Ανταποδοτικά τα πρόστιμα της Δημοτικής Αστυνομίας θέλει ο δήμος Θεσσαλονίκης

Ρυθμίσεις ώστε να ενισχυθεί η Δημοτική Αστυνομία και να προσλάβουν ανταποδοτικό χαρακτήρα τα πρόστιμα, για να καλύπτουν τις σοβαρές λειτουργικές δαπάνες του σώματος, να περιέλθει η αρμοδιότητα χορήγησης αδειών υπαίθριου πλανόδιου εμπορίου στο Δημοτικό Συμβούλιο, αλλά και να βελτιωθεί η λειτουργία των ΚΕΠ, για την οποία θα πρέπει να αποφασίζουν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ζητά ο δήμος Θεσσαλονίκης να περιληφθούν στο πολυνομοσχέδιο για τους ΟΤΑ.

Σε επιστολή του προς τους Βουλευτές Α΄ και Β΄ Θεσσαλονίκης του δημοκρατικού τόξου, που απέστειλε σήμερα, Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, κατέθεσε τις προτάσεις του δήμου επί του πολυνομοσχεδίου για τους ΟΤΑ, οι οποίες επιδιώκει να προωθηθούν ως τροπολογίες κατά τη συζήτηση του πολυνομοσχεδίου στη Βουλή.
Οι προτάσεις αυτές καθώς και άλλες είχαν κατατεθεί, πέρα από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών, και στα θεσμικά συλλογικά όργανα των ΟΤΑ, ΠΕΔ Κεντρικής Μακεδονίας και ΚΕΔΕ, σε προηγούμενο στάδιο της συζήτησης, της επεξεργασίας και της διαβούλευσης επί του πολυνομοσχεδίου.

«Ανταποδοτικά τα πρόστιμα της Δημοτικής Αστυνομίας»

Πιο αναλυτικά, σε ό,τι αφορά τη Δημοτική Αστυνομία, προτείνεται να αναδιαμορφωθεί νομοθετικά η έννοια των επιβαλλομένων από τη δημοτική αστυνομία προστίμων, ώστε αυτά να προσλάβουν μια ανταποδοτικού χαρακτήρα διάσταση και έτσι να καταστεί δυνατή η χρήση των σχετικών ποσών για την κάλυψη των σοβαρών λειτουργικών δαπανών της δημοτικής αστυνομίας και, κυρίως, για την πρόσληψη νέων Δημοτικών Αστυνομικών. Επιπλέον, η ανταποδοτική αυτή διάσταση των εσόδων θα προσδώσει την αναγκαία ευελιξία στις διαδικασίες πρόσληψης νέων Δημοτικών Αστυνομικών, καθώς θα τις απαλλάξει από δεσμεύσεις απορρέουσες από τους σημερινούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.

«Οι δήμοι να χορηγούν τις άδειες υπαίθριου πλανόδιου εμπορίου»

Ως προς τη χορήγηση αδειών πλανόδιου υπαίθριου εμπορίου από μεγάλους Δήμους με ιστορικό κέντρο, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία τις μεν άδειες υπαιθρίου στασίμου εμπορίου τις χορηγεί με απόφασή του το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου, ενώ τις άδειες υπαιθρίου πλανοδίου εμπορίου το Περιφερειακό Συμβούλιο της Περιφέρειας, και μάλιστα για το σύνολο της Περιφέρειας. Αυτή η διαφοροποίηση έχει ως αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν η τοπική δημοτική αρχή να καταλήγει να χάσει κάθε δυνατότητα ελέγχου και εποπτείας επί των υπαιθρίων εμπορικών δραστηριοτήτων, αφ’ ετέρου δε τα προβλήματα ανταγωνισμού και διενέξεων μεταξύ πλανοδίων από τη μια και στασίμου εμπορίου και εμπορικών καταστημάτων από την άλλη, στο κέντρο της πόλης, να έχουν κορυφωθεί.

Έτσι, προτείνεται αφ’ ενός (α) η αρμοδιότητα χορήγησης αδειών υπαιθρίου πλανοδίου εμπορίου να περιέλθει στο Δημοτικό Συμβούλιο (όπως και στη περίπτωση των αδειών υπαιθρίου στασίμου) αφ΄ ετέρου δε (β) πέραν της δυνατότητας του Δημοτικού Συμβουλίου να καθορίζει τους χώρους λειτουργίας των λαϊκών αγορών και τις θέσεις όπου επιτρέπεται η άσκηση του υπαιθρίου στασίμου εμπορίου με κανονιστικές αποφάσεις, να προστεθεί η δυνατότητα με όμοιες αποφάσεις να αποκλείεται ή να περιορίζεται η άσκηση του υπαιθρίου πλανοδίου εμπορίου σε συγκεκριμένες ζώνες ή περιοχές του δομημένου αστικού περιβάλλοντος της πόλης, ιδίως δε στο ιστορικό κέντρο ή στους διαμορφωμένους κοινόχρηστους χώρους του παραλιακού της μετώπου, όπου και συγκεντρώνεται μεγάλο πλήθος περιπατητών. Η δυνατότητα αυτή μπορεί ενδεχομένως να περιορίζεται σε Δήμους με μεγάλο πληθυσμό ή με προστατευόμενο ιστορικό κέντρο.

«Η δομή λειτουργίας των ΚΕΠ να περάσει στους δήμους»

Τέλος, ως προς τη βελτίωση της λειτουργίας των ΚΕΠ, προτείνεται να καταργηθεί η ισχύουσα διάταξη που προέρχεται από μια χρονική περίοδο κατά την οποία υπήρχε μόνο ένα ΚΕΠ ανά ΟΤΑ και επιβάλλει αυτό να διαρθρώνεται σε επίπεδο Διεύθυνσης με δύο «οριζόντια τμήματα». Αυτό δεν μπορεί να ισχύει πλέον για μεγάλους Δήμους, όπως ο Δήμος Θεσσαλονίκης, όπου λειτουργούν αυτή τη στιγμή έξι ΚΕΠ. Η δομή λειτουργίας των ΚΕΠ κάθε Δήμου θα πρέπει να μην υπάγεται σε οριζόντιες διατάξεις του Υπουργείου, αλλά να αποφασίζεται από τους οικείους ΟΤΑ, ανάλογα με την υπάρχουσα κατάσταση, τις δυναμικές ανάγκες τους και το διοικητικό μοντέλο τους.