Διπλωματικές πηγές: Πρώτη φορά η ΕΕ αποφασίζει μέτρα εις βάρος της Τουρκίας

Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίζει μέτρα εις βάρος της Τουρκίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα για τις ενέργειές της στην Κυπριακή ΑΟΖ» επισημαίνουν διπλωματικές πηγές μετά τη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ στο Λουξεμβούργο. «Στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων δόθηκε μια σκληρή μάχη της Ελλάδας» προσθέτουν.

Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, «το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων υπογραμμίζει τη σοβαρή αρνητική επίδραση που έχουν άμεσα αυτές οι παράνομες ενέργειες σε όλο το εύρος των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας» και «καλεί την Τουρκία να δείξει αυτοσυγκράτηση, σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου και να απέχει από αυτές τις ενέργειες».

Επίσης, σημειώνεται ότι η ΕΕ θα παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις και είναι έτοιμη να αντιδράσει καταλλήλως και σε απολυτή αλληλεγγύη με την Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως υπογραμμίζουν οι διπλωματικές πηγές, το Συμβούλιο καλεί την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης) να καταθέσει επιλογές για κατάλληλα μετρά χωρίς καθυστέρηση.

Σε σχέση με την Αλβανία, οι διπλωματικές πηγές παρατηρούν πως για πρώτη φορά το Συμβούλιο θέτει επίσημα την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, ως κριτήρια για την ενταξιακή διαδικασία.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τη Βόρεια Μακεδονία σημειώνουν πως για πρώτη φορά το Συμβούλιο δεν καλωσορίζει μόνο ως ιστορική τη Συμφωνία των Πρεσπών, τονίζοντας τη σημασία της για την ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας, άλλα υπογραμμίζει τη σημασία της εφαρμογής της. Με αυτόν τον τρόπο, διαμηνύουν οι ίδιες διπλωματικές πηγές, η ΕΕ αποκτά ρόλο στην παρακολούθηση της πιστής εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ καλεί την Κομισιόν να προτείνει μέτρα κατά της Τουρκίας

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ κάλεσαν σήμερα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει «κατάλληλα μέτρα» έναντι της Τουρκίας, λόγω των συνεχιζόμενων εξορύξεων στην κυπριακή ΑΟΖ, όπως τόνισε ο επίτροπος Διεύρυνσης, Γιοχάνες Χαν, σε συνέντευξη Τύπου στο Λουξεμβούργο μετά το πέρας του Συμβουλίου Γενικών υποθέσεων της ΕΕ (επιβεβαιώνοντας και όσα ανέφεραν νωρίτερα ελληνικές διπλωματικές πηγές και αναφέρονται παραπάνω). Η ΕΕ αποφάσισε να «παγώσει» πέρα από τις ενταξιακές συνομιλίες και τις εργασίες για την Τελωνειακή Ένωση.

«Το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να απομακρύνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπενθυμίζοντας τα συμπεράσματά του της 26ης Ιουνίου 2018, το Συμβούλιο σημειώνει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας έχουν ουσιαστικά σταματήσει και ότι δεν μπορούν να ανοίξουν ή να ολοκληρωθούν περαιτέρω κεφάλαια και δεν προβλέπεται περαιτέρω εργασία για τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας», αναφέρουν τα συμπεράσματα.

Το Συμβούλιο “υπενθυμίζει και επιβεβαιώνει τα προηγούμενα συμπεράσματα του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 2018, που καταδικάζουν έντονα τις συνεχιζόμενες παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο Πέλαγος”.

Επιπλέον, το Συμβούλιο, όπως δηλώνεται στα συμπεράσματά του της 11ης Δεκεμβρίου 2006 και της 26ης Ιουνίου 2018, το οποίο ακολούθησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, καθώς και στη δήλωση της 21ης ​​Σεπτεμβρίου 2005, καλεί την Τουρκία “να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του διαπραγματευτικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους και άνευ διακρίσεων εφαρμογής του πρόσθετου πρωτοκόλλου της συμφωνίας σύνδεσης προς όλα τα κράτη μέλη. Το Συμβούλιο επαναλαμβάνει ότι η αναγνώριση όλων των κρατών μελών είναι απαραίτητη”.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα η Τουρκία “πρέπει να αποφύγει απειλές και ενέργειες που βλάπτουν τις σχέσεις καλής γειτονίας, εξομαλύνουν τις σχέσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία και σέβονται την κυριαρχία όλων των κρατών μελών της ΕΕ στα χωρικά τους ύδατα και τον εναέριο χώρο, καθώς και όλα τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, μεταξύ άλλων, και να εκμεταλλεύονται τους φυσικούς πόρους, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της UNCLOS”.

ΑΠΕ-ΜΠΕ