Επιστολή στη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Ρόζα! Σε ξέρω από παιδί. Τώρα πια έχω τα διπλάσια χρόνια από σένα όταν σε χτύπησαν μέχρι θανάτου τον Ιανουάριο 1919, λίγες εβδομάδες αφότου μαζί με τον Κάρλ Λίμπκνεχτ ιδρύσατε το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Συχνά ξεπηδάς μέσα από σελίδες που διαβάζω –μερικές φορές και μέσα από κάποια σελίδα που προσπαθώ να γράψω– κι έρχεσαι να με συναντήσεις μ’ ένα νεύμα κι ένα χαμόγελο. Καμιά σελίδα και κανένα από τα κελιά όπου τόσες φορές σε φυλάκισαν δεν μπόρεσε ποτέ να σε χωρέσει.

Θέλω να σου στείλω κάτι. Πριν μου το δώσουν, το αντικείμενο αυτό βρισκόταν στην πόλη Ζάμοσκ, στη νοτιο-ανατολική Πολωνία. Στην πόλη που γεννήθηκες κι όπου ο πατέρας σου εμπορευόταν ξυλεία. Ωστόσο, αυτό που σας δένει δεν είναι τόσο απλό.

Το αντικείμενο αυτό ανήκε σε μια Πολωνέζα φίλη, τη Ζανίν. Ζούσε μόνη της, όχι στην κομψή κεντρική πλατεία όπου έζησες εσύ τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής σου αλλά σε ένα μικρό σπίτι στα προάστια, στην άκρη της πόλης.

Το σπίτι τής Ζανίν και ο μικροσκοπικός της κήπος ήταν γεμάτα γλάστρες. Ακόμα και στο υπνοδωμάτιό της είχε γλάστρες. Όταν ερχόταν κάποιος επισκέπτης, η μεγαλύτερη ευχαρίστησή της ήταν να του δείχνει, με τα γερασμένα χέρια τής εργάτριας, πόσο ξεχωριστό ήταν καθένα από τα φυτά της. Τα φυτά στις γλάστρες ήταν η παρέα της. Φλυαρούσε και αστειευόταν μαζί τους.

Παρότι δεν μιλάω πολωνικά, η ευρωπαϊκή χώρα που νιώθω ίσως περισσότερο πατρίδα μου είναι η Πολωνία. Με τους ανθρώπους της μοιράζομαι κάτι σαν την τάξη των πραγμάτων. Οι περισσότεροι δεν θέλγονται από την Εξουσία, γιατί έχουν ζήσει τις πιο απίθανες εναλλαγές εξουσίας. Είναι εξασκημένοι να βρίσκουν τρόπους για να ξεπερνούν εμπόδια. Εφευρίσκουν διαρκώς τεχνάσματα. Κρατούν μυστικά. Έχουν βαθιές μνήμες. Φτιάχνουν λαπαθόσουπα από άγριο λάπαθο. Θέλουν να είναι χαρούμενοι.

Κάτι παρόμοιο λες κι εσύ σε μια από τις οργισμένες επιστολές σου από τη φυλακή. Απαντούσες σε ένα θρηνητικό γράμμα φίλου και ο αυτοοικτιρμός πάντοτε σε εξόργιζε. «Το να είσαι άνθρωπος», λες, «είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Και σημαίνει να είσαι σταθερός και σαφής και χαρούμενος, ναι, χαρούμενος σε πείσμα όλων, γιατί οι ολοφυρμοί είναι δουλειά των αδύναμων. Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να πετάς με χαρά τη ζωή σου σαν νόμισμα στα γιγάντια σκαλοπάτια τής μοίρας και την ίδια στιγμή να απολαμβάνεις τη λαμπρότητα κάθε μέρας, την ομορφιά κάθε σύννεφου».

Στην Πολωνία έχει αναπτυχθεί ένα καινούριο εμπόριο, αυτοί που το ασκούν ονομάζονται stacz, που σημαίνει ‘αντικαταστάτες’. Πληρώνεις έναν άντρα ή μια γυναίκα για να σταθεί σε μια ουρά και μετά από ώρα (οι περισσότερες ουρές είναι τεράστιες), όταν ο ‘αντικαταστάτης’ βρίσκεται κοντά στην αρχή της ουράς, παίρνεις τη θέση του ή τη θέση της. Μπορεί να είναι ουρά για φαγητό, για ένα μαγειρικό σκεύος, για κάποια άδεια, για μια κυβερνητική σφραγίδα σε έγγραφο, για ζάχαρη, για λαστιχένιες μπότες…

Επινοούν πολλούς τρόπους για να ξεπερνούν εμπόδια.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η φίλη μου η Ζανίν αποφάσισε να πάρει το τρένο για τη Μόσχα, όπως είχαν ήδη κάνει πολλοί γείτονές της. Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Είχαν περάσει μόλις ένα-δυο χρόνια από τη σφαγή στο Dzank και άλλα λιμάνια, όπου εκατοντάδες απεργοί εργάτες ναυπηγίων είχαν πέσει νεκροί από πυρά Πολωνών στρατιωτών και αστυνομικών υπό τις διαταγές της Μόσχας.

Εσύ το είχες προβλέψει, Ρόζα, είχες προβλέψει τους κινδύνους που κρύβονταν στον τρόπο με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι αντιμάχονταν κάθε λογική, το προέβλεψες ήδη από το 1918 στο σχόλιό σου για τη Ρωσική Επανάσταση. «Ελευθερία μόνο για τα μέλη της Κυβέρνησης, μόνο για τα μέλη του Κόμματος –έστω κι αν αυτά είναι πάρα πολλά– δεν είναι καθόλου ελευθερία. Η ελευθερία είναι πάντα ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά. Όχι εξαιτίας κάποιας φανατικής αντίληψης για τη δικαιοσύνη αλλά επειδή από αυτή τη διάσταση της ελευθερίας πηγάζει η διδακτική, ευεργετική και εξαγνιστική ιδιότητα της πολιτικής ελευθερίας, ενώ η δραστικότητά της χάνεται όταν η ‘ελευθερία’ γίνεται ειδικό προνόμιο».

Η Ζανίν πήρε το τρένο για τη Μόσχα προκειμένου να αγοράσει χρυσό. Εκεί η τιμή του ήταν τρεις φορές πιο χαμηλή απ’ ό,τι στην Πολωνία. Αφήνοντας πίσω της το Belorussky Station βρήκε κάποια στιγμή το στενό δρομάκι όπου πουλούσαν δαχτυλίδια κοσμηματοπώλες με τη σχετική άδεια. Σε μια ήδη μεγάλη ουρά περίμεναν κι άλλες ‘αλλοδαπές’ γυναίκες. Προς τήρηση του νόμου και της τάξης καθεμιά είχε γραμμένο στην παλάμη της με κιμωλία έναν αριθμό που έδειχνε τη θέση της στην ουρά. Ενας αστυνομικός ήταν επιφορτισμένος με αυτήν τη δουλειά. Όταν η Ζανίν εφτασε επιτέλους στο ταμείο, με τα ρούβλια που είχε αγόρασε τρία χρυσά δαχτυλίδια.

Γυρίζοντας στον σταθμό είδε το αντικείμενο που θέλω να σου στείλω, Ρόζα. Κόστιζε μόνο 60 καπίκια. Το αγόρασε χωρίς να το σκεφτεί. Κέντρισε τη φαντασία της. Θα συνομιλούσε με τα φυτά στις γλάστρες της.

Χρειάστηκε να περιμένει πολύ στον σταθμό για το τρένο του γυρισμού. Τους γνώριζες, Ρόζα, αυτούς τους ρωσικούς σταθμούς που γίνονταν κατασκηνώσεις για επιβάτες μακράς αναμονής. Η Ζανίν πέρασε ένα από τα δαχτυλίδια στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της και έκρυψε τα άλλα δύο σε πιο απόκρυφα μέρη. Όταν έφτασε το τρένο της, ανέβηκε κι αναστέναξε με ανακούφιση καθώς ένας στρατιώτης της πρόσφερε μια γωνιακή θέση – έτσι θα μπορούσε να κοιμηθεί. Πέρασε τα σύνορα χωρίς προβλήματα.

Στο Ζάμοσκ πούλησε τα δαχτυλίδια σε διπλάσια τιμή – κι ήταν και πάλι πολύ πιο φτηνά απ’ όσο θα μπορούσε να τα αγοράσει κανείς στην Πολωνία. Αφαιρώντας το κόστος του ταξιδιού η Ζανίν είχε ένα μικρό έκτακτο κέρδος.

Το αντικείμενο που θέλω να σου στείλω το τοποθέτησε στο περβάζι της κουζίνας της.

Ο στόχος μιας εγκυκλοπαίδειας είναι να συναρμόσει όλη τη γνώση τη σκορπισμένη στην επιφάνεια της γης, να καταδείξει το γενικό σύστημα στους συνανθρώπους μας και να το μεταδώσει σε εκείνους που θα έρθουν μετά από εμάς, έτσι ώστε τα επιτεύγματα των περασμένων αιώνων να μην μείνουν χωρίς αξία για τους επόμενους αιώνες, έτσι ώστε οι απόγονοί μας, γνωρίζοντας περισσότερα, να γίνουν πιο ενάρετοι και πιο ευτυχισμένοι…

Ο Ντιντερό, το 1750, εξηγούσε έτσι την Εγκυκοπαίδεια στη δημιουργία της οποίας είχε μόλις συμβάλει.

Το αντικείμενο στο περβάζι έχει κάτι εγκυκλοπαιδικό. Είναι ένα λεπτό κουτί από χαρτόνι, μεγάλο όσο το τέταρτο μιας κόλας χαρτί. Στο καπάκι του έχει τυπωμένη μια έγχρωμη γκραβούρα που παριστάνει έναν μυγοχάφτη με κολάρο και από κάτω δύο λέξεις στα ρωσικά με κυριλλικούς χαρακτήρες: ΩΔΙΚΑ ΠΤΗΝΑ.

Άνοιξε το καπάκι. Θα δεις μέσα τρεις σειρές σπιρτόκουτα, από έξι σε κάθε σειρά. Σε κάθε σπιρτόκουτο είναι τυπωμένη η έγχρωμη γκραβούρα ενός διαφορετικού ωδικού πτηνού. Δεκαοκτώ διαφορετικοί αοιδοί. Και κάτω από κάθε γκραβούρα τυπωμένο με πολύ μικρά γράμματα το όνομα κάθε πουλιού στα ρωσικά. Εσύ, που έγραφες με πάθος στα ρωσικά, τα πολωνικά και τα γερμανικά, θα μπορούσες να τα διαβάσεις. Εγώ δεν μπορώ. Είμαι υποχρεωμένος να μαντέψω ανακαλώντας θολές μνήμες από σποραδικές παρατηρήσεις του κόσμου των πουλιών.

Η ικανοποίηση της αναγνώρισης ενός πουλιού καθώς πετά ψηλά ή χάνεται μέσα σε μια δεντροστοιχία είναι παράξενο συναίσθημα, δεν νομίζεις; Περιλαμβάνει μια αλλόκοτη, στιγμιαία αίσθηση οικειότητας, σαν τη στιγμή της αναγνώρισης να απευθύνεται κανείς στο πουλί – μέσα στον θόρυβο και τη σύγχυση αμέτρητων άλλων συμβάντων, να του απευθύνεται με το ξεχωριστό χαϊδευτικό του όνομα. Σουσουράδα! Σουσουράδα!

Από αυτά τα δεκαοκτώ πουλιά αναγνωρίζω, ίσως, πέντε.

Τα κουτιά είναι γεμάτα σπίρτα με πράσινα γυαλιστερά κεφάλια. Εξήντα σε κάθε κουτί. Όσα τα δευτερόλεπτα του λεπτού και τα λεπτά της ώρας. Καθένα μια δυνητική φλόγα.

«Η σύγχρονη τάξη των προλετάριων», έγραψες, «δεν αγωνίζεται ακολουθώντας κάποιο σχέδιο βγαλμένο από βιβλίο ή θεωρία. Ο αγώνας του σύγχρονου εργάτη είναι μέρος της ιστορίας, είναι μέρος της κοινωνικής προόδου, και μέσα στον ρου της ιστορίας, εν μέσω της προόδου, μέσα στη μάχη, μαθαίνουμε πώς πρέπει να πολεμάμε».

Στο καπάκι του χαρτονένιου κουτιού υπάρχει ένα σύντομο επεξηγηματικό σημείωμα που απευθύνεται στους συλλέκτες σπιρτόκουτων (τους ‘φιλοφλογιστές’ / phillumenists, όπως τους λένε) της ΕΣΣΔ του ‘70.

Το σημείωμα δίνει τις εξής πληροφορίες: Σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης, τα πουλιά προηγήθηκαν των ζώων. Εκτιμάται ότι σήμερα υπάρχουν περίπου 5.000 διαφορετικά είδη πουλιών στον κόσμο. Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν 400 είδη ωδικών πτηνών. Γενικά αυτά που τραγουδούν είναι τα αρσενικά. Τα ωδικά πτηνά έχουν ειδικά αναπτυγμένες φωνητικές χορδές στη βάση του λαιμού τους. Φωλιάζουν συνήθως σε θάμνους ή δέντρα. Είναι αρωγοί της γεωργίας δημητριακών γιατί τρώνε κι έτσι εξολοθρεύουν ορδές εντόμων. Πρόσφατα, σε απομακρυσμένες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης αναγνωρίστηκαν τρία νέα είδη ωδικού σπουργίτη.

Η Ζανίν κρατούσε το κουτί στο περβάζι της κουζίνας της. Της έφτιαχνε τη διάθεση και τον χειμώνα τής θύμιζε το τραγούδι των πουλιών.

Όταν σε είχαν φυλακίσει επειδή κατήγγειλες κατηγορηματικά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, άκουγες έναν μπλε αιγίθαλο «που στεκόταν πάντα κοντά στο παράθυρό μου, ερχόταν μαζί με τους άλλους για να ταϊστεί και τραγουδούσε το αστείο μικρό του τραγουδάκι με επιμέλεια, τσι-τσι-μπέι, που ωστόσο ακουγόταν σαν πείραγμα άτακτου παιδιού. Με έκανε πάντα να γελάω και απαντούσα με το ίδιο κάλεσμα. ΄Υστερα, στις αρχές του μήνα, το πουλί εξαφανίστηκε μαζί με τα άλλα πουλιά, βρίσκοντας προφανώς αλλού φωλιά. Για μέρες πολλές ούτε το είδα ούτε το άκουσα. Εχθές, ο οικείος σκοπός ακούστηκε ξαφνικά από την άλλη πλευρά του τοίχου που χωρίζει την αυλή μας από άλλο τμήμα της φυλακής. Ωστόσο ήταν αισθητά αλλαγμένος. Το πουλί κελάηδησε τρεις φορές απανωτά, τσι-τσι μπέι, τσι-τσι μπέι, τσι-τσι μπέι, κι ύστερα σιωπή. Μίλησε στην καρδιά μου αυτό το βιαστικό κάλεσμα από μακριά γιατί είχε τόσο πολλά να πει – μια ολόκληρη ιστορία ζωής πουλιού».

Μερικές εβδομάδες αργότερα η Ζανίν αποφάσισε να βάλει το κουτί στο ντουλάπι κάτω από τη σκάλα. Το ντουλάπι αυτό ήταν κάτι σαν καταφύγιο για τη Ζανίν, ό,τι κοντινότερο σε κελάρι διέθετε, κι εκεί φυλούσε όλα αυτά που αποκαλούσε το απόθεμά της. Το απόθεμα αυτό αποτελείτο από ένα κουτί αλάτι, ένα πακέτο ζάχαρη, ένα μεγαλύτερο πακέτο αλεύρι, ένα τσουβαλάκι κάσα (kasha) και σπίρτα. Οι περισσότερες Πολωνέζες νοικοκυρές διατηρούσαν ένα τέτοιο απόθεμα ως μέσον στοιχειώδους επιβίωσης για τη μέρα που, ξαφνικά, εν μέσω κάποιας εθνικής κρίσης, τα ράφια των μαγαζιών θα έμεναν άδεια. Η επόμενη τέτοια κρίση θα ξεσπούσε το 1980. Ξεκίνησε και πάλι από το Dzank, όπου οι εργάτες κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρόμενοι για την αύξηση των τιμών στα τρόφιμα κι έτσι γεννήθηκε το εθνικό κίνημα της Αλληλεγγύης (Solidarnosc), που έριξε την κυβέρνηση.

«Η σύγχρονη τάξη των προλετάριων», έγραψες μια ολόκληρη ζωή νωρίτερα, «δεν αγωνίζεται ακολουθώντας κάποιο σχέδιο βγαλμένο από βιβλίο ή θεωρία. Ο αγώνας του σύγχρονου εργάτη είναι μέρος της ιστορίας, είναι μέρος της κοινωνικής προόδου, και μέσα στον ρου της ιστορίας, εν μέσω της προόδου, μέσα στη μάχη, μαθαίνουμε πώς πρέπει να πολεμάμε».

