Η μάχη στην οποία «δεν υπήρξε στρατηγικό λάθος που να μην διαπράχθηκε»

Εκείνο το πρωί, η Λήμνος γέμισε με Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς. Είναι πράγματι να διερωτάται κανείς, πόσοι από τους χιλιάδες «mates» που βρέθηκαν στο νησί, το ήξεραν κιόλας. Το ίδιο είναι να διερωτάται κανείς, αν ποτέ κάποιος Λήμνιος είχε δει ποτέ Αυστραλό στη ζωή του. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Σε πάει παντού και δεν σε πάει για χαρά. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Γίνεται ο τόπος σου ορμητήριο ανθρώπων που κάποια στιγμή θα φύγουν από εκεί για να πάνε κάπου απ’ όπου ίσως να μην γυρίσουν ζωντανοί.

Σε κάποιο γράμμα του ο Αυστραλός στρατιώτης Τ. Α. Μάιλς γράφει: «Οι κάτοικοι του νησιού ζουν σε πρωτόγονες συνθήκες. Έχουν μικρά σπίτια και αρκετοί από τους άνδρες φορούν προβιές αρνιών και περπατούν ξυπόλυτοι ή φορούν σκληρά παπούτσια».

Απέναντι τους τα Δαρδανέλια. Εκεί θα πήγαιναν. Έπρεπε να τα πάρουν για λογαριασμό των συμμάχων του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου από τα χέρια των Τούρκων. Στρατηγικής σημασίας η επιχείρηση που ξεκινούσε από ελληνικό έδαφος. Και χύθηκε τόσο μολύβι και τόσο αίμα που ανθρώπου νους δεν μπορούσε να χωρέσει. Το πρωί της 25ης Φλεβάρη του 1915 ξεκινούσε η επιχείρηση κατάληψης της Καλλίπολις. Μια ακόμη τραγωδία του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Περίπου 15.000 άπειροι Αυστραλοί και Νεοζηλανοί στρατιώτες, αποβιβάστηκαν στη Λήμνο με στόχο τις ακτές της Καλλίπολης στα Δαρδανανέλια ακριβώς απέναντι/ Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σε μια κρίσιμη καμπή. Οι επιχειρήσεις στα υπόλοιπα μέτωπα είχαν βαλτώσει. Ως μέλος του βρετανικού πολεμικού συμβουλίου, αρμόδιος για τις ναυτικές επιχειρήσεις, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ πρότεινε, στις 25 Νοεμβρίου 1914, επίθεση του συμμαχικού στόλου εναντίον των Δαρδανελίων. Ο πρώτος λόρδος του ναυαρχείου, Τζον Άρμπουθνορ Φίσερ, είχε αντιδράσει, θεωρώντας το σημείο απόρθητο. Στις 3 Ιανουαρίου 1915, ο αρχηγός των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, μέγας δούκας Νικόλαος, ζήτησε από τους συμμάχους του στην Αντάντ να χτυπήσουν τα Δαρδανέλια ή αλλού, ώστε να μειωθεί η τουρκική πίεση που οι Ρώσοι πλήρωναν αιματηρά στον Καύκασο. Το αίτημα του Νικόλαου επανέφερε στο προσκήνιο την πρόταση του Τσόρτσιλ . Παρά το γεγονός ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν απειλούσε άμεσα την εδαφική ακεραιότητα της Αυστραλίας, η τότε κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε, ως μέλος της βρετανικής κοινοπολιτείας και λόγω συνταγματικής της υποχρέωσης απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία, να λάβει μέρος στον πόλεμο. Στην Καλλίπολη θα ήταν η πρώτη φορά που η νεοσύστατη Αυστραλιανή Αυτοκρατορική Δύναμη, όπως ονομάστηκε η στρατιωτική δύναμη των Αυστραλών που στάλθηκε στην Ευρώπη, θα έπαιρνε μέρος σε πολεμική αναμέτρηση.

Το μακρύ ταξίδι των Αυστραλών που έφυγαν όλο περηφάνεια από την γη των κοάλα για να βρεθούν, στην κυριολεξία στην άλλα άκρη του κόσμου ξεκίνησε ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1914, όταν από το λιμάνι Όλμπανι της Δυτικής Αυστραλίας έφυγαν η 1η Μεραρχία Πεζικού και η 1η, η 2η και η 3η Ελαφρά Ταξιαρχία Ιππικού. Αρχικά ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψουν στη Βρετανία, όπου και θα εκπαιδεύονταν. Η έλλειψη υποδομής, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθούν σε εκπαιδευτικά στρατόπεδα των συμμαχικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Παρέμειναν εκεί για περίπου τρεις μήνες. Και όσο περνούσε ο καιρός, ο αριθμός των αυστραλών στρατιωτών αυξανόταν

Στην Ελλάδα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ελπίζοντας ότι η κατάληψη των Δαρδανελίων θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεκδίκηση της Κωνσταντινούπολης έδωσε την άδεια στη Μεγάλη Βρετανία να χρησιμοποιήσει τη Λήμνο ως ναυτική βάση. Πάνω απ’ όλα όμως, διεκδίκησε τη συμμετοχή της χώρας μας στην όλη επιχείρηση. Θα επιστρέψουμε όμως σε αυτό το κομμάτι.

Στο λιμάνι του Μούδρου

Το λιμάνι του Μούδρου στη Λήμνο υποδέχτηκε εκείνο το πρωί τους Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς. Και αν τα γαλάζια και ήρεμα νερά εκείνου του πρωινού έμοιαζαν με παράδεισο, η στεριά δεν ήταν και τόσο φιλική γι’ αυτούς. Η ξερή γη, οι γυμνοί λόφοι και η έλλειψη νερού δεν υπόσχονταν την καλύτερη διαμονή. Παρόλα αυτά, για πολλούς το ηφαιστειογενές τοπίο της Λήμνου ήταν ασυγκρίτως καλύτερο από την έρημο και τη ζέστη της Αιγύπτου. Οι ξένοι στρατιώτες άρχισαν σιγά-σιγά να ξεθαρρεύουν και να συναναστρέφονται τους ντόπιους. Ο σηματωρός Ν.Κ. Χάρβεϊ γράφει στα απομνημονεύματά του: «Δεν είχαμε αρκετά ξύλα, σε αντίθεση με το αλκοόλ που ήταν μπόλικο. Κάθε μαγαζί στη Λήμνο μέχρι το τέλος του Μαρτίου πουλούσε μπύρα και κονιάκ. Υπήρχε έλλειψη καύσιμων ξύλων. Οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν μικρά κομμάτια κάρβουνου για να μαγειρέψουν. Μετά ήρθε το Πάσχα τους και με μεγάλη περιέργεια παρακολουθούσαμε τον τρόπο με τον οποίο το γιόρταζαν. Οι καμπάνες των εκκλησιών τους χτυπούσαν συχνά και για δύο περίπου μέρες δεν σταματούσαν καθόλου. Την ημέρα του Πάσχα ήρθαν στο στρατόπεδο οι Έλληνες και μας πρόσφεραν κόκκινα αυγά και άλλα δώρα»

Στις 20 Απριλίου 1915 το λιμανάκι του Μούδρου πλημμύρισε από πολεμικά πλοία των συμμαχικών δυνάμεων. Ο στρατιώτης Τ. Α. Μάιλς γράφει: «Κανένα άλλο λιμάνι του κόσμου εκείνες τις μέρες δεν είχε περισσότερα πλοία απ’ αυτό το λιμανάκι της Λήμνου». Είχε έλθει η ώρα της μάχης.

Οι Αυστραλονεοζηλανδοί ξεκίνησαν από την ελληνική γη το απόγευμα της 24ης Απριλίου για να επιτεθούν στην Καλλίπολη και να πάρουν τον έλεγχο των Στενών από τους Τούρκους. Θα είχαν όμως έλληνες στρατιώτες μαζί τους;  Όχι.

Ο Τσώρτσιλ

Τον Αύγουστο του 1914, μπροστά στο ενδεχόμενο ενός πολέμου μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μια και της Ελλάδας με τη Μεγάλη Βρετανία από την άλλη, ο Τσώρτσιλ ανέλυσε στον Αγγλο ναύαρχο τη βρετανική στρατηγική, που θα έπρεπε να ακολουθηθεί: «…ο ελληνικός στρατός θα όφειλε χάρις εις τη ναυτικήν του υπεροπλίαν να καταλάβει την χερσόνησο της Καλλιπόλεως. Ούτω θα ηνοίγοντο τα Δαρδανέλλια, θα ηδύνατο ο αγγλο-ελληνικός στόλος να εισδύσει εις την θάλασσαν του Μαρμαρά, να καταναυμαχήσει και να βυθίσει τα τουρκο-γερμανικά πολεμικά…».
Οι Άγγλοι δεν μας αγαπούσαν. Κυρίως δεν μας αγάπησε ποτέ ο Τσώρτσιλ. Θα το αποδείκνυε εκ νέου, δεκαετίες αργότερα βάφοντας στο αίμα την Αθήνα τον Δεκέμβρη του ’44. Με την προτεινόμενη αξιοποίηση του ελληνικού παράγοντα, οι Βρετανοί επεδίωξαν να αμφισβητήσουν υπογείως την πρόθεση των Ρώσων να καταλάβουν αυτοί την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Οι βρετανικές προθέσεις έγιναν άμεσα γνωστές στους Γερμανούς μέσω του φιλογερμανικού περιβάλλοντος της ελληνικής Μοναρχίας. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κάθε ελληνική εμπλοκή, παρόλο που την προηγουμένη είχε υιοθετήσει τη φιλοβρετανική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου, που όπως είδαμε, επέτρεψε στους συμμάχους να συγκεντρωθούν στη Λήμνο. Τον Ιανουάριο του 1915 ο Βενιζέλος επανέρχεται στις προτάσεις του προς τον μονάρχη για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Στην πολιτική αυτή αντιτάχθηκε το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Το τότε μέλος του επιτελείου Ιωάννης Μεταξάς παίρνει την εντολή να καταθέσει σχέδιο συμμετοχής των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη της Καλλίπολις αλλά αντ’ αυτού καταθέτει το δικό του υπόμνημα. Ο φιλογερμανός Ματαξάς δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να βάλει την υπογραφή του σε ένα σχέδιο υπέρ της Αντάντ. Έψαχνε την κατάλληλη δικαιολογία για το όχι του το οποίο τελικά κάθε άλλο παρά δικαιολογία ήταν. Ο Μεταξάς ήξερε καλά τη στρατηγική του πολέμου και τον αρνητικό υπόμνημα του στηρίχτηκε στο άθλιο σχέδιο των αγγλογάλλων που είχαν βάλει τους αυστραλούς στο παιχνίδι του αίματος.

Η διαφωνία του Μεταξά

Ο Μεταξάς υποβάλλει λοιπόν τη μελέτη του την οποία συνοδεύει με την παραίτησή του. Κύρια σημεία της διαφωνίας του Μεταξά ήταν τα εξής:

1) Η διαφαινόμενη συμμετοχή της Βουλγαρίας στο πλευρό των Κεντρικών αυτοκρατοριών,

2) Η ανεπάρκεια του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος

3) το γεγονός ότι πλέον είχε χαθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Οι Τούρκοι είχαν οχυρώσει πολύ καλά την περιοχή και ήταν βέβαιο πως θα προέβαλλαν ισχυρή αντίσταση. Στην έκθεσή του ο Μεταξάς ανέφερε ότι θα δεχόταν να συζητήσει το θέμα υπό τους εξής όρους:

1) Εάν η βουλγαρική απειλή εξουδετερωνόταν από τους Ρώσους και

2) αν οι Σύμμαχοι διέθεταν επαρκείς δυνάμεις και ταυτόχρονα ξανασχεδίαζαν την επιχείρηση με τη συμμετοχή και Ελλήνων αξιωματικών. Τελικά, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε την παραμονή της χώρας στο καθεστώς ουδετερότητας. Υιοθέτησε τις απόψεις του Μεταξά μετά τις πληροφορίες ότι ο Τσάρος ήταν αντίθετος στην ελληνική συμμετοχή. Οι Ρώσοι, σύμφωνα με τον μονάρχη δεν ήθελαν να δουν ποτέ τους Έλληνες τόσο κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βενιζέλος υποβάλλει την παραίτηση του.

Οι μάχες

Μεταξύ Φεβρουαρίου – Απριλίου 1915 ο συμμαχικός στόλος επιχείρησε τρεις φορές να σιγήσει τα τουρκικά πυροβολεία στα Στενά, χωρίς όμως επιτυχία. Οι Σύμμαχοι στην προσπάθειά τους αυτή απώλεσαν πέντε θωρηκτά και οκτώ υποβρύχια. Η αποτυχία τους να παραβιάσουν τα Στενά με το ναυτικό, τούς ανάγκασε να αποβιβαστούν στην χερσόνησο της Καλλίπολης.

Τη νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου 1915 διενεργήθηκε παραπλανητική συμμαχική απόβαση στο Μπουλαϊρ και στον όρμο Μπεσηκίων. Το πρωί της επόμενης ημέρας έγινε η κύρια προσπάθεια στις περιοχές Κουμ-Καλέ, Γκαμπά-Τεπέ και Άκρα Έλλης. Η δύναμη που αποβιβάστηκε στο Κουμ-Καλέ δεν κατάφερε να εγκαταστήσει προγεφύρωμα λόγω της σθεναρής αντίστασης των Τούρκων. Τα κατάφεραν στις άλλες δύο περιοχές, με πολλές απώλειες ωστόσο.

Το πρωί της 25ης Απριλίου του 1915, 568.000 στρατιώτες της Αντάντ στην πλειοψηφία του Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Άγγλοι (υπάρχουν και 79.000 γάλλοι) εφορμούν στην Καλλίπολι, αμέσως όμως κολλούν στην ακτή την οποία υπερασπίζονταν έξι τουρκικές μεραρχίες υπό τον Γερμανό Λίμαν φον Σάντερς και τον Τούρκο Εσάτ πασά, άλλοτε διοικητή των Ιωαννίνων, τον οποίο είχε αιχμαλωτίσει ο ελληνικός στρατός στα 1913. Ως το βράδυ 2.000 Αυστραλοί κείτονταν νεκροί σε έναν τόπο πολύ μακριά από το σπίτι τους. Ο στρατηγός της συμμαχικής δύναμης, σερ Ιαν Χάμιλτον, θα πει το ίδιο βράδυ: «Χρειάστηκαν 10 χρόνια για να παρθεί η Αρχαία Τροία που βρισκόταν στα ίδια Στενά. Τώρα καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσουμε τα Στενά αυτά».

Ο θάνατος παραμονεύει σε κάθε κίνηση των Aυστραλών. Κάθε επίθεσή τους στα τουρκικά χαρακώματα αποκρούεται με χαρακτηριστική άνεση μιας και οι Tούρκοι είχαν στήσει τα πολυβολεία τους σε υψώματα. Η υπεροχή τους από στρατηγικής πλευράς ήταν εμφανής. Και όταν τα πολυβόλα σιγούσαν, οι άντρες της Αντάν κούρνιαζαν στις ακτές μη μπορώντας να αποκρούσουν με μεγάλη επιτυχία τις αντεπιθέσεις του τουρκικού στρατού που ήξερε το έδαφος σαν την παλάμη του.

Και ο στρατηγός Χάμιλτον, δεν διδάχτηκε τίποτα απο την ιστορία. Ούτε καν το στοιχείο της υπομονής που έδειξαν οι Αχαιοί. Διατάζει σχεδόν καθημερινές επιθέσεις, ελπίζοντας σε κάμψη των Τούρκων, αγνοώντας, πράγμα απαράδεκτο για στρατηγό, το γεγονός ότι ο Τσώρτσιλ δεν του είχε εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη νούμερα. Δεν είχε καν το απαραίτητο 3 προς 1 υπέρ του, νούμερο που ίσως να σου έδινε εν έτη 1915 την ελπίδα να κατακτήσεις μιαν ανηφόρα σπαρμένη με πολυβόλα και πυροβολικό. Και η σφαγή, συνεχιζόταν.

Πόλεμος χαρακωμάτων

Σύντομα οι επιχειρήσεις εκφυλίστηκαν σε πόλεμο χαρακωμάτων. Εκεί οι αρουραίοι, η δυσεντερία και η υπερβολική ζέστη αποδείχθηκαν χειρότεροι εχθροί για τους Συμμάχους απ’ ότι οι Τούρκοι. Οι Σύμμαχοι ωστόσο, αφού ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους, εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση στις 5 και 6 Αυγούστου, ένα διήμερο στο οποίο, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπόρεσαν να φθάσουν στη νίκη, ωστόσο δεν τα κατάφεραν. Απέναντί τους ο άριστος γνώστης της στρατηγικής αντισυνταγματάρχης Μουσταφά Κεμάλ, η παρουσία του οποίου αλλάζει τον ρου της μάχης . Οι ευθύνες των αξιωματικών τεράστιες . Έστελναν τα τμήματά τους ακάλυπτα απέναντι στα τούρκικα όπλα χωρίς μάλιστα προπαρασκευή πυροβολικού. Στο μεταξύ η είσοδος της Βουλγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών αυτοκρατοριών επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι τουρκικές δυνάμεις της τουρκοβουλγαρικής μεθορίου περίπου 200.000 άνδρες μπορούσαν να απαγκιστρωθούν σύντομα και να ενισχύσουν τους αμυνόμενους συμπατριώτες τους στην Καλλίπολη….. Σύντομα οι αρχικές 500.000 Τούρκων στρατιωτών θα γινόταν 700.000 χιλιάδες. Το τέλος ήταν κοντά. Και θα ερχόταν με ακόμη πιο οδυνηρό τρόπο, κυρίως σε ό,τι αφορά την κυνικότητα των υπευθύνων που οδήγησαν χιλιάδες ανθρώπους στο θάνατο.

H επίθεση του Αυγούστου αποτέλεσε ένα μεγάλο ρίσκο για τους συμμάχους και η αποτυχία της έθεσε την εκστρατεία στην Καλλίπολη σε σοβαρό τέλμα. Oι αποκαμωμένοι Νεοζηλανδοί αποσύρθηκαν στη Λήμνο για ξεκούραση και αναδιοργάνωση, αλλά όταν τον Νοέμβριο επέστρεψαν στο Αρί Μπουρνού, η μάχη είχε κριθεί. Πίσω στο Λονδίνο, οι αποτυχίες του Αυγούστου είχαν εγείρει σοβαρές ενστάσεις για τη συνέχιση της εκστρατείας, σε συνδυασμό με τα γεγονότα στο Δυτικό Μέτωπο, που πλέον απαιτούσαν μεγαλύτερη προσοχή. O στρατηγός Χάμιλτον ζητούσε περισσότερους άνδρες, αλλά είχε περιέλθει σε δυσμένεια. Τελικά, αντικαταστάθηκε από το στρατηγό σερ Τσάρλς Μονρώ στα μέσα Οκτωβρίου, ο οποίος έλαβε μία εντολή που αποδείκνυε τον πανικό των συμμάχων: “Πράξε ό,τι νομίζεις”.

Η «αθόρυβη εκκένωση» της Καλλίπολης

Ο Μονρώ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμμαχική δύναμη έπρεπε να εκκενώσει την περιοχή. Oι κάκιστες καιρικές συνθήκες σφράγισαν τη μοίρα της εκστρατείας, καθώς οι καταιγίδες που έπληξαν τη χερσόνησο στα τέλη Νοεμβρίου, πλημμύρισαν τα χαρακώματα και έπνιξαν αρκετούς άνδρες. Tο χιόνι που ακολούθησε, άφησε και αυτό αρκετά θύματα και στις δύο πλευρές. Oι επιζώντες ήταν σε άθλια κατάσταση και το πολεμικό συμβούλιο αποφάσισε, τελικά, την απόσυρση των Βρετανικών δυνάμεων. Διέταξε «αθόρυβη εκκένωση» της Καλλίπολης. Τη νύχτα της 8 προς 9 Ιανουαρίου 1916, ο τελευταίος στρατιώτης αποχωρούσε. Στο σφαγείο του Χάμιλτον είχαν χάσει τη ζωή τους 130.000 άνδρες, ενώ ακόμα 60.000 βρέθηκαν εκτός μάχης από τις αρρώστιες που τους θέριζαν. Για τη μάχη της Καλλίπολης, γράφτηκε πως «δεν υπήρξε στρατηγικό λάθος που να μην διαπράχθηκε».

Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων στρατιωτών, αρκετοί από τους άνδρες της Κοινοπολιτείας που αποκόπηκαν στην Καλλίπολη και δεν πρόλαβαν την εκκένωση, σώθηκαν χάρη σε ενέργειες ντόπιων Ελλήνων. Οι τελευταίοι τους έκρυψαν με κίνδυνο της ζωής τους στα σπίτια τους και τους οδήγησαν με ασφάλεια στα ελληνοτουρκικά σύνορα, ή τους βοήθησαν να περάσουν απέναντι στη Λήμνο. Τότε στην Καλλίπολι, σήμερα στα ίδια νερά για όλους αυτούς τους ανθρώπους, θύματα ενός σύγχρονου πολέμου ετούτος ο λαός τελικά ξέρει να δίνει το χέρι του σε όποιον έχει ανάγκη.