Εκτακτη Σύνοδο Κορυφής θα ζητήσει ο πρωθυπουργός

Εκτακτη σύγκληση της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης (Euro Summit) προσανατολίζεται να ζητήσει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μετά το χθεσινό αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και θεσμών σχετικά με τα προληπτικά μέτρα και τη συνακόλουθη ματαίωση του Eurogroup που είχε δρομολογηθεί για τη Μεγάλη Πέμπτη.

Η χθεσινή εξέλιξη προκάλεσε οργή στο Μέγαρο Μαξίμου, πυροδοτώντας έναν νέο κύκλο επαφών του ίδιου του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με ηγέτες και παράγοντες της Ε.Ε. προς αναζήτηση λύσης. Ο πρωθυπουργός αναμένεται να επικοινωνήσει σήμερα με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ζητώντας την άμεση σύγκληση της Συνόδου της Ευρωζώνης, προκειμένου –όπως διαμηνύεται από το Μαξίμου– να διασφαλιστεί η τήρηση της συμφωνίας που υπεγράφη τον περασμένο Ιούλιο. Η ελληνική κυβέρνηση εκτιμά ότι η απαίτηση του ΔΝΤ για προληπτική νομοθέτηση μέτρων συνιστά παραβίαση του μνημονίου του περασμένου Ιουλίου, ενώ ο κ. Τσίπρας φέρεται να επισημαίνει ότι, πέραν των συνταγματικών κωλυμάτων, μία τέτοια εξέλιξη δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή όχι μόνον από την κυβερνητική πλειοψηφία αλλά και από το σύνολο της Βουλής, αφήνοντας έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο για πολιτικές εξελίξεις. Σφόδρα ενοχλημένος από την εξέλιξη είναι και ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος, που είχε εξαρχής εκφράσει επιφυλάξεις, χωρίς πάντως να τίθεται ζήτημα με την παραμονή του στο κυβερνητικό σχήμα.

«Χρειάζεται περισσότερος χρόνος», έγραψε ο εκπρόσωπος του Γερούν Ντάισελμπλουμ στο twitter χθες το βράδυ, προσθέτοντας ότι η συνάντηση για την πρώτη αξιολόγηση, για τα επιπλέον μέτρα αλλά και για το χρέος «μεταφέρεται για αργότερα».

Η ελληνική πρόταση για τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού διόρθωσης πιθανών αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους, που παρουσίασε χθες η κυβέρνηση στην τρόικα, δεν έγινε δεκτή, καθώς δεν υπήρχε καμία αναφορά σε συγκεκριμένα μέτρα. Γεγονός το οποίο, σύμφωνα με αρμόδια στελέχη, βρίσκει αντίθετους τους δανειστές της χώρας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αλλά και τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, που θέλουν η Αθήνα να ψηφίσει από τώρα όλα τα μέτρα (συνολικού ύψους 3,6 δισ. ευρώ) που θα εφαρμόσει σε περίπτωση αστοχιών τα επόμενα χρόνια. Την ίδια στιγμή, πηγές των πιστωτών σημείωναν ότι η ελληνική πρόταση απερρίφθη για δύο βασικούς λόγους, αφενός δεν περιείχε συγκεκριμένα και δεσμευτικά μέτρα, αφετέρου δεν δέχονταν το ελληνικό επιχείρημα περί συνταγματικού προβλήματος ως προς τη δυνατότητα νομοθέτησης μέτρων που θα ενεργοποιούνταν υπό προϋποθέσεις.

Χθες το απόγευμα, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης και ο διευθυντής του Γραφείου του Πρωθυπουργού, Δημήτρης Τζανακόπουλος, είχαν συνάντηση με τους επικεφαλής των θεσμών για να παρουσιάσουν τη νομική τεκμηρίωση της ελληνικής πρότασης για το ζήτημα των προληπτικών μέτρων. Αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος είχε μικρής διάρκειας συνομιλία με τους επικεφαλής της τρόικας για το ίδιο θέμα, ενώ αμέσως μετά δήλωσε ότι η κυβέρνηση παρουσίασε την πρότασή της, με το ΔΝΤ να ανθίσταται σε αυτήν.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ελληνική πρόταση βασίζεται στην ύπαρξη ενός αυτόματου μηχανισμού διόρθωσης των αστοχιών. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει τα μέτρα να λαμβάνονται όταν θα επικυρώνονται τα αποτελέσματα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού από την Εurostat τον Απρίλιο του επομένου έτους. Τότε ο υπουργός Οικονομικών θα αποφασίζει τι μέτρα θα ληφθούν και θα εφαρμόζονται άμεσα, ενώ η Αθήνα δεν θέλει να αποκλείεται και η επιβολή φόρων, πέραν των περικοπών στις δαπάνες.

Οι δανειστές θεωρούν ότι η ελληνική πρόταση είναι «γενική» και σίγουρα δεν ικανοποιεί την ανάγκη να υπάρχει ένας «αξιόπιστος μηχανισμός», όπως λένε, που θα διαβεβαιώνει τους εταίρους αλλά και τις αγορές ότι η Ελλάδα θα εφαρμόσει περαιτέρω μέτρα σε περίπτωση που οι στόχοι δεν ικανοποιηθούν. Γι’ αυτό και θέλουν από τώρα η Ελλάδα να νομοθετήσει μέτρα ύψους 3,6 δισ. ευρώ, τα οποία θα εφαρμοστούν εφόσον υπάρχουν αποκλίσεις μέσα στην επόμενη διετία. «Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην πολιτική βούληση της ελληνικής κυβέρνησης», λέει Ευρωπαίος αξιωματούχος, τονίζοντας ότι χρειάζονται συγκεκριμένος μηχανισμός και μέτρα. Ωστόσο κυβερνητικά στελέχη σημείωναν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε νομικά ούτε πολιτικά.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούσαν ότι το αδιέξοδο που έχει προκύψει στο θέμα των προληπτικών μέτρων μπορεί να χρειαστεί παρέμβαση σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό των επικεφαλής των θεσμών.