Η παγκόσμια μάχη για την ανάπτυξη και τον έλεγχο του εμβολίου

Πέντε μήνες μετά την εμφάνιση του θανατηφόρου νέου κορονοϊού, η ανάπτυξη αλλά και η διανομή ενός εμβολίου είναι η βασική πρόκληση στον παγκόσμιο αγώνα κατά της πανδημίας. Αν όμως το πρώτο αγωνιώδες ερώτημα είναι το πότε θα είναι έτοιμο, το ίδιο κρίσιμα είναι και τα ερωτήματα που το συνοδεύουν. Κατά πόσον οποιοδήποτε εμβόλιο θα αποδειχθεί αποτελεσματικό και θα είναι κοινά αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα, δίχως η βιασύνη να είναι εις βάρος της ασφάλειας; Πόσο γρήγορα θα είναι διαθέσιμο σε εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια ανθρώπους; Ποιος θα το κατέχει, ποιος θα το ελέγχει; Θα έχουν πρόσβαση όλοι, πλούσιοι και φτωχοί;

Η διαδικασία προχωρά με αδιανόητες για την ιατρική έρευνα ταχύτητες και, σύμφωνα και με το σχετικό ρεπορτάζ των New York Times, ήδη επτά από τα περίπου 90 σχέδια που έχουν αναλάβει κυβερνήσεις, φαρμακευτικές εταιρείες, επιχειρήσεις βιοτεχνολογικής καινοτομίας και ακαδημαϊκά εργαστήρια έχουν φτάσει στο στάδιο των κλινικών δοκιμών.

Παράλληλα, η παγκόσμια εκστρατεία για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης εμβολίων και θεραπειών κατά του Covid-19, που ξεκίνησε από παγκόσμιους ηγέτες, θεσμούς και το ίδρυμα Bill and Melinda Gates στις 4 Μαΐου και από την οποία απείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχει συγκεντρώσει μέχρι στιγμής 9,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ανακοίνωσε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Γεγονότα που γεννούν αισιοδοξία και θα αρκούσε η προσμονή, αν δεν είχαμε καπιταλισμό, που λένε και οι κυβερνώντες. Διότι η όλη διαδικασία παραμένει αβέβαιη, καθώς τα κέρδη για τη φαρμακοβιομηχανία προδιαγράφονται ιλιγγιώδη και για τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό εξίσου σοβαρά.

«Οι φαρμακευτικές εταιρείες βλέπουν το Covid-19 σαν μια επιχειρηματική ευκαιρία που έρχεται μια φορά στη ζωή», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Gerald Posner, συγγραφέας του βιβλίου Pharma: Greed, Lies, and the Poisoning of America στο Intercept.

Και ταυτόχρονα, όλοι συμφωνούν πως σε μία εποχή έντονου εθνικισμού, η γεωπολιτική διάσταση της κούρσας για το εμβόλιο είναι εξίσου σύνθετη με την ιατρική. «Βάζοντας στην άκρη την εμπορική αξία, έχει μεγάλη γεωπολιτική σημασία ποιος θα είναι ο πρώτος που θα αναπτύξει τη θεραπεία ή το εμβόλιο. Θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα εργαλεία που έχουμε για να θωρακίσουμε την αμερικανική έρευνα», επισημαίνει ενδεικτικά ο John C. Demers, αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης για την εθνική ασφάλεια στις ΗΠΑ.

Το εμβόλιο

Που βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή; Ο αγώνας δρόμου μεταξύ των φαρμακευτικών εταιρειών είναι τεράστιος. Η περίοδος των δοκιμών θα πρέπει να αποδεικνύει ότι το εμβόλιο είναι πραγματικά αποτελεσματικό και δεν βλάπτει.

Ωστόσο, οι κλινικές δοκιμές για την παρασκευή ενός εμβολίου απαρτίζονται από αρκετές φάσεις. Αρχικά δοκιμάζεται η αντίδραση στη δραστική ουσία, αργότερα η αποτελεσματικότητα τoυ εμβολίου. Οι συμμετέχοντες χωρίζονται σε δύο ομάδες: Η μία λαμβάνει ένα εικονικό φάρμακο placebo, η άλλη την δραστική ουσία.

Για να επιτευχθεί ο στόχος, η παρασκευή δηλαδή του εμβολίου, πρέπει να γίνουν αρκετά πειράματα, τα οποία μέσω της μόλυνσης με τον παθογόνο ιό θα μπορέσουν να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενου εμβολίου. Το πρόβλημα, είναι αν ο ιός δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος, οπότε μπορεί να χρειαστεί να συμμετέχουν δεκάδες χιλιάδες άτομα στη μελέτη, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα στην επιστημονική κοινότητα. Μερικοί τονίζουν το μεγάλο όφελος που έχουν οι μελέτες αυτές, από τις οποίες θα μπορούσε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινωνία.  Άλλοι εκφράζουν ανησυχία και θέματα βιοηθικής, εξαιτίας των ενδεχόμενων κινδύνων για την υγεία των συμμετεχόντων.