Όταν πέθανε η Ζανίν, το 2010, ο γιός της ο Βίτεκ βρήκε το κουτί στο ντουλάπι κάτω από τη σκάλα και το έφερε στο Παρίσι, όπου εργαζόταν ως υδραυλικός και χτίστης. Το έφερε για να το δώσει σ’ εμένα. Είμαστε φίλοι από παλιά. Η φιλία μας ξεκίνησε παίζοντας χαρτιά απόγευμα το απόγευμα. Παίζαμε ένα ρωσικό και πολωνικό παιχνίδι που ονομάζεται Ηλίθιος. Νικητής είναι ο πρώτος που θα καταφέρει να χάσει όλες τις κάρτες του. Ο Βίτεκ μάντεψε ότι το κουτί θα μ’ έβαζε σε σκέψεις.

Ένα από τα πουλιά στη δεύτερη σειρά σπιρτόκουτων είναι, νομίζω, ο σπίνος, με το ροζ στο στήθος και τις δύο λευκές ραβδώσεις στην ουρά. Τσούιιτ! Τσούιιτ! … Συχνά τραγουδούν πολλοί μαζί, χορωδία, απ’ την κορφή ενός θάμνου.

«Αυτός που έκανε τα πιο πολλά για να με επαναφέρει στη λογική είναι ένας μικρός φίλος που την εικόνα του σου στέλνω μέσα σ’ αυτό το γράμμα. Ο σύντροφος αυτός με το καμαρωτό ράμφος, το αυστηρά ανασηκωμένο μέτωπο και το ύφος παντογνώστη ονομάζεται Υπολαϊς, αλλιώς Στριτσίδα». Ήσουν φυλακισμένη στο Πόζναν, το 1917, και συνέχισες το γράμμα σου ως εξής:

Αυτό το πουλί είναι πολύ εκκεντρικό. Δεν τραγουδάει μόνο ένα τραγούδι ή μια μελωδία όπως άλλα πουλιά, είναι ένας ρήτορας με θείο χάρισμα, δημηγορεί βγάζοντας τους λόγους του στον κήπο με πολύ δυνατή φωνή, γεμάτη δραματικό ενθουσιασμό, μεταβατικά άλματα και περάσματα υψιπετούς πάθους. Θέτει τα πιο απίθανα ερωτήματα, κατόπιν σπεύδει να τα απαντήσει μόνος του, με λόγια ακατάληπτα, προβαίνοντας στους πιο τολμηρούς ισχυρισμούς, καταρρίπτοντας με θέρμη απόψεις που κανείς δεν υποστήριξε, παραβιάζει ορθάνοιχτες πόρτες και, ξαφνικά, αναφωνεί θριαμβικά: ‘Δεν σας το είπα εγώ; Δεν σας το είπα εγώ;’ Κι αμέσως μετά προειδοποιεί σε πανηγυρικό τόνο πρόθυμους και απρόθυμους ακροατές: ‘Θα δείτε! Θα δείτε!’ (Έχει την έξυπνη συνήθεια να επαναλαμβάνει δύο φορές κάθε πνευματώδη παρατήρησή του.)

Το κουτί του σπίνου, Ρόζα, είναι γεμάτο σπίρτα.

«Οι μάζες», έγραψες το 1900, «είναι στην πραγματικότητα οι ίδιες ο ηγέτης τους, καθώς διαλεκτικά διαμορφώνουν τη διαδικασία της εξέλιξής τους…»

Πώς να σου στείλω αυτήν τη συλλογή από σπιρτόκουτα, Ρόζα; Οι φονιάδες που σε σκότωσαν πέταξαν το ακρωτηριασμένο σώμα σου σ’ ένα βερολινέζικο κανάλι. Βρέθηκε στα λιμνάζοντα νερά τρεις μήνες αργότερα. Κάποιοι αμφέβαλλαν ότι ήταν το δικό σου σώμα.

Μπορώ να σου το στείλω γράφοντας, σ’ αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, ετούτες τις σελίδες.

«Ήμουν, είμαι, θα είμαι», είπες. Για εμάς, ζεις μέσα απ’ το παράδειγμά σου, Ρόζα. Και νά, το στέλνω στο παράδειγμά σου.

JOHN BERGER

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΜΑΛΙΑ ΖΕΡΒΑ

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκε, όπως και ο Καρλ Λίμπκνεχτ, από τα Frei Korps στο Βερολίνο, στις 15 Ιανουαρίου 1919, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Σπαρτακιστών. Το 2015 ο Τζων Μπέρτζερ της απεθύνει την επιστολή που μεταφράζουμε εδώ. Δημοσιεύτηκε στο New Statement στις 18.9.2015.

ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΑΥΓΗ