Για τον Βαγγέλη Δημητρέα

Ο Βαγγέλης Δημητρέας (Μελίσσι Κορινθίας 1934- Αθήνα 2019) πήρε τα πρώτα µαθήµατα ζωγραφικής από το ζωγράφο Βαγγέλη Δράκο στην Καλαμάτα σε ηλικία 14 ετών. Σπούδασε µε υποτροφία του Ι.Κ.Υ., από το 1958 µέχρι το 1963 στην ΑΣΚΤ, µε δάσκαλο το Γιάννη Μόραλη. Το 1967, κέρδισε μετά από διαγωνισμό υποτροφία για τη Γαλλία· η υποτροφία αυτή δεν του δόθηκε ποτέ και τελικά κατέφυγε μόνος του στο Παρίσι το Δεκέµβριο του 1967. Εκεί, παράλληλα µε τη ζωγραφική του, παρακολούθησε µαθήµατα κοινωνιολογίας της Τέχνης, µε τους Pierre Francastel, Jean Cassou, και Raymonde Moylin. Έκανε δύο ατομικές εκθέσεις και συµµετείχε σε αρκετές οµαδικές. Δίδαξε στο Κέντρο Τεχνολογικών Εφαρµογών (1965-1967). Παράλληλα, µαθήτευσε στο Φώτη Κόντογλου, (συνεργείο Κώστα Γεωργακόπουλου). Επιστρέφοντας από το Παρίσι, το 1976, δίδαξε σχέδιο στη Σχολή Βακαλό, και αργότερα δίδαξε ως «ειδικός επιστήµονας» και λέκτορας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, από το 1981 έως το 1985. Παράλληλα, παρακολουθούσε µαθήµατα φιλοσοφίας µε τον καθηγητή Ευάγγελο Ρούσσο, στο Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών.

Το ενδιαφέρον του για την κοινωνική λειτουργία της τέχνης εκφράστηκε από νωρίς, με τη συμμετοχή του στην Ομάδα Τέχνης Α και αργότερα στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών, στην Ομάδα 4+ και στην Ομάδα για την Επικοινωνία και την Εκπαίδευση στην Τέχνη. Υπήρξε µέλος του Επιµελητηρίου Εικαστικών Τεχνών και του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος».

Δίδαξε αρχικά (1965 -1967) στο Κέντρο Τεχνολογικών Εφαρμογών (ΚΤΕ). Επιστρέφοντας από το Παρίσι, δίδαξε σχέδιο στη Σχολή Βακαλό και στην ΑΣΚΤ (1981-1985). Το 1984 εκλέχτηκε καθηγητής στο νεοσύστατο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και από το 2002 ήταν ομότιμος καθηγητής.

Η παρουσία του δεν περιορίστηκε στην εκθεσιακή δραστηριότητά του. Η θεωρητική του κατάρτιση του επέτρεπε να συμμετέχει τακτικά σε συνέδρια με καλλιτεχνικό ή φιλοσοφικό θέμα, να δίνει διαλέξεις και να δημοσιεύει άρθρα και μελέτες σε διάφορα έντυπα. Ο Βαγγέλης Δημητρέας, ήδη από την περίοδο του Παρισιού επέλεξε αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα όλες τις συνέπειες της επιλογής του να παραμείνει ουσιαστικά εκτός του τυπικού, επαγγελματικού καλλιτεχνικού χώρου που ο ίδιος χαρακτήριζε ως «εμπορο/διαμεσολαβητικό κύκλωμα». Ενώ ο ίδιος παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένας τρυφερός και κατά βάση μοναχικός άνθρωπος, αναζητώντας την εσωτερική συνοχή του έργου και την ευκταία αντιστοίχισή του με την οδυνηρή μεταπολεμική συνθήκη της ελληνικής κοινωνίας, στράφηκε εκ των πραγμάτων σε μια τραχιά και δύσβατη κατεύθυνση. Ανέπτυξε ως αντίδοτο και άμυνα σε αυτό το τοξικό περιβάλλον μια σειρά εικαστικών λύσεων με κύρια χαρακτηριστικά την κατάλυση της συμβατικής οπτικής τάξης, την οπτική δυσαρμονία και τους οξείς μετατονισμούς.

Η διακαής επιθυμία του να μετακινήσει  τις  αναγκαίες προϋποθέσεις του ζωγραφικού έργου σε ένα πιο «ανοιχτό» και δυνητικά ελεύθερο περιβάλλον, κατέστη δυνατή μόνο υπό όρους διαρκούς επιστράτευσης και επαγρύπνησης, τους ίδιους ακριβώς που συγκροτούν το Μοντερνισμό ως ποιοτικό και όχι ως χρονικό κίνημα. Η διαλεκτική του άρνηση να δεχθεί ως οριστική την παρούσα μορφή της ύπαρξης, έγινε μέρος της συνειδητής εικαστικής του στρατηγικής. Το κέρδος του, όποιο κι αν ήταν αυτό, προέκυψε με αντίτιμο την απώλεια της συνεκτικής μορφής στο έργο του.

