτομα. Εύστοχος ελιγμός, προκειμένου να προκληθεί ξανά διάσπαση στις τάξεις των αντιπάλων. To διάταγμα του Όθωνα δεν κατάφερε αυτό στο οποίο στόχευε. Στο συμβούλιο των στρατιωτικών που ακολούθησε, οι αμνηστευθέντες δήλωσαν αλληλέγγυοι προς τους υπόλοιπους συναδέλφους τους, μη δεχόμενοι τη βασιλική χάρη. Υπήρχαν όμως άλλοι εχθροί. Η πείνα, η έλλειψη νερού και άλλων αναγκαίων μέσων καθιστούσαν τον αγώνα άνισο, τα σημάδια της κόπωσης ήταν εμφανή. Δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε ήταν η προσπάθεια του Ζαβιτσιάνου, ενός εκ των πρωτεργατών της Επανάστασης, να διαφύγει λάθρα με ξένο πλοίο. Έγινε,όμως, αντιληπτός, συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ακροναυπλία. Η ενέργεια αυτή συνέτεινε, βεβαίως, στην περαιτέρω διάχυση ενός κλίματος ηττοπάθει ας και απελπισίας. Ένας επιπλέον έρανος μεταξύ των κατοίκων –γιατί είχε προηγηθεί άλλος, τότε που η Επανάσταση είχε επικρατήσει και η αισιοδοξία περίσσευε– για να συγκεντρωθεί το ποσό των 150.000 δραχμών αφορούσε πλέον όχι στη συνέχιση του αγώνα αλλά, μεταξύ άλλων, και στα έξοδα για τη μεταφορά με πλοία του άμαχου πληθυσμού μακριά από την πόλη. Πράγματι, συνήφθη ανακωχή και ο άμαχος πληθυσμός μεταφέρθηκε ακτοπλοϊκώς σε άλλες περιοχές της Αργολίδας. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις η Επανάσταση είχε τερματισθεί. Ο Μίχου ζήτησε από τους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας να διαθέσουν πλοία,προκειμένου να μεταφέρουν όσους εξαιρέθηκαν της αμνηστίας στο εξωτερικό. Για τον σκοπό αυτό συγκάλεσε συμβούλιο στρατιωτικών και πολιτικών στο σπίτι του. Εκεί αποδείχθηκε για μία ακόμη φορά ο βαθύς διχασμός μεταξύ των επαναστατών, καθώς οι αδιάλλακτοι, με πρωτοστάτη τον Γρίβα, επέμεναν στη συνέχιση της Επανάστασης.

Επικράτησε η γραμμή των διαλλακτικών

Η θυελλώδης σύσκεψη τερματίσθηκε με την υπογραφή ενός Πρωτοκόλλου, στο οποίο επικρατούσε η γραμμή των διαλλακτικών: η Επανάσταση τερματιζόταν «επειδή αν και το έθνος εκινήθη ηθικώς δεν υπεστήριξεν όμως και διά των όπλων την Επανάστασιν» και επειδή επιβαλλόταν «η πρόληψις της περαιτέρω ζημίας του έθνους και της καταστροφής της πόλεως ταύτης». Εντυπωσιακή είναι η καταληκτική φράση του κειμένου, σαν υστερόγραφο, από τον Γρίβα: «Εγκαταλειφθείς παρά πάντων των συναδέλφων μου, αναγκάζομαι να καταδικάσω εαυτόν εις αειφυγίαν και αισχυνόμενος του λοιπού ν’ αποκαλούμαι Έλλην, από τούδε παραιτούμαι της Ελληνικής εθνικότητος». Από τους στρατιωτικούς οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της συνέχισης του αγώνα ήταν οι υπαξιωματικοί, οι οποίοι μάλιστα προσπάθησαν να εμποδίσουν την αναχώρηση των μη αμνηστευθέντων απευθυνόμενοι στον Μίχου. Ο τελευταίος ήταν αμετάπειστος και, μάλιστα,όταν πληροφορήθηκε ότι διέτρεχε κίνδυνο η ζωή του από τους μέχρι πρότινος συναγωνιστές του, επιβιβάσθηκε κρυφά στο βρετανικό πλοίο, επιτείνοντας την οργή στις τάξεις εκείνων που θεωρούσαν ότι η Επανάσταση είχε προδοθεί. Τελικά, την Κυριακή του Πάσχα, 8 Απριλίου, επιβιβάσθηκαν στα δύο πλοία οι 19 μη αμνηστευθέντες αλλά και άλλοι επαναστάτες, συνολικά περίπου 300 στρατιωτικοί και πολιτικοί, και μεταφέρθηκαν σε αστικά κέντρα του ελληνισμού όπως η Κων/πολις και η Σμύρνη. Λίγες ώρες μετά ο Χαν έμπαινε με τους άνδρες του στο Ναύπλιο, δίνοντας διαταγή στους αμνηστευθέντες, υπολείμματα του επαναστατικού στρατού, να μεταβούν στην Τίρυνθα.

Η Ναυπλιακή Επανάσταση τερματίσθηκε χωρίς να πετύχει τους στόχους που είχε θέσει. Ωστόσο, δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε αποτυχημένη. Έξι μήνες μετά, το οθωνικό καθεστώς θα καταρρεύσει, όταν οι ένοπλες κινητοποιήσεις θα γενικευθούν και θα σημάνει η ώρα της μεταπολίτευσης. Τα ναυπλιακά γεγονότα, αν και δεν ανέτρεψαν τη συγκεκριμένη δυναστεία, προκάλεσαν ρωγμή στο σύστημα, το οποίο είχε απωλέσει πια οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση.