Αν ξυπνήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς

Φέουδα, τιμάρια και προνόμια στο δήμο Θεσσαλονίκης υπάρχουν πολλά. Στη νομή, κατοχή και αναπαραγωγή τους για ίδιον όφελος, στοχεύει  όσο και αν δεν το παραδέχεται ανοικτά η επίσημη ρητορική και απολογητική  των υποψηφίων δημάρχων της νεοδεξιάς και των αυτοδιοικητικών τους σχημάτων- αν αλήθεια υπάρχουν καθόλου αυτά.

Του Τριαντάφυλλου Τρανού*

Όσο και αν μας φαίνεται ασύμμετρη και υπερβολική η σύγκριση αν κάποιος εξετάσει αντικειμενικά τη δομή εξουσίας στις σημερινές ΗΠΑ, στην Γαλλία του 1750 και στην Θεσσαλονίκη των τελευταίων δεκαετιών, είναι δύσκολο να αγνοήσει την εντυπωσιακή ομοιότητα. Για παράδειγμα, η φοίτηση στα λεγόμενα «καλά» σχολεία της πόλης, δημόσια και ιδιωτικά, εξασφαλίζεται συνήθως μέσα από τον προκλητικό πλούτο και τις βάναυσες, παράνομες διακρίσεις όπως είναι η σκανδαλώδης παραβίαση της χωροταξικής κατανομής των μαθητών-τριών. Αυτή, ο νομοθέτης την επέβαλλε ακριβώς για να προστατευτεί το καθολικό αγαθό της Παιδείας από την αντιδημοκρατική διάκριση σε σχολεία πληβείων και «αρίστων» ειδικά στις φτωχότερες περιοχές. Ο δημόσιος χώρος, οι συγκοινωνίες της πόλης, τα καταστήματά της και τα πεζοδρόμιά της, ακόμη και αυτή η «νύχτα» της πραγματική η μεταφορική, αποτελούν κατά κύριο λόγο ένα ντροπιαστικό κληρονομικό προνόμιο που σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε στο σφετερισμό των περιουσιών των Εβραίων συμπολιτών μας που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα.

Η ανάγκη για την διαχείριση των αυτοδιοικητικών ζητημάτων με μητροπολιτικά κριτήρια βγαίνει σήμερα ορμητικά από όλους τους πόρους της πόλης, όπως βγαίνει το αέριο από ένα ακροφύσιο. Τα όρια των δήμων δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να εξακολουθήσουν να είναι μεταξύ τους εχθρικά σύνορα επειδή αυτό βολεύει τους «τιμαριούχους» δημάρχους και ευνοεί τις πελατειακές τους σχέσεις. Αυτή η πρακτική έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων των δήμων, στην πολυαρχία, την αδιαφάνεια και τελικά στην σκανδαλώδη μονοκρατορία, οικονομική κατά κύριο λόγο, της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας και του «άρχοντα» της Τζιτζικώστα, αλλά και του προκάτοχου του ο οποίος φιλοδοξεί- και αυτός- να γίνει δήμαρχος της πόλης για να συνεχίσει το «θεάρεστο» έργο που άφησε λειψό.

Έρχεται κανείς αντιμέτωπος, όταν συζητά σοβαρά με τους πολίτες και τους φορείς όπως έγινε χθες με πρωτοβουλία της παράταξης Θεσσαλονίκη Μαζί, στο πρώτο ανοιχτό εργαστήρι διαλόγου για το κυκλοφοριακό στην πόλη μας, όπου ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις από τους Φορείς της πόλης, με όλα τα μείζονος σημασίας ζητήματα όπως είναι ο αστικός σχεδιασμός,  οι συγκοινωνίες, ο πολιτισμός, η ορθολογική διαχείριση των σχολείων και της κατανομής του μαθητικού δυναμικού, με την πιεστική ανάγκη να αναδειχθούν τα μητροπολιτικά και όχι τα φεουδαλικά χαρακτηριστικά της πόλης.

Στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη η φεουδαρχία ορίζεται ως το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς της μεσαιωνικής Δυτικής Ευρώπης, που στηριζόταν στη διαίρεση του κράτους σε φέουδα. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως ως μειωτικός χαρακτηρισμός για κάθε καθεστώς με χαρακτηριστικά που μοιάζουν με τη φεουδαρχία ή που τη θυμίζουν όπως ήταν το διεφθαρμένο και κλεπτοκρατικό καθεστώς που λυμαίνονταν τη Θεσσαλονίκη για δεκαετίες. Τον Αύγουστο του 1789, λίγο μετά την πτώση της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου, μια από τις πρώτες ενέργειες της Συντακτικής Συνέλευσης, ήταν να διακηρύξει την επίσημη κατάργηση του φεουδαρχικού καθεστώτος. Ο Μοντεσκιέ και οι συνάδελφοί του από τα μέσα του 18ου αιώνα, όπως ο Βολταίρος, ο Ντιντερό και ο Ρουσώ της εποχής του Διαφωτισμού, κατήγγειλαν τη φεουδαρχία ως ένα σύστημα που κυριαρχείται αποκλειστικά από τους αριστοκράτες οι οποίοι κατέχουν όλη την οικονομική, πολιτική και κοινωνική εξουσία. Για τους συγγραφείς του Διαφωτισμού, η φεουδαρχία συμβόλιζε όλα όσα ήταν λάθος, σε ένα σύστημα που βασίζονταν στα προνόμια από γέννησης, την ανισότητα και την βάναυση εκμετάλλευση. Το φεουδαρχικό σύστημα οδήγησε σε μια οικονομία που χαρακτηρίζονταν πάντα από τη φτώχεια, την πείνα μερικές φορές, την ακραία εκμετάλλευση και το μεγάλο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών.

