21ο ΦΝΘ: Ανοιχτή συζήτηση με τον Γκούσταβ Ντόιτς

Ο αυστριακός σκηνοθέτης Γκούσταβ Ντόιτς μοιράστηκε με το κοινό τα μυστικά του sui generis σινεμά του σε μια ανοιχτή συζήτηση που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019 στο MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, στο πλαίσιο του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, παρουσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Ανδρεαδάκη. Η φετινή διοργάνωση πραγματοποιεί αφιέρωμα στο έργο του Γκούσταβ Ντόιτς, προβάλλοντας επτά αντιπροσωπευτικές ταινίες του.

O Γκούσταβ Ντόιτς, ανήσυχο και θυελλώδες πνεύμα, μεταπήδησε από την αρχιτεκτονική στο σινεμά στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, υιοθετώντας ένα ιδιαίτερο σκηνοθετικό στυλ που αψηφά τους κανόνες και μεταμορφώνει το αρχειακό υλικό σε συναρπαστική κινηματογραφική πραγματικότητα. Τον καλλιτέχνη καλωσόρισε στην εκδήλωση ο κ. Ανδρεαδάκης, τονίζοντας μεταξύ άλλων, «πως είναι ιδιαίτερη τιμή για το Φεστιβάλ η παρουσία του εδώ για πρώτη φορά».

Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε ο υπεύθυνος διεθνούς προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γιώργος Κρασσακόπουλος, ο Γκούσταβ Ντόιτς, μεταξύ άλλων, μίλησε για το τι θεωρεί αληθινή μαγεία του κινηματογράφου, σχολίασε τις τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο του σινεμά και αποκάλυψε τα μυστικά της τέχνης του.

Ο αυστριακός καλλιτέχνης αρνήθηκε πως ανήκει στο λεγόμενο πειραματικό σινεμά, δηλώνοντας τα εξής: «Προσωπικά αισθάνομαι ότι κάνω απλώς σινεμά. Πιθανόν να ξεφεύγω από τον κλασικό ορισμό αυτής της κατάστασης κι αυτό γιατί ως κινηματογραφιστής βρίσκομαι κάπου στη μεθόριο των ειδών, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν βρίσκω διαφορές μεταξύ του κινηματογράφου μυθοπλασίας και του ντοκιμαντέρ». Ο ίδιος τόνισε ότι θεωρεί το στοιχείο της έκπληξης βασικό συστατικό για τη σχέση του έργου του αλλά και γενικότερα του κινηματογράφου, με το κοινό και πρόσθεσε ότι  κάθε καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να κινητοποιείται κάθε φορά με έναν διαφορετικό τρόπο, λέγοντας: «Αν κάποιος καλλιτέχνης δεν επιδιώκει την διαρκή ανησυχία και κίνηση, πιστεύω πως το όλο πράγμα δεν έχει ενδιαφέρον. Εγώ ξεκίνησα από την αρχιτεκτονική, αλλά εκπαιδεύτηκα στην σχολή Μπάουχαους, η οποία εμπεριέχει όλες τις τέχνες. Ως καλλιτέχνης πρέπει να πω ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί εξαιρετική αφετηρία για οποιαδήποτε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με εντυπωσιάζει βέβαια το γεγονός ότι πολλοί κινηματογραφιστές ξεκίνησαν από την αρχιτεκτονική. Η σχέση της με τον κινηματογράφο είναι αρκετά στενή. Και στις δύο τέχνες σκέφτεσαι τα βήματα που θα εκτελέσεις, ενώ έχεις αρκετό χρόνο μπροστά σου, περίπου 3-4 χρόνια, για να ολοκληρώσεις το επόμενο πρότζεκτ σου. Παράλληλα, πρέπει να συνεργάζεσαι με πολλούς ανθρώπους, επομένως απαιτείται να υπάρχει ένα κλίμα ομαδικότητας. Πρέπει επίσης να ενθαρρύνεις τα μέλη της ομάδας σου, να συνεργάζεσαι στενά μαζί τους και να τους εμπνέεις εμπιστοσύνη σε κάθε βήμα της δημιουργικής διαδικασίας».

Σε ό,τι αφορά το κοινό στο οποίο απευθύνεται με τις ταινίες του, ο σκηνοθέτης υπογράμμισε: «Θέλω θεατές που να είναι περίεργοι και να επιθυμούν να ανιχνεύσουν κάτι στις ταινίες όσο κι εγώ. Αν δουν μάλιστα, κάτι τελείως διαφορετικό σε σχέση με αυτό που εντόπισα εγώ, τότε αυτό με ικανοποιεί ακόμη περισσότερο». Ως θεατής και ταυτόχρονα ως καλλιτέχνης, ο Γκούσταβ Ντόιτς αναφέρθηκε ξανά στην άποψή του ότι βασικό συστατικό του κινηματογράφου πρέπει να είναι η έκπληξη: «Για μένα κάθε ταινία πρέπει να περιέχει αυτό το στοιχείο. Κάθε δημιουργός πρέπει να πιστεύει ότι το έργο του μιλάει από μόνο του, αλλά και ότι δεν θα γίνει αντιληπτό με τον ίδιο τρόπο από όλους τους θεατές. Άρα πρέπει να είναι ανοιχτός σε επιμέρους εναλλακτικές αναγνώσεις και σίγουρα θα πρέπει να μην είναι διδακτικός προς το κοινό».

Σχετικά με τα συστατικά των ταινιών του, τα οποία αρκετές φορές είναι αρχειακό υλικό, ο Γκούσταβ Ντόιτς απάντησε πως ο κινηματογράφος δεν γεννήθηκε μέσα σε μια μέρα και πως δομικά έχει δύο βάσεις: την ερευνητική-ενημερωτική και την ψυχαγωγική. «Ειδικότερα για τη σειρά ταινιών μου Film Ist. αναζήτησα υλικό από τις απαρχές του σινεμά. Στη συνέχεια, άρχισα να συγκεντρώνω αποφθέγματα κινηματογραφιστών για το τι είναι σινεμά με στόχο να τους κατανοήσω. Μέσα από την ταινία φαίνεται ότι οι δυνατότητες του κινηματογράφου είναι απεριόριστες. Οι ταινίες κινούνται μέσα στο χρόνο, στο φως, στο σκοτάδι. Μας παρουσιάζουν ανθρώπους σε κίνηση», είπε.

Ο Γκούσταβ Ντόιτς αποκάλεσε τις μικρού μήκους ταινίες του «φιλμ τσέπης» και αποκάλυψε επίσης το σκεπτικό του πίσω από τη διαδικασία κινηματογράφησης: «Τοποθετώ την κάμερα σε ένα σταυροδρόμι, πατάω το on και βλέπω τι έχει καταγραφεί λίγο αργότερα. Αυτή η διεργασία πάντα περιέχει εκπλήξεις που προέρχονται από τους περαστικούς, από όσους θα ρίξουν μια κρυφή ματιά στο τι γίνεται. Εδώ αρχικά υπάρχει η παρατήρηση της εικόνας και έπειτα η παρατήρηση αυτού που ονομάζω μικροδράμα, δηλαδή αυτού του κάτι που συμβαίνει. Κατά την παρατήρηση, προσέχω ποιο είναι το υποκείμενο της εικόνας, καθώς και το θέμα».

Ως δημιουργός πάντως, ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία που απαιτείται για να γυριστεί μια ταινία: «Η συνεργασία είναι απαραίτητη και επομένως είναι απαραίτητο να έχεις εμπιστοσύνη στους συνεργάτες σου, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι υπάλληλοι των αρχείων. Οι συνεργάτες είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν με την οπτική μνήμη τους γι’ αυτό που ψάχνεις. Ένα τέτοιο παράδειγμα για μένα είναι η σύζυγος μου, Χάνα Σίμεκ, η οποία έχει δει εκατοντάδες ταινίες κι έτσι βοηθά στην έρευνα κάθε φορά». Ο Γκούσταβ Ντόιτς σχολίασε ότι ο κινηματογράφος δεν χάνει τη μαγεία του ακόμη κι όταν κανείς παρακολουθεί διαρκώς ταινίες. Αντιθέτως, μέσα από τη διαρκή έρευνα, αλλάζει η αντίληψη που αποκτά για τα πράγματα. Όπως επισήμανε σχετικά: «Δεν είναι εύκολο να βλέπεις συνεχώς ταινίες. Πρέπει να είσαι διαρκώς συγκεντρωμένος και προσεκτικός. Υπάρχει όμως πάντα μια σκηνή, μια στιγμή που φανερώνεται μπροστά σου με διαφορετικό τρόπο, τον οποίο δεν έχεις ξαναδεί».

