Ποιος αποφασίζει για το φύλο μας;

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου αποτελεί ένα βήμα πέρα από τον σκοταδισμό, με ή χωρίς επιστημονική αμφίεση. Ένα βήμα μπροστά, γιατί αναγνωρίζει πως η σεξουαλικότητα των ανθρώπων δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των ψυχιάτρων και πως, σε κάθε περίπτωση, είναι πλουσιότερη απ’ ό,τι θα ήθελαν να πιστεύουμε ακροδεξιοί πολιτευτές και μισάνθρωποι ιεράρχες. Την ίδια στιγμή, η ίδια η κοινότητα λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων και διεμφυλικών ατόμων –η κοινότητα στο όνομα της οποίας νομοθετεί, υποτίθεται, η κυβερνητική πλειοψηφία–, ασκεί σοβαρή κριτική στο νομοσχέδιο. Εν μέσω, λοιπόν, υπερσυντηρητικών κραυγών και παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, με τις οποίες επιχειρείται να «στενέψει» ο ορίζοντάς του, έχει σημασία να επισημάνουμε τα βασικά σημεία κριτικής:

  1. Στο νομοσχέδιο διατηρείται η πρωτοκαθεδρία της δικαστικής εξουσίας στη διαδικασία της νομικής αναγνώρισης. Με τον τρόπο αυτό, η θεσμική κατοχύρωση ενός δικαιώματος αφήνεται σε ένα κατά τεκμήριο συντηρητικό σώμα και σε μια διαδικασία αφενός χρονοβόρα, αφετέρου δαπανηρή για τα διεμφυλικά άτομα.

  1. Από τις θετικές διατάξεις του νομοσχεδίου εξαιρούνται οι έγγαμοι/ες, που για να αλλάξουν φύλο θα πρέπει να πάρουν διαζύγιο, ενώ οι γονείς που αλλάζουν φύλο δεν μπορούν να καταγράφουν την αλλαγή στην ληξιαρχική πράξη γέννησης. Με τον τρόπο αυτό, ακυρώνεται η προσδοκία ότι ομόφυλα ζευγάρια θα μπορέσουν κάποια στιγμή να παντρευτούν ή να έχουν μαζί παιδιά.

  1. Από τις ίδιες διατάξεις αποκλείονται, επίσης, οι μετανάστες-τριες και οι πρόσφυγες. Ενώ, τέλος,

  1. Σοβαρές πιέσεις ασκούνται για να μη χορηγηθεί δικαίωμα αλλαγής φύλου σε ανήλικους στα 15 χρόνια. Κι αυτό, ενώ στην περίπτωσή τους το νομοσχέδιο διατηρεί, εσφαλμένα, την «ιατρικοποίηση» από την οποία θέλει να εξαιρέσει τους ενηλίκους, αφήνει δηλαδή στους «ειδικούς» της ψυχικής υγείας τον κρίσιμο ρόλο.

    Η επισήμανση των παραπάνω σημείων έχει αξία, στο βαθμό που η κυβέρνηση παραμένει «ευάλωτη» σε δύο αντιθετικούς «πειρασμούς», που αλληλοσυμπληρώνονται: Αφενός, στην ωραιοποίηση της αντικοινωνικής πολιτικής της, διά του «φιλελεύθερου δικαιωματισμού» (pinkwashing), στο θόρυβο του οποίου συχνά χάνει κανείς τι είναι πολιτική και τι επικοινωνία. Αφετέρου, στις πιέσεις ακροδεξιών κύκλων (από την Εκκλησία, ως μεγάλη δεξαμενή ψήφων, ως τους πάσης φύσεως εθνικώς ανήσυχους στο εσωτερικό της). 

Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά,

9.10.2017