Economist: Το τέλος του «αρραβώνα» για ΗΠΑ και Κίνα

Οι δύο παγκόσμιες υπερδυνάμεις ΗΠΑ και Κίνα έχουν μετατραπεί σε αντιπάλους, γράφει το βρετανικό περιοδικό Economist με αφορμή την ευρασιατική σύνοδο στις Βρυξέλλες. Τα τελευταία 25 χρόνια η προσέγγιση της Αμερικής προς την Κίνα, βασίστηκε σε ένα δόγμα σύγκλισης: Η πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση θα καθιστούσε την Κίνα πλουσιότερη, πιο φιλελεύθερη, πλουραλιστική και δημοκρατική. Υπήρξαν κρίσεις, αλλά η Αμερική πίστευε ότι με τα κατάλληλα κίνητρα, η Κίνα θα συμμετείχε στην παγκόσμια τάξη ως «υπεύθυνο μέρος». Σήμερα αυτή η σύγκλιση είναι νεκρή. Η Αμερική βλέπει πλέον την Κίνα ως στρατηγικό αντίπαλο, έναν μοχθηρό δρώντα και παραβάτη κανονισμών. Η κυβέρνηση Τραμπ κατηγορεί το Πεκίνο ότι παρεμβαίνει στην κουλτούρα και την πολιτική της Αμερικής, ότι κλέβει πνευματική ιδιοκτησία και έχει άνισους εμπορικούς κανόνες καθώς και ότι επιδιώκει ηγετικό ρόλο όχι μόνο στην Ασία αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, κατηγορεί την Κίνα για το ιστορικό ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της με μια επιθετική προσέγγιση προς το εξωτερικό. Την ίδια στιγμή και η Κίνα μεταβάλλει τη στάση της. Οι διαμορφωτές στρατηγικής στην Κίνα υποψιάζονταν εδώ και καιρό ότι η Αμερική ήθελε κρυφά να μπλοκάρει την άνοδο της χώρας τους. Η κατάσταση εμπνέει βαθιές ανησυχίες καθώς σύμφωνα με αναλυτές η ιστορία δείχνει ότι ηγεμονικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, και αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα, μπορεί να εγκλωβιστούν σε έναν κύκλο πολεμικής αντιπαλότητας .

Η στρατηγική της Αμερικής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει ένα πλεονέκτημα που την διαχωρίζει σαφώς από την Κίνα: τις συμμαχίες. Για παράδειγμα, στον εμπορικό τομέα, θα πρέπει να συνεργαστεί με την Ε.Ε. και την Ιαπωνία και να πιέσει την Κίνα να αλλάξει. Οι συμμαχίες είναι η καλύτερη πηγή προστασίας για τις ΗΠΑ έναντι του πλεονεκτήματος που θα αποκτήσει η Κίνα από την αυξανόμενη οικονομική και στρατιωτική της δύναμη. Ίσως ήταν αναπόφευκτο να καταλήξουν η Αμερική και η Κίνα αντίπαλοι, αλλά δεν είναι και αναπόφευκτο αυτή η αντιπαλότητα να καταλήξει σε πόλεμο, εκτιμά ο Economist.