Έσπασε το φράγμα του 1 τρισ. δολαρίων και η Amazon

Είναι η κορυφαία εταιρεία ηλεκτρονικού εμπορίου στον πλανήτη, έχει ταράξει τα νερά στον παρασοδιακό κλάδο λιανικής των ΗΠΑ, επιδιώκει δυναμική παρουσία σε άλλες μεγάλες αγορές, όπως αυτή του φαρμάκου. Τα βήματα της Amazon ήταν ταχύτατα τα τελευταία χρόνια και με τον ίδιο ρυθμό, που επεκτεινόταν σε νέες αγορές και δραστηριότητες, αυξανόταν και η κεφαλαιοποίησή της.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι κατέστη η δεύτερη, μετά την Apple, εισηγμένη των ΗΠΑ, που έσπασε το φράγμα του 1 τρισ. δολ. σε όρους χρηματιστηριακής αξίας, μάλλον δεν εκπλήσσει. Αυτό που περισσότερο εντυπωσιάζει είναι η ταχύτητα, με την οποία το πέτυχε.

Η μετοχή της εταιρείας, που ίδρυσε το 1994 ο Τζεφ Μπέζος ξεπέρασε χθες προς στιγμήν τα 2.050,50, γεγονός που της προσέδωσε κεφαλαιοποίηση 1,01 τρισ. δολαρίων. Η Apple είχε πετύχει το ίδιο ορόσημο τον Αύγουστο. Ο Τζεφ Μπέζος ήταν ήδη ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο, με περιουσία άνω των 160 δισ. δολαρίων.

«Το να φτάσεις τη χρηματιστηριακή αξία πάνω από το 1 τρισ. δολ. είναι εντυπωσιακό. Το να το κάνεις σε λίγο περισσότερο από 24 χρόνια είναι ακόμη πιο θεαματικό» σχολίασε ο Νιλ Σόντερς, γενικός διευθυντής της GlobalData Retail  στο BBC. «Το επίτευγμα αυτό αποκαλύπτει την τρομακτική πρόοδο της Amazon τόσο στον τομέα της λιανικής όσο και σε εκείνον της τεχνολογίας, όπως και την επιρροή της σε μεγάλο μέρος του καταναλωτικού πεδίου» πρόσθεσε.

Η Amazon έφτασε δεύτερη στο 1 τρισ. δολάρια, αλλά αν σκεφτεί κανείς ότι άρχισε την κούρσα πολλά χρόνια μετά την Apple, αντιλαμβάνεται ότι ο βηματισμός της σε πολλά στάδια της πορείας ήταν αρκετά ταχύτερος. Για παράδειγμα η Wall Street Journal υπολογίζει ότι η αυτοκρατορία, που έχτισε ο Μπέζος χρειάστηκε μόλις 16 ημέρες για να δει την κεφαλαιοποίησή της να ανεβαίνει από τα 600 στα 700 δισ. δολάρια. Η Apple είχε χρειαστεί 622 ημέρες.

Eίναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Amazon κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως εισηγμένης εταιρείας εμφάνιζε ζημίες ή ισχνά κέρδη. Ο ιδρυτής της επέμενε σε μία στρατηγική, που αμφισβητήθηκε, αλλά τον δικαιώνει απόλυτα. Αντί να επιστρέφει ρευστό στους μετόχους με μερίσματα και προγράμματα επαναγοράς μετοχών, επένδυε τα έσοδα στην επέκταση της εταιρείας σε νέες αγορές, πιο προηγμένες τεχνολογίες. Τόνιζε πάντα ότι αυτό είναι που θα εξασφαλίσει ένα πιο κερδοφόρο μέλλον.

Το προηγούμενο τρίμηνο εμφάνισε καθαρά κέρδη ύψους 2,5 δισ. δολαρίων. Είναι μία από τις πλέον κερδοφόρες εταιρείες των ΗΠΑ.

naftemporiki.gr