«Η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς κατακρεουργεί τον Μότσαρτ»

Αν το αφτί σας αντέχει το… ανυπόφορο φάλτσο, τότε το διάρκειας τριάμισι λεπτών βίντεο με τίτλο «Η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς κατακρεουργεί τον Μότσαρτ», που μπορείτε να βρείτε στο Youtube, θα σας διασκεδάσει. Πιθανώς να σας συγκινήσει κιόλας, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα σας αφήσει αδιάφορους. Δεν είναι άλλωστε λίγο να ακούς την περίφημη άρια της Βασίλισσας της Νύχτας από τον «Μαγικό Αυλό» – μία από τις πιο απαιτητικές του ρεπερτορίου – διά στόματος της… «χειρότερης τραγουδίστριας όπερας του κόσμου»!
Ποια ήταν, αλήθεια, η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, επονομαζόμενη και «ντίβα του θορύβου»; Τι είναι αυτό που κάνει τον μύθο της να αντέχει στον χρόνο εμπνέοντας μάλιστα βιβλία, θεατρικά έργα και προσφάτως δύο κινηματογραφικές ταινίες οι οποίες προβάλλονται πολύ κοντά χρονικά μεταξύ τους;
Για πολλούς επρόκειτο για μια γυναίκα-συνώνυμο της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας και συνάμα της αυταπάτης. Ζούσε σε έναν κόσμο κυριολεκτικά δικό της, αφού οι φυσικοί περιορισμοί τους οποίους αντιμετώπιζε αλλά και οι ειρωνικές αντιδράσεις και η απαξίωση που προκαλούσαν οι ερμηνείες της ουδέποτε την εμπόδισαν να ζήσει το όνειρό της: να δηλώνει σοπράνο, να εμφανίζεται δημόσια, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική ζωή της Νέας Υόρκης των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, να ηχογραφεί δίσκους και ναι, να έχει… φανατικό κοινό, μεταξύ των οποίων και ηχηρά ονόματα του μουσικού στερεώματος της εποχής της.
Γεννημένη στις 19 Μαΐου 1868 σε ευκατάστατη οικογένεια – κόρη επιφανούς δικηγόρου και τραπεζίτη της Πενσιλβάνια – η Ναρτσίσα Φλόρενς Φόστερ φανέρωσε από νωρίς την αγάπη της στη μουσική: άρχισε να παίρνει μαθήματα πιάνου έχοντας, μάλιστα, προδιαγραφές «παιδιού-θαύματος». Οταν όμως μεγάλωσε και θέλησε να σπουδάσει στο εξωτερικό, οι γονείς της αρνήθηκαν να τη χρηματοδοτήσουν. Γύρω στα 1885, αποφασισμένη να γίνει σοπράνο, άφησε το σπίτι της και παντρεύτηκε τον κατά 16 χρόνια μεγαλύτερό της Φράνσις Θόρντον Τζένκινς, με τον οποίο χώρισε το 1902 διατηρώντας ωστόσο το επώνυμό του ως το τέλος της ζωής της. Καθώς τόσο ο πρώην σύζυγός της όσο και οι εύποροι γονείς της την άφησαν στην τύχη της από οικονομικής απόψεως, προσπάθησε να αποκτήσει εισοδήματα  παραδίδοντας μαθήματα πιάνου ώσπου ένα ατύχημα στο χέρι της τής στέρησε και αυτή τη δυνατότητα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1908, ένας μέτριος σαιξπηρικός ηθοποιός, καλά δικτυωμένος όμως στους θεατρικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ο Στ. Κλερ Μπέιφιλντ, έγινε μάνατζέρ της. Εκτοτε οι δυο τους έζησαν μαζί ως τον θάνατό της και ο τελευταίος έγινε κληρονόμος της περιουσίας της…
Ο «Αγγελος της έμπνευσης»
Ο θάνατος του πατέρα της το 1909 και η περιουσία η οποία συνακόλουθα ήρθε στα χέρια της τής πρόσφερε επιτέλους την ευκαιρία να αρχίσει μαθήματα φωνητικής. Η αρνητική κριτική με την οποία ήρθε αντιμέτωπη καθώς, όπως γράφτηκε κάπου ειρωνικά, «κανένας άλλος νωρίτερα ή αργότερα δεν κατάφερε πιο αποτελεσματικά να ελευθερωθεί τόσο απόλυτα από τα δεσμά της μουσικής γραφής», δεν την αποθάρρυνε από το να κυνηγήσει μια καριέρα λυρικής τραγουδίστριας. Το 1912 άρχισε τις ετήσιες εμφανίσεις της στο φουαγέ του ξενοδοχείου «Ritz-Carlton» της Νέας Υόρκης ενώ ο θάνατος της μητέρας της το 1928, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει στα χέρια της ο πλήρης έλεγχος της οικογενειακής περιουσίας, της επέτρεψαν να επεκτείνει τις εμφανίσεις της και σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Ουάσιγκτον και η Βοστώνη. Παράλληλα, άρχισε να αναπτύσσει ευρύτερη δραστηριότητα περί τα καλλιτεχνικά στη Νέα Υόρκη ιδρύοντας και χρηματοδοτώντας, μεταξύ άλλων, το κλαμπ Βέρντι.
Η Φλόρενς κατάφερε κυριολεκτικά να φτιάξει έναν δικό της κόσμο ζώντας την ψευδαίσθηση της επιτυχίας: εμφανιζόταν μόνο σε μικρούς χώρους ενώπιον προσεκτικά επιλεγμένων θεατών στους οποίους είχαν διανεμηθεί προσκλήσεις, οι επαγγελματίες κριτικοί αποκλείονταν από τις συναυλίες της ενώ οποιαδήποτε κριτική αναφορά – στον ειδικό Τύπο αποκλειστικά – γραφόταν είτε από φίλους της ή από αυτήν την ίδια. Της άρεσε να παραλληλίζει τον εαυτό της με σπουδαίες σοπράνο, όπως η Φρίντα Χέμπελ και η Λουίζα Τετρατσίνι και θεωρούσε οποιαδήποτε αρνητική αντίδραση (π.χ. τα γέλια που ακούγονταν κάποιες φορές σε εμφανίσεις της) ως… «σαμποτάζ κατασκευασμένα από τους εχθρούς της».Τολμούσε να ερμηνεύει τις πλέον απαιτητικές άριες και lieder και ειδικευόταν στονΜότσαρτ, στον Βέρντι και στον Μπραμς. Ορισμένες φορές παρουσίαζε και δικές της συνθέσεις ενώ το αγαπημένο της ανκόρ ήταν το «Clavelitos» του Χοακίν Βαλβέρντε Σανχουάν: επρόκειτο για ένα ισπανικό τραγούδι για γαρίφαλα, μετά το οποίο η Φλόρενς πετούσε χούφτες από μπουμπούκια στο κοινό. Μία ακόμη πηγή διασκέδασης για τους θεατές της όμως ήταν και τα κοστούμια τα οποία φορούσε στις εμφανίσεις της και τα σχεδίαζε η ίδια: το διασημότερο ήταν ένας συνδυασμός από τούλι και γιρλάντες με προσαρμοσμένα τεράστια χρυσά φτερά, μια εμφάνιση την οποία η ίδια αποκαλούσε «Ο άγγελος της έμπνευσης». Προφανώς, ουδέποτε αμφισβητούσε το χάρισμά της αλλά και τη διαρκή της βελτίωση. Ανθρωποι που τη γνώρισαν αφηγούνται ότι έπειτα από ένα ατύχημα με ταξί δήλωνε ότι πλέον μπορούσε να τραγουδήσει «το ψηλότερο φα της καριέρας της» και προκειμένου να ευχαριστήσει τον οδηγό τού δώρισε ένα κουτί πούρα Αβάνας! Το γεγονός ότι ουδείς μπορούσε να ακούσει τη συγκεκριμένη νότα δεν την πτοούσε καθόλου. Ο ενθουσιασμός του κοινού, μεταξύ των οποίων και διάσημοι μουσικοί, συντηρούσε την αυτοπεποίθησή της. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι ο Κόουλ Πόρτερ δεν έχανε καμία συναυλία της και είχε μάλιστα συνθέσει και ένα τραγούδι για αυτήν. Στους φανατικούς θαυμαστές της συγκαταλέγονταν θρύλοι της όπερας, όπως η Λίλι Πονς και ο Ενρίκο Καρούζο, αλλά και ο βρετανός αρχιμουσικός σερ Τόμας Μπίτσαμ.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 ως τις αρχές της δεκαετίας του ’40 έκανε κάμποσες ηχογραφήσεις με δικά της έξοδα οι οποίες γρήγορα έγιναν συλλεκτικές εξαιτίας του γέλιου που προκαλούσαν. Ηταν τόσο διασκεδαστικές, ώστε αργότερα κυκλοφόρησαν από διάφορες εταιρείες με προβοκατόρικους, κυριολεκτικά, τίτλους. Χαρακτηριστικά μπορεί να αναφερθεί το «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς: Δολοφονία των ψηλών ντο» (Naxos, 2003).
Η πραγματικά κορυφαία στιγμή της καριέρας της όμως ήρθε στις 25 Οκτωβρίου 1944 με την περίφημη εμφάνισή της στο Κάρνεγκι Χολ στα 76 της χρόνια: η συναυλία καταγράφηκε ως το ταχύτερο sold out στην ιστορία της αίθουσας με τον κόσμο να αναζητεί μανιωδώς εισιτήρια πληρώνοντας όσο-όσο ενώ το ενδιαφέρον του Τύπου ήταν εντυπωσιακό. Το «Newsweek» έγραψε ότι δυόμισι χιλιάδες άνθρωποι δεν κατάφεραν, τελικά, να εξασφαλίσουν το μαγικό χαρτάκι της εισόδου συνεχίζοντας, βέβαια, με μια σαρδόνια κριτική. Εναν μήνα αργότερα, μετά την τελευταία της αυτή εμφάνιση, στις 26 Νοεμβρίου, έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε, στο πολυτελές «Hotel Seymour» της Νέας Υόρκης όπου διέμενε.
Χόλιγουντ vs γαλλικού σινεμά
Στα τελευταία χρόνια της ζωής τής… διάσημης ατάλαντης και, φυσικά, στο ρεσιτάλ της στο Κάρνεγκι Χολ εστιάζει η πολυαναμενόμενη ταινία του Στίβεν Φρίαρς «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς» με τη Μέριλ Στριπ στον ρόλο του τίτλου και τον Χιου Γκραντ σε αυτόν του μάνατζερ και συντρόφου της. Η βρετανική πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για τις 6 Μαΐου ενώ στην Ελλάδα θα παίζεται από τις 16 Ιουνίου. «Η Φλόρενς ήταν ένας άνθρωπος που διατήρησε σε ολόκληρη τη ζωή της κάτι που έχουμε όλοι μας όταν είμαστε παιδιά: όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι τόσο καλά, αλλά χάνεσαι στη φαντασίωσή σου και απολαμβάνεις την προσπάθεια» δήλωσε πρόσφατα η Μέριλ Στριπ στον βρετανικό Τύπο για να συνεχίσει:«Είναι το αγνό νόημα της λέξης ερασιτέχνης. Τραγουδούσε μόνο για φίλους και επιλεγμένο κοινό – με εξαίρεση το ρεσιτάλ στο Κάρνεγκι Χολ – γιατί δεν μπορούσε να τραγουδήσει τόσο καλά, αλλά αγαπούσε αυτό που έκανε και αγαπούσε τη μουσική γενικότερα. Στο σενάριο υπάρχει κάτι από όλη αυτή την ευχαρίστηση».

Η ταινία του Φρίαρς έρχεται πολύ κοντά στο γαλλικό φιλμ «Marguerite» του Ξαβιέ Τζιανολί που έκανε πρεμιέρα τον Σεπτέμβριο του 2015 στο Φεστιβάλ της Βενετίας και δύο μήνες αργότερα προβλήθηκε και στη χώρα μας. Η βασική ηρωίδα – την οποία ερμήνευσε η Κατρίν Φρο – είναι επίσης εμπνευσμένη από τη Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς. Ο σκηνοθέτης έμαθε για την ταινία του Φρίαρς έναν μόλις μήνα πριν από την έναρξη των γυρισμάτων της δικής του και σε συνεντεύξεις του έχει παραδεχθεί πως στην αρχή βρήκε τη σύμπτωση τρομακτική. Η ιστορία της Φλόρενς απασχολούσε σε σημείο εμμονής τον Τζιανολί για πολλά χρόνια. Δουλεύει πολύ ως σεναριογράφος προσπαθώντας να βρει πρωτότυπες ιστορίες, δηλώνει, και δεν του αρέσουν οι αντιδράσεις του τύπου «ωχ, πάλι αυτό, το έχω ξαναδεί…»από πλευράς κοινού. Ωστόσο, θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που η δική του ταινία προβλήθηκε, τουλάχιστον, νωρίτερα: «Δεν τολμώ να φανταστώ τι θα είχε γίνει σε αντίθετη περίπτωση… να παλεύω για αυτή την ταινία τόσα χρόνια και ξαφνικά να έχω να αντιμετωπίσω την εξουσία του Χόλιγουντ που θα ερχόταν και πρώτη χρονικά. Τουλάχιστον τώρα είμαι ήρεμος και ανυπομονώ να δω την ταινία του Στίβεν Φρίαρς».