Déjà vu

Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά ακροδεξιά κόμματα με τα ίδια χαρακτηριστικά έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους, λίγο-πολύ παντού στην Ευρώπη. Δεν παρουσιάζονται πια σαν ανατρεπτικά αλλά παίζουν όπως και τα ελληνικά ομόλογά τους των οποίων την ιδεολογική ηγεμονία διεκδικεί σήμερα η ΝΔ από τη Χρυσή Αυγή, το χαρτί της θεσμικής κανονικότητας, εκμεταλλεύονται τη δυσαρέσκεια των λαϊκών τάξεων προσπαθώντας να γίνουν, η να γίνουν ξανά, κόμματα εξουσίας.

Του Τριαντάφυλλου Τρανού*

Ο Ιταλός ιστορικός και φιλόσοφος Έντσο Τραβέρσο, αναλύοντας τις διαφορές τους με τους ιστορικούς φασισμούς του 20ού αιώνα, προτείνει την έννοια του «μεταφασισμού», έννοια που τονίζει τη μεταβατική φύση ενός εν εξελίξει φαινομένου, στο οποίο οφείλουμε να επισημαίνουμε τόσο τη συνέχεια (τη συχνά συγκαλυμμένη ή και αποκηρυγμένη μα πάντα ορατή κληρονομιά του κλασικού φασισμού) όσο και τις ρήξεις (μια χαλαρή και ασαφή ιδεολογία, που συνδυάζει λαϊκισμό και ξενοφοβία.

Η φασίζουσα ακροδεξιά πολιτική συγκεντρώνει ξανά  σήμερα μετά από πολλές δεκαετίες όλες τις δυνάμεις της  με στόχο να βρεθεί και να διατηρηθεί στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής. Πολλά ακροδεξιά κόμματα αναρριχήθηκαν, εύκολα η δύσκολα, στην λεγόμενη “κορυφή της εκλογικής σκάλας” γραπώθηκαν από αυτήν, με στόχο να παραμείνουν εκεί για πάντα. Για τους δημοκρατικούς πολίτες γεννιούνται αναπόφευκτα δύο ερωτήματα  τα οποία δεν έχουν εύκολες απαντήσεις: γιατί συμβαίνει αυτό και γιατί συμβαίνει τώρα; Στο βιβλίο The Politics of Fear: What Right-Wing Populist Discourses Mean, η Ruth Wodak ιχνηλατεί την πορεία αυτών των κομμάτων από το παγωμένο περιθώριο του πολιτικού τοπίου στο θερμό κέντρο του, βοηθώντας μας να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίου μετασχηματίστηκαν οι άλλοτε μπουφονικοί και γραφικοί ηγέτες της ακροδεξιάς από περιθωριακές φωνές σε “πειστικούς” πολιτικούς ηγέτες που επιβάλλουν την ατζέντα τους στην καθημερινότητα, με την βοήθεια και την συνενοχή των συστημικών μέσων ενημέρωσης. Εξετάζοντας εξαντλητικά τα στοιχεία της εθνικιστικής, ξενοφοβικής, ρατσιστικής και αντισημιτικής ρητορικής, η Ruth Wodak οικοδομεί ένα νέο πλαίσιο για την διερεύνηση και την κατανόηση της λεγόμενης «πολιτικής του φόβου», τα τοξικά προϊόντα της οποίας, επιβάλλουν νέες κοινωνικές διαιρέσεις που αφορούν στο έθνος, το φύλο και το σώμα εξίσου. Τα πορίσματα της έρευνάς της μεγεθύνουν τη μικροπολιτική δομή του δεξιού λαϊκισμού. Καθίσταται έτσι ορατός ο τυπικός  και μη τυπικός λόγος, τα είδη, οι εικόνες και τα κείμενα που οι ακροδεξιοί επιλέγουν, χειραγωγούν και αξιοποιούν και τα οποία τόσο σε θεσμικό όσο και σε καθημερινό πλαίσιο επιφέρουν  βαθιές συνέπειες. Αυτό το βιβλίο πρέπει να το διαβάσουν, πέρα από τους ερευνητές της γλωσσολογίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της πολιτικής επιστήμης, όσοι -ες επιθυμούν να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά αυτές τις δυναμικές που αναδιαμορφώνουν και στον τόπο μας τον πολιτικό  χώρο.

Αν όμως όλα αυτά μας φαίνονται ήδη γνωστά, τότε σίγουρα όπως και στο το φαινόμενο της  προκαταβολικά βιωμένης εμπειρίας, το déjà vu, υπάρχει κάποιος λόγος που αυτό συμβαίνει, ο οποίος δεν είναι μόνο νευροβιολογικής τάξεως. Οι ανησυχητικές, φαιές εικόνες που μας πλασάρουν τα καθεστωτικά ΜΜΕ είναι γνώριμες από το πλέον οδυνηρό πολιτικό παρελθόν του 20ου αιώνα. Αποτελούν ταυτόχρονα ισχυρό προμήνυμα κινδύνου για το μέλλον και αλάνθαστο σημάδι της «αισθητικοποίησης της πολιτικής» που επέβαλε κάποτε ο φασισμός και της μετατροπής της σε βίαιο θέαμα. Μας δείχνουν ακόμη ότι ποτέ η κοινωνία, ειδικά αυτή της Θεσσαλονίκης, δεν διέφυγε οριστικά από τον κίνδυνο του φασισμού. Το αντίδοτο αυτής της αρρώστιας, η πολιτικοποίηση της αισθητικής από τα κάτω, η κινητοποίηση όλων των υγιών δυνάμεων της πόλης και η κατανόηση και η ενίσχυση της ενεργητικής λειτουργίας της πολιτικής μνήμης  μας είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητα από ποτέ.

*Ο Τριαντάφυλλος Τρανός είναι εκπαιδευτικός