Ο Olaf Tolke, ειδικός στον τομέα του φαρμάκου από τον οίκο αξιολόγησης Scope δεν πιστεύει ότι μέσα σε αυτόν τον χρόνο θα υπάρξει εμβόλιο για τον κορονοϊό. «Η ανάπτυξη εμβολίου κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια. Οι εταιρείες διατρέχουν τον κίνδυνο να καθυστερήσουν σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Επειδή όμως εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται το εμβόλιο αυτό δεν θα έπρεπε να είναι τόσο ακριβό. Σε περίπτωση όμως που κάποια εταιρεία τα καταφέρει αυτό σημαίνει κέρδη δισεκατομμυρίων. Όλος ο κόσμος θα έσπευδε να το αγοράσει», δηλώνει.

Πάντως, την προηγούμενη εβδομάδα τα χρηματιστήρια σε Νέα Υόρκη, Τόκιο και Φρανκφούρτη πανηγύριζαν γιατί η φαρμακοβιομηχανία Moderna δοκίμασε εμβόλιο σε άνθρωπο και την ίδια ώρα οι μετοχές της κατέγραψαν αύξηση κατά 20%, ενώ επιχορηγείται και από το ειδικό ταμείο που έχει συστήσει η αμερικανική κυβέρνηση σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, στο οποίο έχουν διατεθεί 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Τέτοιες πρακτικές δοκιμές γίνονται στην Κίνα, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία και σε όλο τον κόσμο δοκιμάζονται πάνω από 100 πιθανές δραστικές ουσίες για ένα εμβόλιο από μικρές και μεγαλύτερες εταιρείες, όπως είναι η Biontech, η Curevac, η  Sanofi και η GlaxoSmithKline.

Στην Οξφόρδη ερευνητές του πανεπιστημίου εκεί ξεκίνησαν ήδη τον Απρίλιο κλινικά τεστ σε πάνω από 1.000 εθελοντές. Το σχέδιο υλοποιείται σε συνεργασία με τον φαρμακευτικό κολοσσό Astra Zeneca. Στη Γερμανία τις πρώτες κλινικές δοκιμές έκανε η εταιρεία Biontech σε ασθενείς που ήταν καλά και από το τέλος Ιουνίου πιθανότατα θα δοθούν σχετικά στοιχεία. Η Biontech συνεργάζεται με τον αμερικανικό όμιλο Pfizer και την κινεζική εταιρεία Fosun Pharma κι ελπίζει πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα μπορούσαν να παραχθούν εκατομμύρια εμβόλια από κοινού με την αμερικανική εταιρεία.

Σε όλες τις περιπτώσεις το θέμα είναι να παραχθεί ένα αποτελεσματικό εμβόλιο όσο το δυνατόν γρηγορότερα και σε εκατομμύρια δόσεις.

Ποιοι θα το λάβουν πρώτοι

Η ανάπτυξη νέου εμβολίου στοιχίζει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Οι φαρμακευτικές εταιρείες όμως αποφεύγουν να αποκαλύψουν τα κέρδη τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η παραγωγή εμβολίου HPV για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας απέφερε πέντε φορές την αρχική επένδυση. Το βέβαιο είναι ότι η ταχύτατα αυξανόμενη αγορά εμβολίων έχει γίνει η μεγαλύτερη πηγή ανάπτυξης της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Κι ας πούμε ότι το εμβόλιο είναι έτοιμο. Ποιοι θα το λάβουν πρώτοι; Δεδομένου ότι η διεθνής ζήτηση θα ξεπεράσει την αρχική προσφορά, πώς θα αποφύγουμε να επαναληφθεί ο γνωστός διαγκωνισμός που είδαμε για την εξασφάλιση προστατευτικού εξοπλισμού και διαγνωστικών τεστ;

Σύμφωνα με τον Γερμανό εμπειρογνώμονας υγείας, Ilona Kickbusch, στο ρεπορτάζ της Deutsche Welle, οι υγειονομικές αρχές σε όλο τον κόσμο εργάζονται για να βρουν μια βιώσιμη λύση στο ζήτημα της διανομής, αλλά προσθέτει: «Προς το παρόν, δεν υπάρχουν διεθνείς κανόνες για την κοινή χρήση οποιουδήποτε πιθανού εμβολίου με δίκαιο τρόπο», αφού όπως σημειώνει ο Jürgen Wasem, καθηγητής για τη διαχείριση της υγειονομικής περίθαλψης στο Πανεπιστήμιο του Έσσεν της Γερμανίας, «η έρευνα και ανάπτυξη φαρμάκων καθοδηγείται συνήθως από τις δυνάμεις της αγοράς». «Αυτό θέτει τον κίνδυνο να προμηθεύονται οι αγορές στη Δυτική Ευρώπη, την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή οι ασθενείς εκεί μπορούν να πληρώσουν τις υψηλές τιμές», προσθέτει.

Εξάλλου στην ιστορία της ανάπτυξης φαρμάκων διαθέσιμων για όλους τους πληθυσμούς του κόσμου, η εικόνα της Big Pharma, των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών δηλαδή, έχει από καιρό αμαυρωθεί, αφού ο εφοδιασμός φαρμάκων εξαρτάται από τις πολιτικές τιμολόγησης των εταιρειών.

Σύμφωνα και με την ανάλυση των New York Times, oι πλούσιες χώρες θα ανταγωνιστούν για πρόσβαση σε οποιοδήποτε εμβόλιο κυκλοφορήσει πρώτο στην αγορά. Οι φτωχές χώρες, στο πίσω μέρος της ουράς, θα πρέπει να περιμένουν να αποκτήσει προέγκριση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το εμβόλιο και να διανεμηθεί από τις οργανώσεις αρωγής. Υπάρχουν πάνω από 25 εκατ. πρόσφυγες στον κόσμο και φιλοξενούνται κατά 80% σε αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι αυτοί που είναι λιγότερο πιθανό να συνυπολογιστούν σε κάποια κυβερνητική παραγγελία εμβολίου και εκείνοι που είναι απίθανο να εμβολιαστούν. Οι πληθυσμοί τους μπορεί έτσι να γίνουν εστίες επανεμφάνισης της επιδημίας που όχι μόνο θα οδηγήσει σε διάδοση του ιού αλλά θα τους στιγματίσει περαιτέρω.

«Ποιες είναι οι πιθανότητες να δοθεί προτεραιότητα σε μια νοσοκόμα στην Ινδία ή σε έναν γιατρό στη Βραζιλία, πόσο μάλλον σε έναν οδηγό λεωφορείου στη Νιγηρία ή σε έναν διαβητικό στην Τανζανία; Η απάντηση είναι σχεδόν μηδενικές» γράφει ο David Pilling στους Financial Times.

Το πρόβλημα είναι πως τα εμβόλια και η διεθνής πολιτική είναι άμεσα συνδεδεμένα. Και αυτήν τη φορά θα ισχύσει το ίδιο. Με δεδομένο μάλιστα ότι η πανδημία ζημίωσε σοβαρά τις οικονομίες, «πάγωσε» την καθημερινότητα και συγκλόνισε την πολιτική σκηνή, η μάχη για το εμβόλιο θα είναι βιαιότερη από ποτέ.

Μάλιστα η ανακοίνωση του γαλλικού φαρμακευτικού ομίλου Sanofi ότι σε περίπτωση που αναπτύξει το εμβόλιο, οι ΗΠΑ θα έχουν προτεραιότητα έναντι της Γαλλίας διότι η Αμερική ήταν η πρώτη που χρηματοδότησε την έρευνα της γαλλικής εταιρείας, προκάλεσε θύελλα στη Γαλλία και τη σφοδρή αντίδραση του Εμανουέλ Μακρόν, που δήλωσε ότι «ένα πιθανό εμβόλιο εναντίον της νόσου Covid-19 δεν πρέπει να υπόκειται στους νόμους της αγοράς» και έσπευσε να συναντηθεί με τους επικεφαλής της εταιρείας και να απειλήσει με κρατικοποίηση.

Γι αυτό και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Antοnio Guterres κήρυξε, για την ακρίβεια ευχήθηκε, πρόσφατα μια μελλοντική θεραπεία COVID-19 ως «δημόσιο αγαθό» που πρέπει να διατεθεί σε όλους, ενώ τρεις Αφρικανοί ηγέτες και περισσότερες από 140 προσωπικότητες, συμπεριλαμβανομένων 50 πρώην παγκόσμιων ηγετών με ανοιχτή επιστολή τους που δόθηκε στη δημοσιότητα από την UNAIDS του ΟΗΕ και την Oxfam ζητούν «οποιοδήποτε εμβόλιο κατά της Covid-19 δεν θα πρέπει να κατοχυρώνεται με πατέντα, ενώ θα πρέπει να παράγεται σε μεγάλη κλίμακα και να διατίθεται χωρίς κόστος στον κόσμο παντού».

«Όταν αναπτυχθεί ένα σίγουρο και αποτελεσματικό εμβόλιο, θα πρέπει να παραχθεί γρήγορα σε μεγάλη κλίμακα και να τεθεί δωρεάν στη διάθεση όλων, σε όλες τις χώρες. Το ίδιο και όλες οι θεραπείες, τα διαγνωστικά τεστ και άλλες τεχνολογίες» κατά του νέου κορονοϊού, γράφουν.

Καλούν επίσης για τη δημιουργία μιας «παγκόσμιας συμφωνίας για τα εμβόλια, τα διαγνωστικά τεστ και τις θεραπείες της Covid-19» που δοκιμάζονται υπό τη διεύθυνση του ΠΟΥ. «Δεν είναι η στιγμή να ευνοηθούν τα συμφέροντα των πιο πλούσιων επιχειρήσεων και κυβερνήσεων, σε βάρος της παγκόσμιας αναγκαιότητας να σωθούν ζωές ούτε να αφεθεί αυτό το σημαντικό και ηθικό καθήκον στις δυνάμεις της αγοράς», προσθέτουν.

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μονοπώλια, έναν χυδαίο ανταγωνισμό και έναν μυωπικό εθνικισμό να ορθώσουν εμπόδια σε αυτή την πρόσβαση στην υγεία», καταλήγουν.

πηγή: tvxs.gr