Χίλια σημάδια σήψης και μια χούντα χαμηλής έντασης

Ο Τόνι Μπεν, η πιο χαρακτηριστική ηγετική μορφή του μεταπολεμικού εργατικού κινήματος στην Αγγλία, δεν έπαυσε ούτε στιγμή να δρα πολιτικά και κινηματικά.
Του Τριαντάφυλλου Τρανού *
Για περισσότερο από μισό αιώνα, υπήρξε πρωταγωνιστής στην πολιτική σκηνή της Βρετανίας. Διατηρούσε στενούς δεσμούς με τα βρετανικά εργατικά συνδικάτα, καθώς και με αντινεοφιλελεύθερα και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα σε όλον τον κόσμο. Αμέσως μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου, ηγήθηκε προσωπικά αντιπολεμικών κινημάτων, όπως το Stop The War Coalition, πρωτοστατώντας στις κινητοποιήσεις κατά των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, στο Λίβανο και πιο πρόσφατα στη Λιβύη και τη Συρία. Τόσο αυτός , όσο και σπουδαίοι ποιητές όπως ο Λόρδος Βύρων και ο Πέρσι Σέλλευ, υπήρξαν μεγάλοι διεθνιστές, πολέμιοι της κοινωνικής αδικίας μέσα στην ίδια τη χώρα τους αλλά και σε όλον τον κόσμο. Επιπλέον, υπήρξαν μεγάλοι φιλέλληνες, με  τον Λόρδο Βύρωνα να αφήνει την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι το 1824 και τον Τόνι Μπεν να συμπαρίσταται ενεργά στους αγώνες του ελληνικού λαού για τη δημοκρατία την ειρήνη και την εθνική ανεξαρτησία επί πολλές δεκαετίες μέχρι το θάνατό του το 2014. Υποστήριξε με σθένος την κατάργηση του ΝΑΤΟ και την ιδέα της δημιουργίας ενός πανευρωπαϊκού συστήματος ειρήνης και ασφάλειας με τη συμμετοχή και της Ρωσίας
Η αντίληψη πως όλα στην πολιτική ανάγονται τελικά στην τοπική της έκφραση είναι διαδεδομένη ευρέως στην πολιτική αντίληψη στις ΗΠΑ. Ο πιο αποδεκτός πολιτικός των Δημοκρατικών, ο Τιπ Ο Νήλ ο οποίος αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, μαζί με τον Μπέρνι Σάντερς το αμερικάνικο ανάλογο του Τόνι Μπέν θεωρείται ο πατέρας αυτής της αντίληψης και ο πλέον σθεναρός υποστηρικτής της.
Στον αφορισμό του Τόνι Μπεν που αναφέρθηκε παραπάνω και που αποτελεί διαρκές ιστορικό και πολιτικό δίδαγμα, πρέπει να προσθέσει κανείς κάτι που σήμερα έρχεται κατευθείαν από την καρδιά της βασανιστικής πολιτικής καθημερινότητας στην πόλη μας. Τούτο δεν είναι άλλο από την ιδιοτελή, δογματική καλλιέργεια της «εθνικής» παράνοιας των ημερών από τη μεριά της δεξιάς και της ακροδεξιάς με διακηρυγμένο στόχο την πτώση της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας.
Καθώς η προϊούσα σήψη της προβληματικής «εθνικής» μας ταυτότητας επιδεινώνεται ραγδαία από τις  πολιτικές και θρησκευτικές καταχρήσεις της, είναι αναγκαίο στους ενεργούς πολίτες της Θεσσαλονίκης να κατανοήσουν σε βάθος τις αιτίες για την πρόσφατη υποστροφή του πιο συντηρητικού κομματιού της πόλης στον εθνικισμό και το φασισμό, υποστροφή που συντελείται με αφορμή το μακεδονικό και με την συνδρομή όσων θεωρούν την χώρα που οι ίδιοι υπονόμευσαν μέχρι την οριστική κατάρρευσή της, ως το νόμιμο τσιφλίκι τους.
Αυτή η ταυτότητα που ορισμένοι προβάλλουν βίαια και υστερικά πάνω στους εξίσου προβληματικούς με εμάς αλλά σαφώς πιο αδύναμους βόρειους γείτονές μας ώστε να καταφέρουν τα λεγόμενα  «ελληνικά πλήθη» να τους μισήσουν πιο αποτελεσματικά, διαμορφώθηκε όψιμα και τεχνητά, χωρίς την οργανική ενσωμάτωση σε αυτήν των σημαντικότερων προταγμάτων του Διαφωτισμού. Απέκτησε μεταπολιτευτικά κάποια προσωρινή σταθερότητα μόνο χάρη στην αναιμική, όπως τελικά αποδείχθηκε, επίδραση των ωφελημάτων της συνολικής ευρωπαϊκής, κοινωνικής και πολιτικής διευθέτησης στην μεταπολεμική ελληνική κοινωνία.
Το «σύνδρομο Μπαρμπαρούση» που διακατέχει τους εξίσου θρασύδειλους με αυτόν ομοϊδεάτες του οι οποίοι αλωνίζουν ανενόχλητοι σήμερα την Θεσσαλονίκη, δηλαδή η απρόκλητη βία απέναντι στους αδύναμους και τους απροστάτευτους συνδυασμένη με μπόλικα υστερικά δάκρυα μετάνοιας ενώπιον της υπερβολικά νωθρής δικαιοσύνης, είναι και αυτό εξίσου διαφωτιστικό για την ψυχολογική κατανόηση της νέας προσπάθειας αντιδημοκρατικής εκτροπής από τους συνήθεις υπόπτους.
Μετά από μια σχετικά μακρά περίοδο την οποία  ζήσαμε με πολύ μεγάλη ένταση, η δημοκρατία εξοστρακίστηκε από «μία παγκόσμια διακυβέρνηση», αυτή του ΔΝΤ, του ΠΟΕ, της GATT και της TIPP της οποίας παρά την αναστολή της εφαρμογής της ανεπίσημα εφαρμόζεται σήμερα η ατζέντα, με την επικυριαρχία του ΝΑΤΟ. Κάθε προσπάθεια στοιχειώδους αντίστασης σε αυτή τη κατάσταση πραγμάτων υπονομεύτηκε και δυσφημίστηκε ανηλεώς από τα ΜΜΕ και από ανεξέλεγκτους  και χωρίς καμμιά δημοκρατική νομιμοποίηση θεσμούς όπως είναι το Eurogroup.  Όσοι από αυτούς τους θεσμούς πλέον σήμερα μεταστρέφονται εγκαλούνται για ενδοικογενειακή απιστία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους αντιπροέδρους του με την συνδρομή των διαπλεκόμενων ΜΜΕ. Όλοι αυτοί ζητώντας μανιασμένα την πτώση της κυβέρνησης δηλητηριάζουν την καθημερινότητα μας και την επιβαρύνουν περαιτέρω.
Αυτά δεν είναι τα μόνα ανησυχητικά σημάδια. Μέσα στα τελευταία χρόνια, μια σειρά ακροδεξιά κόμματα έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους, λίγο-πολύ παντού στην Ευρώπη. Δεν παρουσιάζονται πια σαν ανατρεπτικά αλλά παίζουν όπως και τα ελληνικά ομόλογά τους των οποίων την ιδεολογική ηγεμονία κατέχει η ΝΔ, το χαρτί της θεσμικής κανονικότητας και εκμεταλλεύονται τη δυσαρέσκεια των λαϊκών τάξεων προσπαθώντας να γίνουν, η να γίνουν ξανά, κόμματα εξουσίας. Ο Ιταλός ιστορικός και φιλόσοφος Έντσο Τραβέρσο, αναλύοντας τις διαφορές τους με τους ιστορικούς φασισμούς του 20ού αιώνα, προτείνει την έννοια του “μεταφασισμού”, έννοια που τονίζει τη μεταβατική φύση ενός εν εξελίξει φαινομένου, στο οποίο οφείλουμε να επισημαίνουμε τόσο τη συνέχεια (τη συχνά συγκαλυμμένη ή και αποκηρυγμένη μα πάντα ορατή κληρονομιά του κλασικού φασισμού) όσο και τις ρήξεις (μια χαλαρή και ασαφή ιδεολογία, που συνδυάζει λαϊκισμό και ξενοφοβία). Όπως μας λέει ο Τραβέρσο, ο μεταφασισμός μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα αν εξεταστεί σ’ ένα ευρύτερο σκηνικό, όπου βρίσκουν τη θέση τους οι ταυτοτικές πολιτικές και οι μνημονικές εμμονές, μέσα σε ένα ρευστό παγκόσμιο πλαίσιο που στοιχειώνεται από την εξαφάνιση ενός “ορίζοντα προσμονής”, από την έκλειψη και την απαξίωση των ουτοπιών.
