Φεντερίκο Φελίνι, η πνοή του φανταστικού

20 Ιανουαρίου του 1920. Αυτή ήταν η ημερομηνία γέννησης ενός ανθρώπου που κάποτε είπε: «Δεν είναι η δική μου μνήμη που κυριαρχεί στις ταινίες μου. Tο να πει κανείς ότι οι ταινίες μου είναι αυτοβιογραφικές, είναι μια αβασάνιστη κρίση, μια βιαστική ταξινόμηση. Έχω επινοήσει σχεδόν τα πάντα: παιδική ηλικία, προσωπικότητα, νοσταλγίες, όνειρα, αναμνήσεις, για την καθαρή απόλαυση του να μπορέσω να τις αφηγηθώ. Mε την έννοια του ανέκδοτου, της πραγματικής βιογραφίας, στις ταινίες μου δεν υπάρχει τίποτα. Aυτό που ξέρω είναι ότι επιθυμώ να αφηγηθώ. Πραγματικά, η αφήγηση είναι το μόνο παιχνίδι με το οποίο αξίζει να παίζει κανείς. Eίναι ένα παιχνίδι, που για μένα, για τη φαντασία μου, για τη φύση μου, έχει την δική του αναγκαιότητα».

Από το Ρίμινι στη Ρώμη

Ο Φεντερίκο Φελίνι γεννήθηκε στο Ρίμινι της Ιταλίας. Όταν έγινε 12 ετών, το έσκασε από το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα τσίρκο. Ίσως αυτό να εξηγεί και την αγάπη του για τους κλόουν που εμφανίζονται συχνά πυκνά στα έργα του. Στα 17 του εγκατέλειψε την ηρεμία της επαρχιακής λουτρόπολης, στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να πάει στη Ρώμη. Εκεί έζησε αρχικά σαν σκιτσογράφος και στη συνέχεια γράφοντας παρλάτες και σκετς για κομφερανσιέ και άλλους καλλιτέχνες του music hall. Το 1943, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε την ηθοποιό Τζουλιέτα Μασίνα, πλάι στην οποία έζησε 50 χρόνια, μέχρι το θάνατό του στις 31 Οκτωβρίου του 1993. Ο Φελίνι παίρνει το βάπτισμα του πυρός στα κινηματογραφικά δρώμενα της εποχής δίπλα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι. Συμμετέχει έτσι ουσιαστικά ως συν-σεναριογράφος και βοηθός σκηνοθέτη στη δημιουργία θεμελιωδών ταινιών του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπως το “Rome, Open City” του 1945, αλλά και το “Paisà” του 1946. H γνωριμία και η φιλία του αυτή με τον Ροσελίνι θα τον επηρεάσει σημαντικά στην μελλοντική του πορεία.

Το 1950 μαζί με τον Alberto Lattuada σκηνοθετεί το “Variety Lights” και δύο χρόνια μετά ο Φελίνι, παρουσιάζει την πρώτη ταινία την οποία σκηνοθετεί αποκλειστικά ο ίδιος. Ο λόγος για το, “Λευκός Σεΐχης” (Sceicco Bianco) του 1952. Tο φιλμ, παρουσιάζει ένα ζευγάρι από την επαρχία, την Βάντα και τον Ιβάν, που καταφθάνουν στη Ρώμη, για το γαμήλιο ταξίδι. Κι ενώ ο σχολαστικός Ιβάν, είναι εντελώς απορροφημένος με τις κονφορμιστικές του δραστηριότητες, η Βάντα επωφελείται της ευκαιρίας για να ψάξει τον Λευκό Σεΐχη. Τον λατρευτό πρωταγωνιστή δηλαδή, μιας σειράς φωτορομάντζων που δημοσιεύεται σ’ ένα περιοδικό ευρείας κατανάλωσης. Η αλήθεια είναι ότι το σκηνοθετικό αυτό ντεμπούτο του Φεντερίκο Φελίνι, κάθε άλλο παρά επιτυχημένο, χαρακτηρίστηκε. “Η απόπειρα του Φελίνι ως σκηνοθέτη είναι αναμφίβολα χωρίς ερέθισμα”, είναι τα σχόλια των κριτικών της εποχής, με αποτέλεσμα η ταινία να αποσυρθεί απ’ όλες σχεδόν τις αίθουσες μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Ανάμεσα στις αιτίες της ολοκληρωτικής αποτυχίας, προστίθεται και η αρχική αληθινή αντιπάθεια που ο ηθοποιός Alberto Sordi, προκαλούσε στο κοινό του κινηματογράφου της εποχής εκείνης.

Είναι κι αυτός ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Φελίνι, θέλοντας πάλι τον Sordi ως πρωταγωνιστή και στην επόμενη ταινία του, τους “Vitelloni”, αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες στην πραγματοποίησή της. Όταν μάλιστα μετά από πολλές ατυχίες η ταινία φτάνει στο τέλος, το όνομα του Alberto Sordi συνεχίζει να αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα στη διανομή. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο ν’ αφαιρέσουν τ’ όνομά του από τα προγράμματα καθώς και από τις πρώτες 50 κόπιες της ταινίας…

Oι χώροι του Φελίνι, δρόμοι, ηλιόλουστες πλατείες, μισοφωτισμένα νυχτερινά σοκάκια, συνοικιακά θέατρα, παλιές κινηματογραφικές αίθουσες, έρημες παραλίες, διαπερνούνται όλοι από την πνοή του φανταστικού. Είναι ακαθόριστοι, διφορούμενοι, θαρρείς στοιχειωμένοι. O Φελινικός κόσμος είναι μια πραγματική αυλή των θαυμάτων. Βρισκόμαστε σε μια μικρή παραλιακή πόλη της Ρομάνια. Το καλοκαίρι κοντεύει να τελειώσει. Μια νεροποντή διακόπτει τη γιορτή όπου τελικά ο Ρικάρντο βρίσκει την ευκαιρία να επιδειχθεί σαν τραγουδιστής. Μέσα στην αναταραχή που ακολουθεί ανακαλύπτουν ότι η Σάντρα, αδερφή του Μοράλντο, είναι έγκυος από τον Φάουστο.

Οι γονείς συμφωνούν να επανορθώσουν με γάμο. Η μικρή πολιτεία ξαναπέφτει στην επαρχιακή μελαγχολία του χειμώνα. Αν και δεν είναι πια τόσο νέοι, οι φίλοι του Φάουστο περνούν τις μέρες τους άσκοπα, χαζεύοντας στα καφέ και κάνοντας παιδικά αστεία ενώ συντηρούνται από τις οικογένειές τους. Είναι “Τα Βουτυρόπαιδα” (Vitelloni). 1952, και οι “Vitelloni” προβάλλονται στη Βενετία ακριβώς έναν χρόνο μετά τον “Λευκό Σεΐχη”. Για τον Φελίνι, αυτή είναι η αληθινή και πρώτη, μεγάλη επιτυχία. Πώς γεννήθηκε όμως αυτό το πολυβραβευμένο φιλμ;

Ένας φανταστικός κόσμος από σκιές και φως

Λοιπόν, η βασική ιστορία γράφτηκε μέσα σε 15 περίπου μέρες. Τα χειμωνιάτικα βράδια, οι περίπατοι στο τέλος του φθινοπώρου με τη θάλασσα κρυμμένη από την ομίχλη, τα βλακώδη και άγρια αστεία των φίλων, η μυθική προσμονή του καλοκαιριού, όλα αυτά δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του Φεντερίκο από το Ρίμινι. O Φελίνι υπήρξε ένας απόλυτος κινηματογραφικός δημιουργός. Mε το έργο του δεν απεικόνισε απλώς την πραγματικότητα, αλλά κατασκεύασε, με τα ίδια του τα χέρια, έναν φανταστικό κόσμο από σκιές και φως. Πνεύματα και φαντάσματα, σκιές κατοικημένες από υπάρξεις φυσιολογικές, αλλά ταυτόχρονα και φαντασιακές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί το “Λα Στράντα” (La Strada)του 1954. Η αυλαία ανοίγει με τον Ζαμπανό (Anthony Quin), έναν τσιγγάνο που δίνει παραστάσεις στις πλατείες των χωριών. Πρωτόγονος και βίαιος, αγοράζει για λίγα χρήματα την αφελή αλλά και ευαίσθητη Tζελσομίνα (Giulietta Masina) από την φτωχή οικογένειά της. Μαζί πια, θα συνεχίσουν τη νομαδική ζωή τους. Η ταινία δεν είναι παρά μια τεράστια, περιπλανώμενη και φανταστική γιορτή, που οδεύει στους σκονισμένους δρόμους, της απίθανα μοναχικής μιζέριας, καταλαμβάνοντας έτσι μια αδιάφορη και απολίτικη χώρα. Μοναδική στον ρόλο της η Τζουλιέτα Μασίνα, αποδεικνύει απλά γιατί δικαίως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της εποχής της.

Ακολουθούν το 1955 οι “Σκιές του Υποκόσμου” (Il Bidone). Πανούργοι και κακοντυμένοι απατεώνες, κάνουν εδώ την εμφάνιση τους. Αλλά σχεδόν πάντα τελειώνουν τις δουλειές τους αναίμακτα, λόγω δειλίας. Πορτρέτο αισχρών εγκληματιών, οι “Σκιές του Υποκόσμου” είναι μια ταινία “είδους”, από αυτές που πάντα αρέσκεται να δημιουργεί ο Ιταλός σκηνοθέτης. Φτάνουμε έτσι στις “Νύχτες της Καμπίρια” (“Le Notti di Cabiria”) του 1957. Το σχέδιο αυτής της ταινίας ο Φεντερίκο το δούλευε πολύ καιρό. Η πρώτη ιδέα ανάγεται στο ’47, όταν είχε προτείνει στον Ροσελίνι να γυρίσουν την ιστορία μιας πόρνης. Για να γράψει το σενάριο, ο Φελίνι διεξάγει μια έρευνα στους χώρους που θα περιέγραφε η ταινία, ενώ προσκαλεί και τον Pier Paolo Pasolini να συνθέσει τους διαλόγους. Η Καμπίρια είναι μια φτωχή πόρνη, άδολη και εύθραυστη, που ποτέ στη ζωή της δεν υπήρξε τυχερή.

 Ένας φίλος της προσπάθησε να την σκοτώσει για να βάλλει στο χέρι τα χρήματά της. Οι συναδέλφισσές της, την κοροϊδεύουν. Ένας γνωστός ηθοποιός την ταπεινώνει αφού την εξαπατά με την θρυλική ματαιοδοξία της επιτυχίας του. Ενώ στη διάρκεια μιας υστερικής θρησκευτικής τελετής, η Καμπίρια προσεύχεται να γίνει ένα θαύμα, ώστε να αλλάξει η μοίρα της και όλα να ξαναπάρουν το δρόμο τους. Η οριστική κόπια της ταινίας προβάλλεται τον Μάρτη του ’57 στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου και σημειώνει μεγάλη επιτυχία, με την Τζουλιέτα Μασίνα να κερδίζει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Την επόμενη χρόνια, στην τελετή των Όσκαρ, η ταινία θα αποσπάσει και το βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας

Είχε έρθει η ώρα για την «Γλυκιά Ζωή» που κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες τον Φλεβάρη του 1960 εν μέσω αντιδράσεων. Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι είναι δημοσιογράφος και αρθρογραφεί σ’ ένα έντυπο σκανδάλων, παρ’ όλο που ελπίζει να μπορέσει κάποτε να γράψει πιο σοβαρά. Για επτά ημέρες κι άλλες τόσες νύχτες γίνεται ο ξεναγός σ’ ένα ταξίδι της ζωής στη Ρώμη. Η επιτυχία στο κοινό συμβαδίζει με τις πολεμικές. Στην πρώτη προβολή η ταινία γιουχάρεται και μερικοί αποδοκιμάζουν τον Φελίνι που (για κακή του τύχη) βρίσκεται στην αίθουσα. Οι κατηγορίες που του καταλογίζουν, αφορούν την ανηθικότητα που πιστεύουν ότι προωθεί η εν λόγω ταινία. Ο Πάπας σκίζει τα ιμάτιά του, και το φιλμ προσβάλλεται από τα επίσημα όργανα της καθολικής εκκλησίας ενώ η υπόθεση φτάνει ακόμα και στη βουλή. Παρ’ όλα αυτά η ταραχή των πολεμικών συντελεί στην τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας, αλλά εμποδίζει μια σαφή κριτική ανάλυση, τουλάχιστον τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Νεολογισμοί, που ανθίστανται ακόμα, δείχνουν πόσο ο σκηνοθέτης επηρεάστηκε και επηρέασε τα Ιταλικά ήθη του μεταπολέμου. Ευγενείς θλιβερά παρατεταγμένοι στους ερειπωμένους πύργους τους, μυστικές εμφανίσεις, διανοουμενίστικες συγκεντρώσεις και πάει λέγοντας. Είναι ουσιαστικά ολόκληρη η Ιταλία του ’50 που ανακαλείται, εδώ. Με την αφελή επιθυμία της για ζωή, με την επιτηδευμένη ελαφρότητα που σήμερα μας φαίνεται παραμυθένια, με το γούστο στο καλό ντύσιμο, την ευχαρίστηση που προσφέρει ένα καθαρό ρούχο, ο περίπατος το βράδυ με το αυτοκίνητο, το χάζεμα κάτω από τις αναμμένες λάμπες του καφέ. Ο τεράστιος Μαρτσέλος Μαστρογιάννη και η πληθωρική Αννίτα Έκμπέρκ δίνουν ρεσιτάλ ηθοποιίας.

Ένας κόσμος γεμάτος κλόουν και οξύθυμες καλόγριες

«Στοχασμός έντονα δημιουργικός με θέμα την αδυναμία της δημιουργίας» είναι τα πρώτα σχόλια που συνοδεύουν την επόμενη ταινία του Φεντερίκο Φελίνι. Ενώ χαρακτηριστικό παραμένει το γεγονός της επιλογής του τίτλου της. Στην καρτέλα που ο Ιταλός σκηνοθέτης κρατά τις σημειώσεις του, ανάμεσα στα συνηθισμένα του σκίτσα, είχε κακογραφεί ένα μεγάλο οκτώ και ½, γιατί ακριβώς εκείνο το σχέδιο ήταν το όγδοο και μισό φιλμ, κι έτσι λοιπόν έμεινε τελικά κι ως τίτλος. Ο Γκουίντο Ανσέλμι είναι ένας γνωστός σκηνοθέτης που περνά μια περίοδο θεραπείας σε κάποια ιαματικά λουτρά. Στα όνειρά του συσσωρεύονται εφιάλτες, παιδικές μνήμες και αισθήματα ενοχής που πηγάζουν από μια καθολική παιδεία. Ετοιμάζει μια καινούργια ταινία και όπως είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις, γύρω του στροβιλίζονται κάθε λογής άτομα που θα μπορούσαν να έχουν σχέση μ’ αυτήν. Το “8 ½” προβάλλεται τον Φλεβάρη του 1963. Πίσω βέβαια απ’ όλα αυτά, βρίσκονται οι ονειρικές συνθέσεις του Nino Rota. Ο Nino Rota, συνθέτης της μουσικής όλων των ταινιών του Φελίνι από τους καιρούς του “Sceicco Bianco” (“Λευκός Σεΐχης”) μέχρι την “Prova d’ Orchestra” (“Πρόβα Ορχήστρας”), δημιούργησε και τα μουσικά “σχόλια” πολλών άλλων σκηνοθετών, όπως οι “Notti Bianche” (Λευκές Νύχτες”), “Rocco e i Suoi Fratelli” (“Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του”), αλλά και ο “Gattopardo” (“Γατόπαρδος”) του Luchino Visconti.

Είναι όμως σίγουρο, ότι το όνομά του μένει άρρηκτα δεμένο μ’ αυτό του Φελίνι, καθώς υπέγραψε μερικά από τα πιο γνωστά μοτίβα, από το “La Strada” μέχρι το “8 ½”. Μελωδίες που ξαναφέρνουν αίφνης, σαν νότα που δραπετεύει σιωπηλά, έναν κόσμο γεμάτο κλόουν, οξύθυμες καλόγριες, ανήσυχους κομπάρσους, ερειπωμένες τέντες τσίρκων κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί, μέσα από το πολυσύνθετο σύμπαν του Φεντερίκο Φελίνι

Η “Ιουλιέτα των Πνευμάτων” (Giulietta Degli Spiriti) του 1965 που ακολουθεί, είναι ίσως η πιο “προσωπική” ταινία του Φελίνι. Θυμίζοντας μας όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες “εμμονές” του σκηνοθέτη. Τους φωτεινούς κήπους με τα αναμάρτητα χόρτα, τις γλυκύτατες καμαριέρες, τους περαστικούς φίλους με το μυστηριώδες ύφος, τις πικάντικες ερωμένες και όλα αυτά ιδωμένα μέσα από την υπέροχη φωτογραφία του Gianni di Venanzo. Οι “Ασυνήθιστες Ιστορίες” (Histoires Extraordinaires) που θα ακολουθήσουν το 1968, ξεκινούν ως ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο που θα περιελάμβανε εφτά ιστορίες παρουσιαζόμενες από εφτά διαφορετικούς σκηνοθέτες με κοινό σημείο αναφοράς τα διηγήματα του μεγάλου Εdgar Allan Poe. Εδώ λοιπόν υπάρχει ένα μεγάλο παρασκήνιο. Εκτός από τους εναπομείναντες τρεις (Federico Fellini, Louis Male και Roger Vadim) το αρχικό πλάνο περιελάμβανε ακόμα τον Zόζεφ Λόουζυ, που θα έκανε τη προσαρμογή του “Συμβολαίου”, τον Claude Chabrol με “Το Σύστημα του Δόκτορος Κατράμ και του Καθηγητή Πιούμα”, ο μοναδικός Orson Welles θα ετοίμαζε ένα επεισόδιο βασισμένο στα διηγήματα “Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου” και το “Μπουκάλι του Αμοντιλάντο”, ενώ ο Luchino Visconti θα χρησιμοποιούσε τα “Παίχτη Σκακιού του Μάελζελ” και το “Καρδιά Αποκαλύπτουσα”. Δυστυχώς όμως το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ… Στην ιστορία του Φεντερίκο “Toby Dammit”, παρακολουθούμε την ιστορία ενός νεαρού Άγγλου ηθοποιού που έχει καταστραφεί από το ποτό και τα ναρκωτικά. Ο ήρωας μας φτάνει στη Ρώμη για να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία, ενώ γύρω του συνωστίζονται η συνηθισμένη κάστα των περιοδευόντων ανθρωπάκων, σκόπιμα κινητοποιημένοι για το γεγονός. Ενδιαφέρον έχει επίσης να αναφέρουμε ότι ενώ η αρχική επιλογή του σκηνοθέτη ήταν ο Peter O’ Toole (υποψήφιοι ήταν επίσης ο Richard Burton και ο Marlon Brando) ωστόσο ο Terence Stamp που τελικά επιλέχθηκε (αν και λιγότερο γνωστός στο ευρύ κοινό) έδωσε μια υποδειγματική ερμηνεία στον ρόλο του