 Φαίνεται σήμερα ότι, ένα ισχυρό δίκτυο ολιγαρχών παγκοσμίως του οποίου η ελληνική εκδοχή «τερματίζει» τα πιο χυδαία και προκλητικά χαρακτηριστικά, έχει ως αντικειμενικό στόχο να γυρίσει το κοινωνικό ρολόϊ στην εποχή πριν το Διαφωτισμό, ώστε να επιστρέψουμε στο Μεσαίωνα των αρχόντων και των δουλοπάροικων. Για τη συμμορία αυτή, οι πόλεις που εκπίπτουν από την  «κανονικότητα» όπως την εννοούν οι νεοφιλελεύθερες ελίτ και οι «γκουρού» είναι παντελώς αδιάφορες. Πόλεις όπως πριν  τη Θεσσαλονίκη το Ντιτρόιτ, το Σαρλερουά, το Ληντς κ.α  υπήρξαν στόχοι του ληστρικού καπιταλισμού που προσπάθησε να υποβαθμίσει και στην συνέχεια να τερματίσει όλους τους δημόσιους τομείς της οικονομίας τους. Οι «δυνάμεις των αγορών» που ορισμένοι εξακολουθούν να υπερασπίζονται στη Θεσσαλονίκη δεν είναι φυσικά φαινόμενα. Είναι ύαινες και τσακάλια  που αφοπλίζουν και ακυρώνουν τις υγιείς δυνάμεις ενός τόπου ακόμη και με την φασιστική βία αν χρειαστεί και  με τα τηλεοπτικά, δικαστικά και μιντιακά πραξικοπήματα. Στη συνέχεια τα αρπακτικά τρέφονται με τα πτώματα μιας πόλης ή μιας ολόκληρης χώρας.

Όλοι  τελικά πληρώνουμε το τίμημα των επιλογών μας. Τι θα μας συμβεί ως πόλη και ως άτομα αν, για να παραφράσουμε τον Χένρικ Ίψεν, την επόμενη μέρα των αυτοδιοικητικών εκλογών «ξυπνήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς»; Στην τέχνη και στην πολιτική, τουλάχιστον όπως τις εννοεί η κοινωνική Αριστερά, πρέπει πάντα να  σκέφτεται και να δρα ένα « εμείς» όχι ένα «εγώ». Η πολιτική δραστηριότητα ακόμη και των πιο προβεβλημένων μελών του χώρου μας δεν μπορεί να είναι αγώνας μόνο για το δικό τους όφελος, ούτε ασφαλώς πολιτική φιλανθρωπία, ούτε μπορεί να ασκείται με τη μορφή της ανάθεσης. Η  τοπική πολιτική δράση που είναι απαραίτητη για να αντιπαλέψει η πόλη αποτελεσματικά το ρεύμα του επιθετικού συντηρητισμού και του φασισμού που σηκώνει ξανά το φιδίσιο κεφάλι του μπορεί να σημαίνει πολλά, αλλά σίγουρα δεν σημαίνει ένα πράγμα: απεριόριστες δυνατότητες και ευκαιρίες ώστε να δρα κανείς πάντα και παντού με τον ίδιο τρόπο. Η πολιτική δράση συνδέεται άρρηκτα με τις τοπικές κοινωνίες, συνδέεται με την αμφίδρομη επικοινωνία με τα μέλη τους, με την υπευθυνότητα και τη δέσμευση απέναντί τους και με την ανάπτυξη μιας κοινής, αποδεκτής από όλους μας, πολιτικής πρακτικής. Μετά τα δύσκολα που ακολούθησαν την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, τις τελευταίες εβδομάδες, συγχωρέστε μου τον προσωπικό τόνο, για πρώτη φορά αισθάνομαι πως ξυπνώ ανάμεσα στους ζωντανούς. Τούτο οφείλεται στον αναπόφευκτο  προεκλογικό πυρετό και στο τρέξιμο, κυρίως  όμως στην ανανεωμένη επαφή με τον κόσμο  που είναι τρυφερή και τραχιά συνάμα.

* Ο Τριαντάφυλλος Τρανός είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την δημοτική παράταξη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΖΙ- Ανοιχτή Πόλη.