ΟΙ φθίνουσες αλλά απειλητικές συγκεντρώσεις το τελευταίο διάστημα των εντεταλμένων της ευρύτερης ακροδεξιάς στην πόλη μας, παρουσιάζονται από τα μεταφασιστικά ΜΜΕ επιμελημένα σκηνοθετημένες και μονταρισμένες ώστε να επιτείνουν την τεμπέλικη αλλά υπαρκτή λαϊκή δυσφορία. Αυτά απαιτούν ώστε «οι Έλληνες να δράσουν επιτέλους!»
Τα τελευταία γεγονότα, άθλια και γελοία ταυτόχρονα, οργανώνονται ως τηλεοπτικές πρόβες πραξικοπήματος με την ανοχή των αστυνομικών και των εισαγγελικών αρχών. Το αισθητικό μοντέλο που αντιγράφουν αυτές οι γελοίες πολιτικές πιρουέτες, κατάγεται κατευθείαν από τις αρχαιόπληκτες κιτς γιορτές της χούντας, γιορτές που γίνονταν αποκλειστικά στο αρκούντως ελληνοπρεπές για τα αυταρχικά γούστα Καυτατζόγλειο στάδιο, μιας και η γειτονική προσφυγική Τούμπα και το γήπεδό της είχαν κριθεί ακατάλληλα και δυνητικά επικίνδυνα για τέτοια χρήση. Ειδικά το γήπεδο, ταυτιζόταν στη λαϊκή συνείδηση έντονα και τότε αλλά και αργότερα με το μαρτυρικό Βιετνάμ όπως μαρτυρούν  εμφατικά και τα σχετικά συνθήματα  εκείνης της εποχής. Αυτά βέβαια θα έπρεπε να τα θυμούνται οι παλαιότεροι και να τα γνωρίζουν οι νεώτεροι,  όσοι τουλάχιστον σήμερα θέλουν να συμμορφωθεί η Τούμπα με τις φαντασιώσεις της ανούσιας ταύτισης με μεγιστάνες του πλούτου οι οποίοι φαντασιώνονται το γήπεδο του ΠΑΟΚ σαν κιαυτά που ονομάζουν καθόλου συμπτωματικά αρένες/arenas οι κληρονόμοι του Ρώσικου και του Γερμανικού αυταρχισμού ομοίως.
Στις διαδηλώσεις όπως παρατήρησε με σκωπτική διάθεση ανάμεικτη με ανησυχία σε σχετικό πρόσφατο άρθρο του ο Κλέαρχος Τσαουσίδης […] μπροστά πηγαίνει πάντα μια μεγάλη ελληνική σημαία με κρεμάλες, συνήθως τρεις, πιο πίσω μια οριζοντιωμένη σημαία, κάποιες κίτρινες με δικέφαλο αετό και σημαιάκια πάσης φύσεως. Πολλές μαύρες μπλούζες και πολλά ξυρισμένα κεφάλια. Τα συνθήματα  ποικίλουν από το γνωστό χρυσαυγίτικο («προδότες, αλήτες πολιτικοί» και το  «η Μακεδονία είν’ ελληνική» έως διάφορα δυσνόητα που αναφέρονται σε μπολσεβίκους, αναρχικούς ή τον Παύλο Μελά. Ακούγονται και ύμνοι: Ο Εθνικός που τον ψάλλουν σε ελεύθερη απόδοση αφιονισμένοι χούλιγκαν με τούμπες και άλματα στον αέρα, το «Τη Υπερμάχω» και άλλα με ενδιάμεσα υβριστικά συνθήματα σε βάρος του Ολυμπιακού, του Γιάννη Μπουτάρη ή της μακαρίτισσας μάνας του, του Τσίπρα και του Κοτζιά αλλά και κάποιων έκπληκτων τουριστών οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται την απαίτηση των έξαλλων να σηκωθούν όρθιοι και σε στάση προσοχής (!) επειδή αυτοί κακοποιούν τον Εθνικό Ύμνο. [….]
Η προέλευση των περισσοτέρων από τους συμμετέχοντες είναι από τα γύρω χωριά και την μακεδονική ενδοχώρα, με προφορά χαρακτηριστική και νταβατζίδικη συμπεριφορά: ξετσίπωτη δηλαδή έως επικίνδυνη. Μέχρι τώρα έρχονταν μόνο για να διασκεδάσουν και να καταναλώσουν στα μολ της Θεσσαλονίκης συν γυναιξί και τέκνοις. Κατέφθαναν με την φτηνή βενζίνη που τους περίσσευε αφού πρώτα πηγαίναν για τα αναγκαία φτηνά ψώνια και για τις πάσης φύσεως υπηρεσίες στη γειτονική χώρα. Σήμερα επιδράμουν στην πόλη σαν τη χολέρα.
Κάποιοι μικροαστοί Θεσσαλονικιοί των οποίων το  αναιμικό εγώ ταυτίζεται με όσους μέχρι χθες οι ίδιοι θεωρούσαν ως ανεπιθύμητους επαρχιώτες, παρατηρούν και ενθαρρύνουν από τις καφετέριες την ακροδεξιά βία με την οποία βρωμίζουν τη πόλη, χωρίς όμως οι ίδιοι να συμμετέχουν φανερά. Κερνούν μπύρες τους ξενόφερτους φασίστες και στο τέλος βλέπουν το Μουντιάλ όλοι μαζί, αγκαλιασμένοι.
Αν όμως όλα αυτά μας φαίνονται ήδη γνωστά, τότε σίγουρα όπως και στο déjà vu -το φαινόμενο του ήδη βιωμένου – υπάρχει κάποιος  λόγος που αυτό συμβαίνει ο οποίος δεν είναι μόνο νευροβιολογικής τάξεως. Οι ανησυχητικές εικόνες που μας πλασάρουν τα καθεστωτικά ΜΜΕ μας είναι γνώριμες από το πλέον οδυνηρό ευρωπαϊκό και ελληνικό πολιτικό παρελθόν του 20ουαιώνα. Αποτελούν ταυτόχρονα ισχυρό προμήνυμα κινδύνου για το μέλλον και αλάνθαστο σημάδι της αισθητικοποίησης της πολιτικής που επέβαλε κάποτε ο φασισμός και της μετατροπής της σε βίαιο θέαμα. Μας δείχνουν ότι ποτέ η κοινωνία, ειδικά αυτή της Θεσσαλονίκης, δεν διέφυγε οριστικά από τον κίνδυνο του φασισμού. Το αντίδοτο αυτής της αρρώστιας, η πολιτικοποίηση της αισθητικής και η κατανόηση και η ενίσχυση της ενεργητικής λειτουργίας της πολιτικής μνήμης μας είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητα από ποτέ.
Στις αλλοπρόσαλλες συμμορίες των επαγγελματιών εθνικοπαραφρόνων που συναπαρτίζουν οι χρυσαυγίτες και οι πολιτικοί, επιχειρηματικοί και δημοσιογραφικοί πάτρωνές τους αλλά και όλοι αυτοί των οποίων η ανανεωμένη εθνικιστική μανία έλκει την καταγωγή της από τις δολοφονικές πρακτικές του εθνικοσοσιαλισμού και των ντόπιων δωσιλόγων και χουνταίων επιγόνων τους, η δημοκρατία και οι θεσμοί της θα έπρεπε να συμπεριφερθούν όπως συμπεριφέρεται η ψυχιατρική επιστήμη στους κοινούς παρανοϊκούς.
Αν η δημοκρατία δεν έπασχε και αυτή σήμερα από ένα είδος πολιτικής αφασίας και οι θεσμοί της δεν είχαν αναπτύξει ανεκτική αν όχι συμβιωτική σχέση με την ολιγαρχία και τον αυταρχισμό, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει άμεσα την απειλητική φασίσουζα διαταραχή και να οριοθετεί και να θεραπεύει με θεσμική αυστηρότητα τους φορείς αυτής της ασθένειας.
Θα απαιτούνταν και σε αυτή την περίσταση, τόσο για τους θεράποντες όσο και για τους ασθενείς, μακροχρόνια διαδικασία και ο συνδυασμός όλων των διαθέσιμων θεραπευτικών μεθόδων ώστε να ακυρωθεί η καταστροφική μανία που κατέχει τους ακροδεξιούς και να εκτονωθεί η εκρηκτική «ψυχιατρική ύλη» που έχει συσσωρευτεί μέσα τους και γύρω τους. Αυτή η μανία  όσο μένει ανεξέλεγκτη ερεθίζει, συγκροτεί και τελικά οπλίζει την πολύπλευρη διαταραχή που παροξύνεται από την παρατεταμένη κρίση.
 Όσον αφορά στους δεξιούς αστούς αυτής της πόλης, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως η χαριτωμένη προστατευτική αμβλύνοια που διακρίνει συνήθως τους bon viveur δεν τους επιτρέπει σήμερα να αντιληφθούν την πραγματική φύση αυτών των απειλητικών περιστατικών. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Όπως έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν, σε περιόδους κρίσης οι  ματαιωμένοι αστοί εξαφανίζονται∙ δεν υπάρχουν πλέον καθεαυτοί. Η συνείδησή τους ατροφεί και υποστρέφει. Αφήνουν, ανήμποροι πλέον να το πράξουν οι ίδιοι, την ανύπαρκτη πλέον πολιτικά τάξη τους  να σκέφτεται αυτόματα για λογαριασμό τους, ακριβώς αυτή την τάξη  την οποία προσεταιρίζεται ραγδαία ο εκάστοτε τρέχων φασισμός αφού πρώτα καταπιεί «αμάσητα»  τα λούμπεν στοιχεία.
Σε ότι αφορά στην Αριστερά, πρέπει κανείς να επισημάνει πως η τοπική πολιτική δράση που είναι απαραίτητη για να αντιπαλέψουμε το ρεύμα του επιθετικού συντηρητισμού και του φασισμού στην πόλη μας μπορεί να σημαίνει πολλά, αλλά σίγουρα δεν σημαίνει ένα πράγμα: απεριόριστες δυνατότητες και ευκαιρίες ώστε να δρα κανείς  πάντα και παντού με τον ίδιο τρόπο. Η πολιτική δράση συνδέεται άρρηκτα με τις τοπικές κοινωνίες, συνδέεται με την αμφίδρομη επικοινωνία με τα μέλη τους, την υπευθυνότητα και τη δέσμευση απέναντί τους και με την ανάπτυξη μιας κοινής, αποδεκτής από όλους πολιτικής πρακτικής. Η  πολιτική δραστηριότητα ακόμη και των πιο προβεβλημένων μελών ενός πολιτικού χώρου δεν μπορεί να είναι αγώνας μόνο για το δικό τους όφελος, ούτε ασφαλώς πολιτική φιλανθρωπία, ούτε μπορεί να ασκείται με την μορφή της ανάθεσης.
Η ευκταία πολιτική σήμερα απαιτεί την ανάπτυξη της δυνατότητας για την άμεση πολιτική έκφραση ενός συνόλου που πρέπει να γίνεται όμως κατανοητή ως η ανυποχώρητη ανάγκη πολιτών και συλλογικοτήτων που αισθάνονται και το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να αντιπροσωπεύσουν το κοινό σχήμα στη μάχη που πρόκειται να δοθεί.
Στον πολιτικό καθημερινό αγώνα οι γενικόλογες εκφράσεις του τύπου «δίνουμε τη μάχη απέναντι στον παγκόσμιο καπιταλισμό» εκθέτουν αυτούς που τις ξεστομίζουν  στη κοινή συνείδηση που υποφέρει από την καθημερινή βαρβαρότητα των ακροδεξιών. Άλλο τόσο μας εκθέτουν οι πρακτικές του αριστερόμετρου αλλά και αυτές που κοιτάζουν τρόπον τινά τους άλλους στα πολιτικά τους «δόντια», ελέγχοντας τα συνθήματα και τα αισθήματά τους ώστε να τους αποδώσουν αντιφασιστικά διαπιστευτήρια.
Σήμερα, κάτω από τις πολύ ειδικές και απαιτητικές συνθήκες για  άμεση αντιφασιστική δράση ,συνειδητοποιεί κανείς πως η οργή για το σύνθημα που υιοθέτησαν οι απανταχού δεξιοί «ένας πολίτης του κόσμου είναι ένας πολίτης του πουθενά»  και το οποίο προέρχεται από την προεκλογική εκστρατεία της Τερέζα Μέυ, δεν μας επέτρεψε να δούμε πόσο ανησυχητικά κοντά βρισκόμαστε όλοι μας εξ αιτίας ενός βολικού πολιτικού πασιφισμού και ενός ανώδυνου αριστερού κοσμοπολιτισμού αλλά και της θεολογικού τύπου πεποίθησης μας για την αποκλειστική κατοχή της αλήθειας, στο άλλο πασίγνωστο τσιτάτο της Μάργκαρετ Θάτσερ: «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο οι ιδιώτες και οι (πολιτικές θα μπορούσε να προσθέσει κανείς) οικογένειες τους
* Ο Τριαντάφυλλος Τρανός διδάσκει στο ΑΠΘ