Δ. Παπαδημούλης: Φαβορί ο ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές υπό δύο προϋποθέσεις

«Στις εθνικές εκλογές, που το καλύτερο για τη χώρα είναι να γίνουν τον προσεχή Οκτώβριο, το άθροισμα του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του, με αυτό της ΝΔ με τις συνεργασίες της, θα φτάσει ή και θα ξεπεράσει το 70%. Οι εκλογές θα είναι ντέρμπι, η διαφορά θα είναι μικρή» και «φαβορί είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον ότι θα αυξήσουμε την αποτελεσματικότητα και την εξωστρέφειά μας ως κόμμα και κυβέρνηση, δεύτερον ότι δεν θα “φωτίσει ο θεός” την ΝΔ να αλλάξει αρχηγό, να αλλάξει τον Κυρ. Μητσοτάκη, πριν από τις εκλογές», εκτίμησε μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό «105,5 Στο Κόκκινο», ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Ο κ. Παπαδημούλης εκτίμησε πως «θα επιταχυνθεί» η τάση κλεισίματος της δημοσκοπικής «ψαλίδας» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ «μετά την έξοδο από τα μνημόνια, την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και του κυβερνητικού διαζυγίου με τον κ. Καμμένο. Ήδη επιταχύνεται η διαμόρφωση ενός ολοένα και ισχυροποιούμενου πολιτικού διπολισμού», υπογράμμισε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και προσέθεσε:

«Από την μία το στρατόπεδο της προόδου με ραχοκοκαλιά τον ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη θα είναι το υπερσυντηρητικό στρατόπεδο, με βασική ραχοκοκαλιά τη ΝΔ, η οποία όμως ολοένα και περισσότερο μετατοπίζεται προς την άκρα δεξιά, καθώς έχει “πάρει τα κλειδιά” του Κυρ. Μητσοτάκη η ακροδεξιά τρόικα Σαμαρά, Βορίδη, Γεωργιάδη».

«Την ώρα που καταγράφεται αυξανόμενη επανασυσπείρωση στον ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει πλέον να απευθύνουμε ένα μήνυμα “για πιο δυνατό ως κόμμα, να σηκωθούμε από τους καναπέδες”. Τη μάχη δεν θα την κερδίσουμε μόνο με θετικά μέτρα οικονομικής πολιτικής», συνέχισε ο κ. Παπαδημούλης και προσέθεσε ότι «θα την κερδίσουμε μόνο αν, ως αριστεροί και αριστερές, ξανακερδίσουμε την μάχη “άνθρωπο τον άνθρωπο”, της επικοινωνίας στο δρόμο. Γιατί όσο ανακάμπτει μαζί με την οικονομία και ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο θα δυναμώνει και ο βρόμικος πόλεμος από τα ΜΜΕ και από τη βιομηχανία των fake news, που θα κάνουν θραύση σε αυτές τις εκλογές».

Αναφερόμενος στις ευρωεκλογές, υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να τις υποτιμούμε, καθώς «είναι οι πιο σημαντικές ευρωεκλογές των τελευταίων δεκαετιών, εκεί θα κριθεί το αν η Ευρώπη θα προχωρήσει προς τα εμπρός, προς μία κατεύθυνση πολιτικής ενοποίησης με δημοκρατικά χαρακτηριστικά, όπως επιδιώκουν η Αριστερά και οι δημοκρατικές δυνάμεις, ή αν θα οπισθοδρομήσει, αν θα πάει πολύ πίσω, όπως επιδιώκει όχι μόνο η ανερχόμενη ακροδεξιά, αλλά και η ταχεία “ορμπανοποίηση” του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος».

«Το ΕΛΚ» τόνισε, «προτείνει στη θέση του Γιούνκερ τον Βέμπερ, που είναι πολύ πιο δεξιός όχι μόνο από τον Γιούνκερ αλλά και από την Άγγελα Μέρκελ. Έφτασε στο σημείο να δηλώνει “έτοιμος να συμμαχήσει με κάθε φιλοευρωπαίο, ακόμη και με τον Σαλβίνι”. Σκεφτείτε πού θα πάει το πράγμα».

Χαρακτήρισε μάλιστα «Μαυρογιαλούρο εκ Βαυαρίας» τον κ. Βέμπερ για όσες «πολιτικάντικες μπαρούφες» είπε σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα στην Ελλάδα και την πρόθεσή του να συζητήσει μείωσή τους εάν εκλεγεί πρωθυπουργός ο Κυρ. Μητσοτάκης. «Σε λίγες ώρες τον “άδειασαν χοντρά”, τον έκαναν “ρόμπα”, το Βερολίνο (δηλαδή τα κόμματα που τον πρότειναν) και οι Βρυξέλλες, διά του εκπροσώπου της Κομισιόν», ενώ επανέλαβε ότι «ήταν η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που υπέγραψε για πρωτογενή πλεονάσματα 4,5%».

Αναφερόμενος στη Συμφωνία των Πρεσπών, είπε πως «κάθε μέρα που περνά, η στήριξη της Συμφωνίας και στην Ελλάδα θα ενισχύεται, καθώς υποχωρούν οι φόβοι, οι επιφυλάξεις, οι προκαταλήψεις, η άρνηση που πολλές φορές στηρίζεται είτε σε έλλειμμα πληροφόρησης είτε σε fake news».

Υπογράμμισε μάλιστα το εύρημα δημοσκόπησης σύμφωνα με το οποίο «αυτοί που θεωρούν θετική την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών ανέρχονται πια στο 36%, όταν ένα χρόνο πριν ήταν της τάξης του 15%» και εκτίμησε ότι «δεν θα υποστεί πολιτική ζημιά, δεν θα έχει εκλογικό κόστος ο ΣΥΡΙΖΑ από τη Συμφωνία των Πρεσπών, αντίθετα συμβαίνουν ήδη δύο πράγματα: ενισχύεται ο γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας και επιταχύνεται η διαμόρφωση του πολιτικού διπολισμού […] πολλοί άνθρωποι του δημοκρατικού Κέντρου, της ανένταχτης Αριστεράς, της Οικολογίας, ακόμη και της μετριοπαθούς Κεντροδεξιάς, αλλάζουν στάση προς το ΣΥΡΙΖΑ επί το θετικότερο, λόγω της τόλμης της κυβέρνησης».