Από τα πρώιμα έργα του τον απορρόφησαν οι εκφραστικές δυνατότητες μιας πειθαρχημένης γραφής η οποία αναφέρεται κυρίως στην ανθρώπινη μορφή χωρίς εύπεπτες νατουραλιστικές ευκολίες. Επεξεργάστηκε το ιδιαίτερο εικαστικό ιδίωμά του επιμένοντας στις αυστηρά δομημένες συνθέσεις και στην ακρίβεια του σχεδίου. Αρχικά απέφευγε το χρώμα υπακούοντας στους περιορισμούς που θέτει στον καλλιτέχνη η συνειδητή απομείωση της λειτουργίας του. Προτίμησε συνειδητά, αντί της αισθητηριακής απόλαυσης για την οποία δεχόταν πως αποτελεί συστατικό στοιχείο της ζωγραφικής στους ευμενείς καιρούς, την καθαρή γραφή του μαύρου πάνω στο άσπρο, γραφή που ταίριαζε με το συχνά οξύ, κριτικό περιεχόμενο των έργων του.

Υιοθέτησε και ανέπτυξε  την ίδια περίοδο ως εκφραστικό όχημα με συνέπεια και απαράμιλλη αντοχή, μια δυναμική ιδιοσυγκρασιακή γραφή, τραχιά και τρυφερή ταυτόχρονα, που συγκέντρωνε κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, το ενδιαφέρον της στην ανθρώπινη μορφή. Υπήρξε κατεξοχήν ζωγράφος της αποδόμησης της ανθρώπινης μορφής, ακολουθώντας το παράδειγμα των καλλιτεχνών που θεωρούσε ο ίδιος και τους οποίους πρότεινε και στους νεότερους καλλιτέχνες ως «θετικούς ήρωες» και ισχυρά πρότυπα : Pablo PicassoHenry MooreFrancis BaconAlberto Giacometti. Ο κεντρικός στόχος της εικαστικής έρευνας του ήταν η ριζοσπαστική αλλαγή της πρόσληψης της ανθρώπινης μορφής για την οποία σε ένα από τα προσεγμένα, εξίσου πυκνά με τα έργα του κριτικά σημειώματα που έγραφε συχνά σημείωνε πως επιχείρησε  την αποδόμηση της, «με τα ίδια ακριβώς μέσα με τα οποία η ίδια (η μορφή) αντιστέκονταν στις προσπάθειες ανασύνταξής της».

Ταυτόχρονα σχεδόν, αντλώντας από πολιτικές και προσωπικές εμπειρίες στις οποίες μόνο υπαινικτικά και διαθλασμένα αναφέρονταν, στράφηκε στις τρισδιάστατες κατασκευές χρησιμοποιώντας ταπεινά υλικά των μη-τόπων του αστικού και βιομηχανικού περιβάλλοντος. Τέλος, στην πιο πρόσφατη, ζωγραφική του ασχολήθηκε εκτεταμένα με θέματα που αφορούν στην ιστορική μνήμη και τις προσωπικότητες που διαμόρφωσαν το πρόσφατο παρελθόν.

Ο Βαγγέλης Δημητρέας στήριξε με όλες του τις δυνάμεις το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ στα πρώτα του, δύσκολα βήματα. Ταυτόχρονα, με την αποφασιστική και θετική  στάση του δημιούργησε ένα ισχυρό πρότυπο και συνέδραμε στην συνδιαμόρφωση με τους άλλους καθηγητές και καθηγήτριες του Τμήματος της διακριτής φυσιογνωμίας του. Ως ακαδημαϊκός δάσκαλος, ο Δημητρέας προσπάθησε να διδάξει συστηματικά τη ζωγραφική, όχι μόνο ως Τέχνη με τις δικές της, όπως τόνιζε συχνά, ενδοσυστημικές απαιτήσεις και ιδιαίτερες πειθαρχίες, αλλά και ως κώδικα ορθού βίου και ως όργανο ευαισθησίας. Μέσα από αυτά τα στοιχεία επιζητούσε να βοηθήσει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες να ενισχύσουν την δουλειά τους με εικαστική ποιότητα, να την αναπλαισιώσουν με θεωρητική ισχύ και ταυτόχρονα να καταφέρουν να σταθούν αποτελεσματικά απέναντι στα οξύτερα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας.