70.000 βοτανικοί θησαυροί στο Herbarium του ΑΠΘ

Βοτανικοί θησαυροί της Ελλάδας, δεκάδων ετών, φυλάσσονται σε έναν ιδιαίτερο χώρο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), μέσα σε ντουλαπάκια που δημιουργούν μια μοναδική αρχειοθήκη φυτών, ένα Herbarium, με περίπου 70.000 δείγματα.

Το TAU (Thessaloniki Aristotle University) Herbarium του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ βρίσκεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Εργαστήριο Συστηματικής Βοτανικής & Φυτογεωγραφίας του Τμήματος Βιολογίας. Σε έναν περίκλειστο χώρο με 16 βαθμούς θερμοκρασία, αποξηραμένα φυτά από τον περασμένο αιώνα αποτελούν πολύτιμη πηγή γνώσης για τους επιστήμονες, ενώ τους τελευταίους μήνες είναι σε εξέλιξη η ψηφιοποίηση και φωτογράφιση των δειγμάτων.

«Τα διατηρούμε σε περιβάλλον με ελεγχόμενη θερμοκρασία, κάνουμε συχνά απεντομώσεις και όταν μπαινο-βγάζουμε κάποια δείγματα, τα βάζουμε πρώτα στον καταψύκτη», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ Ρεγγίνα Καρούσου, η οποία, μαζί με τη συνάδελφό της Εφη Χανλίδου, είναι υπεύθυνες του TAU Herbarium, στο Εργαστήριο Συστηματικής Βοτανικής & Φυτογεωγραφίας.

Αναφερόμενη στη δημιουργία του TAU Herbarium, η κ. Καρούσου ξεκαθαρίζει ότι «οι πρώτες προσπάθειες για να φτιαχτεί πρέπει να ξεκίνησαν μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 1930 από τον Δημήτριο Ζαγανιάρη, υφηγητή Συστηματικής Βοτανικής και Φυτογεωγραφίας του Εργαστηρίου Βοτανικής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

«Το Herbarium είχε μια διαταραγμένη ιστορία καθώς προπολεμικά τα δείγματα φυλάσσονταν στο παλιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής, που μετά την πτώση της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιήθηκε από τις δυνάμεις κατοχής ως στρατιωτικό νοσοκομείο. Όμως, οι Γερμανοί στρατιώτες, αγνοώντας την επιστημονική αξία των δειγμάτων, τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμμα και τα έκαιγαν. Κι αν σώθηκαν κάποια δείγματα, οφείλεται στον αείμνηστο καθηγητή βοτανικής Κωνσταντίνο Γκανιάτσα, ο οποίος μαζί με τον γυμνασιάρχη του Γ΄ Γυμνασίου Θηλέων Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Γκράτσιο, τα φυγάδευσαν με κίνδυνο της ζωής τους και τα έκρυψαν στο υπόγειο του Γ’ Γυμνασίου, όπου και παρέμειναν έως το τέλος του πολέμου». Ωστόσο, η κ. Καρούσου τονίζει ότι δεν μπορεί να γίνει αποτίμηση της καταστροφής, καθώς «δεν γνωρίζουμε ποια και πόσα δείγματα υπήρχαν στο Herbarium εκείνη την εποχή».

Κατά τη δεκαετία του 1960, τα δείγματα μεταφέρθηκαν στη Σχολή Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών του ΑΠΘ, από όπου, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, μεταφέρθηκαν στον σημερινό τους χώρο, στο κτίριο του Τμήματος Βιολογίας. Σήμερα, φιλοξενεί περίπου 70.000 δείγματα, τα οποία έχουν εν μέρει καταλογραφηθεί, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται περίπου 1.000 δείγματα.

«Το πιο παλιό δείγμα είναι από το 1819 και είναι μία φτέρη, που υπάρχει βέβαια στην Ελλάδα, αλλά η συγκεκριμένη είχε συλλεχθεί από τη Γερμανία. Το παλαιότερο από ελληνικό έδαφος είναι από το 1833 και είναι ένα φιδόχορτο», λέει η κ. Καρούσου.

Στα δείγματα που ξεχωρίζουν είναι μία calluna, που συλλέχθηκε το 1940 από την Ροδόπη, μια γλαδιόλα από το 1896 από τη Λακωνία και μία τουλίπα, που είχε συλλέξει το 1857 ο Θόδωρος Ορφανίδης από τη Λακωνία και την ονόμασε «Ευανθία» προς τιμήν της συζύγου του, αλλά είναι πλέον γνωστή με το επιστημονικό της όνομα «Tulipa undulatifolia».

Ψηφιοποίηση των δειγμάτων

Τους τελευταίους μήνες γίνεται προσπάθεια εκσυγχρονισμού της λειτουργίας του TAU με την υιοθέτηση ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης των συλλογών (χρήση του λογισμικού με άδεια ανοιχτού κώδικα Specify). Παράλληλα έχει ξεκινήσει ψηφιοποίηση των δειγμάτων, αρχίζοντας από τις ιστορικές συλλογές. Μέχρι στιγμής, περίπου 1.500 δείγματα καθώς και οι πληροφορίες των ετικετών τους έχουν καταλογογραφηθεί, γεωαναφερθεί και φωτογραφηθεί, με στόχο την ανάδειξη και τη διαθεσιμότητα των συλλογών στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα. Αρωγοί σε αυτή την προσπάθεια είναι και ο μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος βιολογίας Μιχάλης Χορευτάκης και ο υποψήφιος διδάκτορας του ίδιου τμήματος Δημήτρης Ράπτης.

«Υπάρχει μια παγκόσμια τάση για την ψηφιοποίηση γενικότερα των βιολογικών συλλογών, με ηλεκτρονική καταχώρηση των δειγμάτων, των πληροφοριών και των ετικετών τους. Αυτή τη στιγμή στο TAU Herbarium έχουμε δώσει προτεραιότητα στις ιστορικές συλλογές που υπάρχουν εδώ, δηλαδή από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, φωτογραφίζουμε τα δείγματα, εκτυπώνουμε ετικέτες γραμμοκώδικα, ετικέτες με τα σύγχρονα ονόματα των φυτών, τα επικολλούμε πάνω και φωτογραφίζουμε τα δείγματα με όλες αυτές τις ετικέτες. Επιπλέον, προσπαθούμε ν α προσαρμόσουμε και να διαμορφώσουμε ένα λογισμικό στις ανάγκες του συγκεκριμένου Herbarium», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χορευτάκης.

Το πιο δύσκολο κομμάτι πάντως, σύμφωνα με τον ίδιο, «είναι η αποδελτίωση των δεδομένων των ετικετών που έχουν κάποια δείγματα, με δυσανάγνωστους γραφικούς χαρακτήρες».

«Στόχος μας», συνεχίζει, «είναι να μπορέσουμε να συμβάλλουμε με τα δεδομένα μας και στις υπόλοιπες συλλογές παγκοσμίως και να είναι διαθέσιμη ηλεκτρονικά στο ευρύτερο κοινό και το επιστημονικό».

Βοτανική ιστορία

Οι ιστορικές συλλογές του TAU Herbarium περιλαμβάνουν περίπου 6.000 δείγματα που χρονολογούνται από το 19ο αιώνα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η σημασία των παλαιών δειγμάτων είναι μεγάλη, όχι μόνο για την υποστήριξη της σύγχρονης βοτανικής έρευνας, αλλά και γιατί παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία της βοτανικής εξερεύνησης της Ελλάδας. Τα περισσότερα προέρχονται από τις συλλογές των Theodor von Heldreich, Θεοδώρου Ορφανίδη, Joseph Sartori, Βασιλείου Τούντα και Δημητρίου Ζαγανιάρη, ενώ υπάρχουν και δείγματα πολλών άλλων συλλεκτών. Το πολυτιμότερο ίσως κομμάτι των ιστορικών συλλογών είναι οι συλλογές του Δημητρίου Ζαγανιάρη, οι οποίες φυλάσσονται, εξ όσων γνωρίζουν οι υπεύθυνες του Herbarium, μόνο στο TAU. Αυτές περιλαμβάνουν περισσότερα από 3.000 δείγματα, σχεδόν από όλη την Ελλάδα. Ανάμεσά τους βρίσκονται αρκετά taxa, τα οποία είτε αποτελούν νέες καταγραφές για την ελληνική χλωρίδα, είτε έχουν συλλεχθεί από περιοχές εκτός των γνωστών ορίων εξάπλωσης του είδους.

«Να σημειωθεί», αναφέρεται σχετικά στην ενημερωτική ιστοσελίδα του Herbarium, ότι «πολλές από τις δημοσιευμένες αναφορές του Ζαγανιάρη αντιμετωπίστηκαν από πολλούς ερευνητές με επιφύλαξη, καθώς η ύπαρξη των δειγμάτων που τις επιβεβαιώνουν δεν ήταν γνωστή και η ολοκλήρωση της επεξεργασίας των συλλογών αυτών, αναμένεται να συνδράμει στην καλύτερη γνώση του φυτικού πλούτου της χώρας».