Στην ερώτηση ποιο είναι το παρόν του κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης είπε πως ο κινηματογράφος στην ουσία δεν έχει αλλάξει και συμπλήρωσε πως οφείλει παράλληλα να είναι εφευρετικός και τολμηρός. Ωστόσο, η βιομηχανία του σινεμά προσπαθεί να παρέμβει για να εξαλείψει αυτά τα στοιχεία. «Για μένα ο κινηματογράφος είναι τέχνη και όχι βιομηχανία», υπογράμμισε ο σκηνοθέτης και πρόσθεσε ότι δίνει σημασία όχι τόσο στα τεχνικά μέσα, αλλά περισσότερο στην εκπαίδευση και την αισθητική: «Με το έργο μας έχουμε την δυνατότητα να επηρεάσουμε τους ανθρώπους. Αισθάνομαι ότι είναι τραγικό να κατέχουμε πολλά τεχνικά ζητήματα, αλλά να μην μας απασχολεί καθόλου η δύναμη της εικόνας».

Στη συνέχεια, ο Γκούσταβ Ντόιτς δήλωσε ότι δεν κάνει ποτέ διακρίσεις μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Όπως ξέρετε, ακόμα και στα ντοκιμαντέρ υπάρχει κάποιος σκηνοθέτης. Άρα η διάκριση μεταξύ τους είναι μάλλον ψευδής». Για τον ίδιο, κάθε εικόνα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενδιαφέρον, κάθε με διαφορετικό τρόπο: «Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν βαρετές ταινίες. Μπορείς να ψάξεις και να βρεις κάτι ενδιαφέρον μέσα σε οποιαδήποτε ταινία ακόμη κι αν δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση από τον δημιουργό της».

Μεγάλο ενδιαφέρον για τον αυστριακό δημιουργό παρουσιάζουν οι ερασιτεχνικές ταινίες: «Δεν με ενδιαφέρουν ως μια ματιά στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, αλλά ως κομμάτι για την συγκρότηση της Ιστορίας μέσα από πολλές προσωπικές ιστορίες. Παλιότερα δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το υλικό, όμως τα τελευταία χρόνια αυτό άλλαξε, διότι πολλές φορές αυτό το υλικό είναι πιο αυθεντικό από το επαγγελματικό». Ο κ. Ντόιτς σημείωσε επίσης ότι η διαρκής έρευνα για ερασιτεχνικό οπτικοακουστικό περιεχόμενο διδάσκει πολλά στους κινηματογραφιστές. «Όταν κάποιος κάνει μια λήψη με οποιοδήποτε μέσο, αυτομάτως υιοθετεί μια συγκεκριμένη ματιά στα πράγματα. Στις ερασιτεχνικές ταινίες βέβαια δεν υπάρχουν επαγγελματικοί κανόνες, τους οποίους μαθαίνουμε με ιδιαίτερη επιμέλεια στις σχολές κινηματογράφου. Κάθε λήψη έχει ιδιαίτερη σημασία για τον εικονολήπτη της». Βέβαια, η τεχνολογία και η πρόσβαση όλων σε συσκευές που παράγουν φωτογραφία και βίντεο είναι πλέον εντυπωσιακή, όμως αυτό έχει ως συνέπεια να χαθεί η ποιότητα των λήψεων του φωτογράφου ή του εικονολήπτη», σημείωσε ο σκηνοθέτης. Και πρόσθεσε: «Παλιότερα είχες ένα φιλμ και έπρεπε να το τιμήσεις με προσοχή. Στις μέρες μας, όμως, έχουμε πολλές συσκευές καταγραφής και έτσι χάσαμε την ποιότητα στις λήψεις. Οι άνθρωποι πλέον τραβούν τόσες πολλές φωτογραφίες, περισσότερες από όσες είχαν τραβήξει σε όλη την προηγούμενη φάση της ιστορίας της φωτογραφίας. Θεωρώ ότι στο μέλλον η κατάσταση που ζούμε τώρα θα περιγράφεται ως μεσαίωνας».