Aπροκάλυπτος χειρισμός διαμόρφωσης της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ

Ο Άγγλος φιλόσοφος και πολιτικός Έντμοντ Μπεργκ χαρακτήρισε τον Τύπο «4η εξουσία». Στο παρελθόν τα μέσα ενημέρωσης ήταν μεν το ιδεολογικό – πολιτικό όπλο των πολιτικών και της άρχουσας τάξης, αλλά υπήρχε ακόμη η δυνατότητα για άσκηση πραγματικής δημοσιογραφίας, και ενημέρωσης και γι΄ αυτό τα ΜΜΕ της εποχής (εφημερίδες και ραδιόφωνο) διαδραμάτιζαν και ρόλο «τέταρτης εξουσίας».

Του Παναγιώτη Γεωργιάδη*

Τις τελευταίες δύο–τρεις δεκαετίες στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και ραγδαίας διάδοσης της χρήσης του διαδικτύου, τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα τα μεγάλα που έχουν αλωθεί από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, έπαψαν να λειτουργούν ως «τέταρτη εξουσία» καθώς έχουν συγχωνευθεί ως συστατικό μέρος της ίδιας της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Πλέον δεν επιθυμούν καν να γίνουν ‘τέταρτη εξουσία’ και ακόμα λιγότερο να επιτελέσουν τον ρόλο τους που είναι ο έλεγχος της εξουσίας και της άρχουσας τάξης. Παρά τη φαινομενική πολυφωνία των ΜΜΕ, υπάρχει μια ισοπεδωτική ομοφωνία στη μετάδοση ή υποβάθμιση ή ακόμη και απόκρυψη της είδησης. Παρατηρείται ολοένα και με αυξανόμενη συχνότητα πως σε ΜΜΕ και ιδιαίτερα σε τηλεοπτικούς σταθμούς που δήθεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους όχι μόνο ο σχολιασμός, αλλά ακόμα και η σειρά παρουσίασης των ειδήσεων ταυτίζονται. Διατυπώνονται υπόνοιες πως μεταξύ των υψηλόβαθμων στελεχών των Μέσων, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις κάποιων δημοσιογράφων, υπάρχουν καθημερινοί δίαυλοι επικοινωνίας, που καθορίζουν το περιεχόμενο, τα σχόλια των δελτίων ειδήσεων, ακόμα και τους καλεσμένους που θα υπάρχουν σε κάθε τηλεοπτικό “παράθυρο”.

Παρόμοια ταύτιση παρατηρείται και στα πλέον κυρίαρχα διαδικτυακά ενημερωτικά sites, ενώ ολοένα αυξανόμενη είναι η επιρροή των fake news. Παράλληλα οι ίδιοι οι παράγοντες των ΜΜΕ με την δύναμη της εικόνας, ως πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα, διεκδικούν και επιτυγχάνουν την εκλογή τους στα ύψιστα αξιώματα. Δεν είναι τυχαίο πως στα ψηφοδέλτια της ΝΔ για τις εθνικές εκλογές της 07-07-2019 υπάρχουν 28 υποψηφιότητες που προέρχονται από τον χώρο της δημοσιογραφίας, αριθμός ρεκόρ. Πολλοί δε κορυφαίοι δημοσιογράφοι που δεν είναι οι ίδιοι υποψήφιοι έχουν στενή οικογενειακή σχέση με ενεργεία πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες (όπως η κα. Σία Κοσιώνη, Μάρα Ζαχαρέα, Έλλη Στάη και άλλοι λιγότερο προβεβλημένοι).

Τα ΜΜΕ με την δύναμη της αμεσότητας της εικόνας, με τη βοήθεια ψυχολογικών τεχνικών marketing, αλλά και εξελιγμένης προπαγάνδας,  προάγουν αντιλήψεις και διαμορφώνουν απόψεις που καθορίζουν την κοινή γνώμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στοχοποίηση και διασυρμός πολιτικών προσώπων, όπως του κ. Πολάκη για τον οποίο έχει εμπεδωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης η εικόνα ΄΄ ανάλγητου αγροίκου που καπνίζει και τα βάζει με τους ανάπηρους΄΄ ή του κ. Παρασκευόπουλου ΄΄κύριου υπεύθυνου της εγκληματικότητας΄΄ ή τέλος της κας Νοτοπούλου που απαξιωτικά χαρακτηρίζεται ως ΄΄καθαρίστρια΄΄, χωρίς ουδείς να ασχολείται και να τους κρίνει επί της ουσίας για το έργο τους, εν αντιθέσει με πολιτικούς τους αντιπάλους, όπως τον κ. Βαρβιτσιώτη, τον κ. Κικίλια ή την κα. Κεφαλογιάννη που προβάλλονται ως πρότυπα επιτυχημένων πολιτικών που ουδείς παράγοντας των ΜΜΕ διανοήθηκε ποτέ να στοχοποιήσει με ανάλογο τρόπο. Επίσης χαρακτηριστική είναι και η αντιμετώπιση πανομοιότυπων περιπτώσεων υποψηφιότητας της κας Λοίζου και της κας Μοροπούλου για το ζήτημα των συντάξεων που παράτυπα ελάμβαναν, στην πρώτη περίπτωση ήταν το κύριο ειδησεογραφικό ζήτημα επί μια εβδομάδα σχεδόν, στην δεύτερη δεν υπάρχει καν ως είδηση στα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Με την επιλεκτική στόχευση και αξιολόγηση της πληροφορίας και της είδησης τα ΜΜΕ έχουν την δύναμη της προβολής στο κοινό της επιθυμητής πραγματικότητας πχ. ενώ σύμφωνα με το από 11-05-2019 δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας που είναι αναρτημένο στην ΄΄διαύγεια΄΄, (Στατιστικά στοιχεία – απολογισμός συνολικής δραστηριότητας για το έτος 2018) καταγράφεται τάση μείωσης της εγκληματικότητας σε όλους σχεδόν τους τομείς, η εικόνα που προβάλλεται από τα ΜΜΕ και έχει εμπεδωθεί στην συνείδηση των πολιτών είναι, ότι η εγκληματικότητα είναι ανεξέλεγκτη και ότι έχει λάβει δραματικές διαστάσεις, στοιχείο που συμβαδίζει με κεντρικό πολιτικό σύνθημα της ΝΔ για τάξη και ασφάλεια.

 Ωστόσο ο απροκάλυπτος αυτός χειρισμός διαμόρφωσης της κοινής γνώμης τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει μια επικίνδυνη αντίδραση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού προς τα ΜΜΕ αποκτά διεθνώς ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, στην περίπτωση όμως της Ελλάδας φαίνεται να ξεπερνά κάθε προηγούμενο καθώς περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες (55%) πιστεύουν ότι κάθε μέρα έρχονται αντιμέτωποι με μια είδηση ή πληροφορία που είτε είναι παραπλανητική είτε εντελώς ψευδής, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό δυσπιστίας απέναντι στα ΜΜΕ μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το φαινόμενο είναι ανησυχητικό, όπως υπογραμμίζουν οι Tsfati, Y., & Ariely, G. (2014) “ Individual and contextual correlates of trust in media across 44 countries”, Communication Research, 41 (6), pp.760–782,  «κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου», καθώς η σημασία της αξιοπιστίας των ΜΜΕ δεν εξαντλείται σε θέματα κατανάλωσης του μιντιακού περιεχόμενου. Η εμπιστοσύνη του κοινού στα ΜΜΕ συνδέεται άμεσα με την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία, καθώς η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ μπορεί να έχει καταλυτική επιρροή στη στάση των πολιτών ως προς την πολιτική ζωή γενικότερα. Εν κατακλείδι με νηφαλιότητα όλοι οι εμπλεκόμενοι κυρίαρχοι παράγοντες της πολιτικοοικονομικής ζωής της χώρας μας συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων των ΜΜΕ κάνοντας αυτοκριτική θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας που διαθέτουν, καθώς όσο διολισθαίνουν σε τέτοιου είδους πρακτικές ΄΄πριονίζουν το κλαδί της δημοκρατίας που καθόμαστε όλοι μας΄΄, υπονομεύοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και το μέλλον της πατρίδας μας.

*Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω, ιδρυτικό μέλος του σωματείου “Δικηγόροι για την Ειρήνη τη Δημοκρατία και τη Συνεννόηση στα Βαλκάνια”, μέλος της Δημοτικής παράταξης “Θεσσαλονίκη Μαζί”