Η ιδιωτική λογοτεχνική ζωή του Αλεχάντρο Σάμπρα

Ο Xιλιανός, γεννημένος το 1975, Αλεχάντρο Σάμπρα, όταν ήτανε παιδί, ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής ή ροκ σταρ. Οταν κατάλαβε ότι δεν θα γινόταν τίποτε απ’ τα δύο, άρχισε να γράφει ποίηση. Η ποίησή του όμως δεν ήταν και πολύ καλή. Έτσι, καταπιάστηκε με τα μυθιστορήματα*. Ωστόσο, τα μυθιστορήματά του δεν μοιάζουν και πολύ με των υπολοίπων. Τον έχουν βέβαια συγκρίνει με τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, αλλά κατά δήλωση του ίδιου, δεν του αρέσει και πολύ αυτή η σύγκριση, όχι γιατί δεν εκτιμά τον σπουδαίο συμπατριώτη του -κάθε άλλο- αλλά γιατί θεωρεί ότι υστερεί συγκρινόμενος μαζί του.
Τα μυθιστορήματα του Σάμπρα είναι μικρά. Ολιγοσέλιδα. Λιτά. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νουβέλες, ακόμη και μακροσκελή διηγήματα. Ακόμη καλύτερα, περιλήψεις μυθιστορημάτων που έχουν γραφτεί -κατά Μπόρχες- ή ακόμη και μυθιστορημάτων που θα μπορούσαν να γραφτούν. Δεν συνάδουν με το μαρκετίστικο ρεύμα της εποχής, που θεωρεί σημαντικές κυρίως τις πολυσέλιδες δημιουργίες, οι οποίες με τον όγκο τους και μόνο κυριαρχούν και επιβάλλονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Τα μυθιστορήματα του Σάμπρα, που στις λίγες τους σελίδες κατορθώνουν να πουν πολλές ιστορίες, τη μία μέσα στην άλλη, μοιάζουν με τα μπονσάι, αυτές τις καλλιτεχνικές μινιατούρες των κανονικών δένδρων. Διόλου τυχαίο που το πρώτο του μυθιστόρημα τιτλοφορείται έτσι, Μπονσάι. Διόλου τυχαίο επίσης που στο επόμενο, με τίτλο «Η ιδιωτική ζωή των δένδρων», ο ήρωας, που μπορεί να είναι το
alter ego του συγγραφέα, μπορεί και όχι, γράφει ένα μυθιστόρημα με ένα μπονσάι.
Τα έργα του Αλεχάντρο Σάμπρα συνθέτουν ένα παζλ, αποτελούν αναπόσπαστα μέρη ενός ευρύτερου συνόλου. Για την καλύτερη κατανόηση του ενός χρειάζεσαι και τ’ άλλα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να διαβαστούν μεμονωμένα – τα έργα του δεν είναι πρίκουελ και σίκουελ. Τα μυθιστορήματά του (τουλάχιστον τα τρία που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά) συνομιλούν μεταξύ τους. Διακατέχονται από τις ίδιες εμμονές. Κλείνουν το μάτι πονηρά στον αναγνώστη, παραπέμποντάς τον το ένα στο άλλο. Μια αυτοαναφορική διακειμενικότητα, θα μπορούσε να πει κανείς. Κοινά χαρακτηριστικά, η μνήμη, η απώλεια, η απουσία, τα βιβλία, οι ιστορίες που λέγονται και εφευρίσκονται. Στα έργα του Σάμπρα γυναίκες εξαφανίζονται, άνθρωποι χάνουν το δρόμο τους ή απομονώνονται, οι ήρωες είναι συγγραφείς παρόμοιων ιστοριών με την ιστορία που διαβάζουμε ή που έχουμε διαβάσει σε άλλο του βιβλίο.
Στο «Μπονσάι» ο Σάμπρα γράφει για τον Χούλιο που αποφασίζει πως το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να κλειστεί στο δωμάτιό του και να παρατηρεί το μεγάλωμα ενός μπονσάι παρά να περιπλανιέται στους δύσκολους δρόμους της λογοτεχνίας, στην «Ιδιωτική ζωή των δέντρων» ήρωας είναι ο Χουλιάν που κάθε Κυριακή αφιερώνει χρόνο στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος και κάθε βράδυ αυτοσχεδιάζει και αφηγείται στη θετή του κόρη, Ντανιέλα, λίγο πριν αυτή κοιμηθεί, πρωτότυπες ιστορίες με δέντρα, μέχρι που ένα βράδυ η γυναίκα του Χουλιάν και μητέρα της Ντανιέλας καθυστερεί ανεξήγητα να γυρίσει σπίτι, στους «Τρόπους να γυρίζεις σπίτι», το πιο προσωπικό απ’ τα έργα του Σάμπρα, υπάρχει και πάλι αναφορά σε κάποιον που χάνει το δρόμο για το σπίτι, ένα μικρό αγόρι αυτή τη φορά, ενώ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου πρωταγωνιστής είναι ο συγγραφέας του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος, περιπλέκοντας τα όρια μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας.
Τα κοινά στοιχεία των τριών μυθιστορημάτων είναι ολοφάνερα. Οπως κι η εξέλιξη του Σάμπρα ως συγγραφέα μέσα απ’ αυτά, καθώς οι «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι», το πλέον πρόσφατο των τριών, είναι και το πιο σύνθετο, φιλόδοξο και πολιτικό, έχοντας στον πυρήνα του τη δικτατορία του Πινοτσέτ.
Η ζωή, στο έργο του Σάμπρα, μοιάζει με τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία του μοιάζει με τη ζωή. Ο ίδιος έχει δηλώσει** πως η λογοτεχνία πάντα ασχολείται με μια ψευδαίσθηση της αλήθειας και πως η λογοτεχνία δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας αλλά ένας τρόπος για να την αναζητήσεις. Ισως τελικά τα βιβλία του θα έπρεπε να φέρουν τον κοινό τίτλο: Τρόποι να αναζητάς την αλήθεια.

Βιβλία του Αλεχάντρο Σάμπρα στα ελληνικά: «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» και «Η ιδιωτική ζωή των δέντρων» (εκδ. Ικαρος, μτφ Αχιλλέας Κυριακίδης), «Μπονσάι» (εκδ. Πατάκη, μτφ. Εφη Γιαννοπούλου)

*σε συνέντευξή του στο New Yorker.
**σε συνέντευξή του στον Θανάση Μήνα και το περιοδικό Αναγνώστης.