«Να καταφέρω να δημιουργήσω από μία ταινία έναν πίνακα»

Φτάνουμε έτσι στο 1972 με την ταινία “Roma”. Έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία μας ταξιδεύουν από τη γενέτειρα του Φελίνι, το Ρίμινι του ’30, στη Ρώμη του Μουσολίνι κι έτσι όπως η πόλη εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια. Η κάμερα μας μεταφέρει από ένα θρησκευτικό κολέγιο, σε μια λαϊκή πανσιόν, στους πελάτες των μαγειρείων, στις πόρνες της μεγαλούπολης καθώς και στα παιδιά που παίζουν στους δρόμους. Εδώ το παρόν συγχέεται με την ανάμνηση, δίνοντας μας μια “αναπόφευκτη”, για τον Φεντερίκο, ταινία.

Τι καλύτερο να πεις για να περιγράψεις την ταινία “Αμαρκόρντ” (Amarcord) του 1973. Αρμακορντ είναι ουσιαστικά το ρήμα, Θυμάμαι (Mi ricordo) στη διάλεκτο της Ρώμης. ΄/Ενα ποίημα θα δανειστούμε από το ομώνυμο βιβλίο του σκηνοθέτη που περιέχει συνοπτικά την αφηγηματική δομή που βρίσκουμε μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία.

“Το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω

Ότι ένας σαραντάρης

Έχει πάντα καθαρά τα χέρια του

Κι εγώ τα πλένω δυο τρεις φορές τη μέρα

Μα μόνο σαν βλέπω βρώμικα τα χέρια μου

Θυμάμαι

Την εποχή που ήμουνα παιδί…”

Είμαστε πια στο 1976 και ο “Casanova” βρίσκεται προ των πυλών. Τυπικά, παρακολουθούμε την ιστορία του γέρου και κουρασμένου πια Τζιάκομο Καζανόβα, ο οποίος αφού διορίστηκε βιβλιοθηκάριος του κόμη του Βάλτενσταιν, θυμάται τώρα τους έρωτες και τις περιπέτειες της ζωής του.

Ουσιαστικά πρόκειται για μία από τις καλύτερες ταινίες του Ιταλικού (κι όχι μόνο) Κινηματογράφου. Ο Donald Sutherland μοιάζει ιδανικός στον ρόλο του (αν και οι παραγωγοί προσπαθούσαν να πείσουν τον Φελίνι να πάρει για πρωταγωνιστή τον Robert Redford). Πρόκειται ίσως για την πιο απελευθερωμένη ταινία του σκηνοθέτη αλλά σίγουρα για την πιο ενιαία και πυκνή.

Ο Φεντερίκο Φελίνι θα πει χαρακτηριστικά γι’ αυτή τη δημιουργία του: «Τι ήθελα να κάνω μ’ αυτή την ταινία; Να φτάσω μια και καλή στην ύστατη ουσία του κινηματογράφου, σ’ αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι η ολοκληρωτική ταινία. Να καταφέρω δηλαδή να δημιουργήσω από μία ταινία έναν πίνακα… αν κάποιος σταθεί μπροστά σ’ έναν πίνακα, μπορεί να καρπωθεί απ’ αυτόν μια απόλαυση γεμάτη και αδιατάρακτη. Αν σταθεί μπροστά σε μια ταινία, κάτι τέτοιο δε γίνεται. Ο πίνακας τα περιέχει όλα, αρκεί να τον κοιτάξεις για να τα ανακαλύψεις. Η ταινία είναι ένας ανολοκλήρωτος πίνακας. Δεν είναι ο θεατής που κοιτά, είναι η ταινία που βλέπεται από τον θεατή, σύμφωνα με χρόνους και ρυθμούς, ξένους και επιβαλλόμενους σ’ αυτόν που την βλέπει. Το ιδανικό θα ήταν να κάνω μια ταινία με μια μόνη εικόνα, αιώνια και συνεχώς πλούσια σε κίνηση. Στον “Καζανόβα”, θέλησα πραγματικά να φτάσω πολύ κοντά σ’ αυτό τον στόχο – μια ολόκληρη ταινία φτιαγμένη από ακίνητους πίνακες.»

Η “Πρόβα Ορχήστρας” (Prova d’ Orchestra) που θα ακολουθήσει το 1979 είναι ίσως η πιο “πολιτική” ταινία του Φελίνι. Εδώ παρακολουθούμε έναν διευθυντή ορχήστρας (με έντονη γερμανική προφορά) να προσπαθεί να διευθύνει τους μουσικούς του, οι οποίοι δε φαίνονται να νοιάζονται ιδιαίτερα για την πρόβα, όσο για να δώσουν συνέντευξη στο υπάρχον τηλεοπτικό συνεργείο.

Ο καθένας τους, μιλά για την πορεία του με έντονο ναρκισσισμό, μη παραλείποντας να αναφέρει τα πλεονεκτήματα του δικού του μουσικού οργάνου, αγνοώντας έτσι την αναγκαιότητα της συνεργασίας για τη δημιουργία κάποιου ικανοποιητικού αποτελέσματος. Όλα αυτά βέβαια διαδραματίζονται κάτω από τα άγρυπνα μάτια των αντιπροσώπων των συνδικάτων τους, οι οποίοι παρευρισκόμενοι σε μια γωνία, καταγράφουν τα όσα διαδραματίζονται…

Και το πλοίο φεύγει…

“Η Πόλη των Γυναικών” (La Citta Delle Donne) του 1980, είναι μία ταινία “είδους” από αυτές που αρέσκεται στο να μας παρουσιάζει ο Ιταλός καλλιτέχνης. Εδώ παρακολουθούμε την ιστορία ενός διακεκριμένου πενηντάρη ο οποίος γοητεύεται από τη μυστηριώδη φυσιογνωμία μιας γυναίκας που συναντά τυχαία καθώς ταξιδεύει σ’ ένα τρένο. Προσπαθώντας να την πλησιάσει τρέχει από πίσω της σε άγνωστα λιβάδια και δάση, για να καταλήξει σ’ ένα συνέδριο φεμινιστριών.

Θα ακολουθήσουν λίγες ακόμα ταινίες, πριν ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης μας αποχαιρετήσει. “Και το Πλοίο Φεύγει” (E La Nave Va – 1983), ένα επικήδειο οδοιπορικό ενός ατμόπλοιου που μεταφέρει τις στάχτες μιας μεγάλης αοιδού με σκοπό να τις σκορπίσει στην Αδριατική, σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία.

Tο “Ιntervista” του 1987, όπου ο Φελίνι μας ξεναγεί στα στούντιο της Cinecitta, αλλά και “Η Φωνή του Φεγγαριού” (La Voce Della Luna) του 1990, το οποίο αποτελεί το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη και που στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε τον Roberto Benigni. Τέλος, δε θα μπορούσαμε να κλείσουμε αυτό το Αφιέρωμα στον Φεντερίκο Φελίνι χωρίς να αναφερθούμε στην ταινία “Ginger e Fred” του 1986. Εδώ παρακολουθούμε την επανένωση, μετά από αρκετές δεκαετίες, δύο εξαιρετικών performer του music – hall art που ενώνουν τις δυνάμεις τους για ένα τελευταίο show. Όλα αυτά βέβαια, χωρίς να αφήνει ο σκηνοθέτης την ευκαιρία ώστε να κριτικάρει τον τρόπο λειτουργίας της Ιταλικής, αλλά κι όχι μόνο, τηλεόρασης. Παράλληλα ο Φελίνι μέσω αυτής της δημιουργίας τουαποδίδει φόρο τιμής στο καλλιτεχνικό του alter ego που ακούει στο όνομα Marcello Mastroianni όσο και στην πρωταγωνίστρια όχι μόνο των ταινιών του αλλά και της ζωής του, Giulietta Masina..