«Η μελαγχολία της αντίστασης» –ή: Εγχειρίδιο επιβίωσης «με το μυαλό του σπουργίτη»

Πώς αλλάζει η ζωή σου όταν από τον παράδεισο τον οποίο ζεις, και τον οποίο με μόχθο έχεις χτίσει, μεταβαίνεις στη «θανατερή σιωπή της έρημης πόλης»; Πώς αντιδράς εσύ που «ποτέ δεν είχες εξεγερθεί ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο, και που είχες πάντα αποδεχτεί τους ακατανόητους νόμους του», της «τάξης» και της «αποτελεσματικότητας», όταν η αδιατάρακτη ζωή σου μεταβάλλεται σε ζωή «σε κατάσταση πολιορκίας»; Πώς συμβιώνεις εσύ με ανθρώπους οι οποίοι «κρίνοντας μάταιο και περιττό να συνεχίσουν τον αγώνα, αρνούνται και τα τελευταία ίχνη ανθρώπινης παρουσίας και είναι πεπεισμένοι πως, αδειάζοντας τους δρόμους και τις πλατείες και τρυπώνοντας πίσω από τους παχιούς τοίχους των σπιτιών, πιστεύουν ότι ο κίνδυνος θα απομακρυνθεί»; Και ποιος, τάχα, είναι αυτός ο κίνδυνος; Άνθρωποι με «φριχτά βρώμικο πρόσωπο»; λεχρίτες; χωριάτισσες; Και, για πες, πώς αντιμετωπίζεις αυτά τα «ύποπτα υποκείμενα» όταν το «αίσθημα του άτρωτου» έχει οριστικά χαθεί και ένα νέο αίσθημα έχει κατακαθίσει στην ψυχή σου, αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι σαν «εγκαταλελειμμένη λεία»;

Εύκολο. Αναζητάς «την εκπλήρωση μιας προφητείας». Ας πούμε, την εμφάνιση ενός τσίρκου, με μοναδικό έκθεμα μια γιγάντια σιδερένια φάλαινα: ένα «βαλσαμωμένο τέρας», «προάγγελο κακών». Την εκπλήρωση της «νέας εποχής», την «αναπόφευκτη συντέλεια». Αναζητάς έναν «leader», παρέα με τον «θίασό του», έναν «επικεφαλής βαθιάς καθαριότητας» όλων όσων επιβουλεύονται τα αγαθά σου, την ήσυχη ζωή σου: έναν οδοκαθαριστή των κοινωνικών απορριμμάτων. Κι αν ανησυχείς για το πώς, και πότε, θα έρθει, μην άγχεσαι: Θα φροντίσουν γι’ αυτό οι ευπατρίδες και οι πολιτικοί ταγοί –αν και, φαινομενικά, «θα κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου». Το σύνθημα «Αυλή σκουπισμένη, Οικία τακτοποιημένη» είναι αρκετό, «προς το συμφέρον όλων». Απομένει μόνο η συγκατάθεσή σου. Ή η σιωπή σου.

Δέσμιος, λοιπόν, του φόβου; Αιχμάλωτος του τέλους; Εξαρτάται. Αν την ελεύθερη βούλησή σου την έχεις στήσει στα έξι μέτρα και την πυροβολείς μόνον εσύ, δικαίωμά σου. Όπως δικαίωμά σου να πλέεις «πάνω στα μαγευτικά κύματα του έναστρου στερεώματος», και να ρίχνεις το βλέμμα σου, «έστω και με την ανάσα σου», πάνω στα πρόσωπα των απλών ανθρώπων που έχουν «όψη αθανασίας». Το τίμημα; Όπως σε κάθε περίπτωση που αποφασίσεις να ζήσεις, βαρύ. Θα σε θεωρούν αφελή, εύπιστο, διανοητικά καθυστερημένο, ονειροπόλο, «δωρεάν διασκεδαστή». Τα λόγια σου, κάποτε τραυλίζοντας, θα είναι «πολύτιμη πηγή χωρατών». Κι όταν βαρεθούν να διασκεδάζουν μαζί σου, εσένα, τον «τρελό για δέσιμο», τον «μικροσκοπικό κάτοικο της γης», θα σε κλείσουν στο άσυλο. Κι έτσι θα ξεμπερδέψουν μαζί σου, μια κι έξω. Για να συνεχίσουν, «αλυσοδεμένοι μεταξύ τους», αποκομμένοι από το «παντοτινό αίσθημα του ανήκειν», να ζουν απονεκρωμένοι στην «παρατεταμένη κλινήρη ακινησία». Περιμένοντας το επόμενο τσίρκο, περιμένοντας την επόμενη γιγάντια φάλαινα, περιμένοντας τον επόμενο θίασο. Τον επόμενο αρχηγό.

Ναι. Ο κόσμος αυτός «δεν αποτελεί στ’ αλήθεια μια τόσο λαμπρή επιτυχία». Ναι. «Έχουμε αποτύχει οικτρά».

Το 2015, οι εκδόσεις Πόλις προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό το βιβλίο «Πόλεμος και πόλεμος», και ο κόσμος των γραμμάτων προσφέρει το βραβείο Booker στον συγγραφέα του Λάσλο Κρασναχορκάι. Γραμμένο το 1999, το «εμβληματικό», όπως χαρακτηρίστηκε, μυθιστόρημα θα παραμείνει στη λίστα των πρώτων σε πωλήσεις βιβλίων επί εβδομάδες, και θα δώσει το έναυσμα για την έκδοση (2016) ενός άλλου «αριστουργήματος» του ούγγρου συγγραφέα: Είναι «Η μελαγχολία της αντίστασης», βιβλίο γραμμένο δέκα χρόνια πριν από τον «Πόλεμο», το οποίο το 1993 θα αποσπάσει το γερμανικό Bestenliste-Prize ως το καλύτερο λογοτεχνικό έργο της χρονιάς. «Σε μια μικρή και λησμονημένη από τον Θεό πόλη της Ουγγαρίας, χαμένη μέσα στην ομιχλώδη και παγωμένη λεκάνη των Καρπαθίων, πλανάται η απροσδιόριστη απειλή μιας επικείμενης καταστροφής. Η απειλή, που δεν κατονομάζεται ποτέ, επιτείνεται όταν καταφτάνει στην πόλη ένα μυστηριώδες τσίρκο που κουβαλάει μαζί του μια γιγαντιαία φάλαινα και επιδεικνύει τον παράδοξο Πρίγκιπα με τα τρία μάτια. Οι τρομαγμένοι πολίτες νιώθουν πως πρέπει να αντιδράσουν και καταφεύγουν σε οτιδήποτε νομίζουν πως μπορεί να δαμάσει το χάος, από τη μουσική ώς τον φασισμό. Και ανάμεσα στους μοχθηρούς ή άβουλους κατοίκους της πόλης ξεχωρίζει ο αλαφροΐσκιωτος Βάλουσκα, ο τρυφερός ήρωας του βιβλίου, η μοναδική αγνή και ευγενική ψυχή». Αυτά αναφέρονται στο οπισθόφυλλο, αρκούντως ικανοποιητικά ως εισαγωγικό πλαίσιο για την ανάγνωση του βιβλίου, βιβλίου προάγγελου ή προοιμίου του «Πολέμου»: Αν στο «Πόλεμος και πόλεμος» τέσσερις σύντροφοι αγωνίζονται να ξεφύγουν από τον αμείλικτο κόσμο της βίας, στη «Μελαγχολία της αντίστασης» ορίζεται ακριβώς αυτός ο κόσμος της βίας. Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα χειρόγραφο και τέσσερις συντρόφους, αλλά με μία κοινωνία εν υπνώσει και έναν «αρχηγό» που τη νανουρίζει στην κούνια της τάξης και της ασφάλειάς της. Αρκούν αυτά. Ας γραφεί μόνο, για το τέλος, και ως προς το ύφος συγγραφής του βιβλίου, τούτο: Όταν ο ούγγρος συγγραφέας με το δυσπρόφερτο επίθετο αναφέρεται στην απλοποίηση «κάπως χοντρικά» των πραγμάτων, ο αναγνώστης ας έχει κατά νου πως αυτό το «χοντρικά» ισούται με μία περίοδο 21 πυκνογραμμένων σειρών. «Καλό κουράγιο», όπως θα έλεγε, αν υπήρχε, ο λογοτέχνης ευρωπαίος επίτροπος.

Λάσλο Κρασναχορκάι
Η μελαγχολία της αντίστασης
Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις