«Η προκλητικότητα ξεπερνά κάθε όριο» απαντούν τα μέλη ΣΦΕΑ για την αγωγή εναντίον τους

«Η προκλητικότητα των εναγόντων ξεπερνά κάθε όριο», αναφέρουν σε δήλωσή τους τα μέλη του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (Σ.Φ.Ε.Α.) 1967-1974, Γρίμπας Αλέξανδρος, Μηταφίδης Τριαντάφυλλος και Σακέττας Σπύρος, μετά την αγωγή που κατέθεσαν εναντίον τους τα παιδιά του συνταγματάρχη Αθανάσιου Χρυσοχόου, και τονίζουν ότι «την αγωγή θα την αντικρούσουμε όχι μόνο με τα συντριπτικά στοιχεία και έγγραφα στα οποία στηρίχτηκε και η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, αλλά και με όσα νεότερα στοιχεία έφερε στο φως η ιστορική έρευνα».

Ακολουθεί η δήλωση των πολιτικών κρατουμένων της δικτατορίας των συνταγματαρχών – μελών του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (Σ.Φ.Ε.Α.) 1967-1974 Γρίμπα Αλέξανδρου, Μηταφίδη Τριαντάφυλλου, Σακέττα Σπύρου:

«Τα παιδιά του Αθανάσιου Χρυσοχόου, κατοχικού φρουράρχου Θεσσαλονίκης και, εν συνεχεία, Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, άσκησαν αγωγή για προσβολή μνήμης νεκρού, εναντίον μας με την αιτιολογία ότι, με ανοικτή επιστολή μας προς το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης, συκοφαντήσαμε και δυσφημήσαμε τον πατέρα τους: ως συνεργάτη των ναζιστικών κατοχικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες τον διόρισαν Φρούραρχο της πόλης, ως δεξί χέρι του Μαξ Μέρτεν, του δήμιου της Θεσσαλονίκης, ως επίορκο ανώτατο αξιωματικό που, αντί να αντισταθεί στους κατακτητές, εντασσόμενος είτε στον Ελληνικό Στρατό της Μέσης Ανατολής είτε στις ανταρτικές δυνάμεις της Εθνικής Αντίστασης, όπως έπραξε η πλειοψηφία των μονίμων αξιωματικών, ότι, ακόμη, υπηρέτησε τον εχθρό, αναμείχθηκε και ανέχθηκε τα εγκλήματα των κατακτητών, με τον αφανισμό του 1/5 του πληθυσμού της πόλης -με την εξόντωση των εβραϊκής καταγωγής συμπολιτών μας στα καταναγκαστικά έργα και στα χιτλερικά στρατόπεδα θανάτου – με τις εκτελέσεις 1.500 αντιστασιακών και πολιτών στο Επταπύργιο και το στρατόπεδο Παύλου Μελά, με τους χιλιάδες θανάτους από πείνα.

Κι όλα αυτά μετά τη μετονομασία της οδού που έφερε το όνομά του Αθ. Χρυσοχόου – μετά από απόφαση του διορισμένου από τη χούντα ΔΣΘ το 1971, που στηρίχτηκε στο καταργημένο το 1982 κατάπτυστο ΝΔ 179/1969 της δικτατορίας – σε οδό Αλμπέρτου Ναρ, η οποία έγινε με απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης και του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης.

Η αγωγή αυτή πέραν της προκλητικότητάς της, έχει και ιστορικό και πολιτικό συμβολισμό διότι στρέφεται κατά τριών αντιστασιακών –δεσμωτών της Χούντας- αλλά ταυτοχρόνως και παιδιών αντιστασιακών της Κατοχής: ο σιδηροδρομικός πατέρας του Αλέξανδρου Γρίμπα εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, ενώ του Σπύρου Σακέττα ήταν ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού και του ΕΛΑΣ. Και είναι προκλητική, διότι ζητούν με την αγωγή τους ποσό 600.000 ευρώ επ’ απειλή προσωπικής κράτησης, δηλαδή φυλακίσεώς μας και πάλι (!!!). Έτσι η αγωγή τους δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία προσπάθεια εξιλέωσης των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων και προσβολής της ιστορικής μνήμης, μέσα στο γενικότερο διεθνές κλίμα αναθεώρησης της Ιστορίας και της αντιφασιστικής νίκης: εξίσωση ναζισμού – κομμουνισμού, μετατροπή των θυτών σε θύματα – τη στιγμή μάλιστα που η χώρα μας διεκδικεί την απόδοση των γερμανικών οφειλών και την αποζημίωση των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας – αλλά και με τη «συντριβή της Αριστεράς για ό,τι πράττει και πιστεύει».

Η προκλητικότητα όμως των εναγόντων ξεπερνά κάθε όριο, όταν επικαλούνται ότι ο Χρυσοχόου «τοποθετήθηκε με την σύμφωνη γνώμη των Άγγλων και την κάλυψη (sic) της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης ως Φρούραρχος από τους Γερμανούς του καλοκαίρι του 41…». Αλήθεια τι «φρουρούσε» για λογαριασμό των Ναζί; Πέρα από αυτή την τερατώδη αναλήθεια προχωρούν στην περαιτέρω κακοποίηση της Ιστορίας, ισχυριζόμενοι ότι ο Χρυσοχόου ανέπτυξε «το σημαντικότερο κατασκοπευτικό δίκτυο της κατοχής…», ζητούν δηλ., ούτε λίγο ούτε πολύ… «προστιθέμενη αξία» αντιστασιακού για τον συγγενή τους (!).

Την αγωγή θα την αντικρούσουμε όχι μόνο με τα συντριπτικά στοιχεία και έγγραφα στα οποία στηρίχτηκε και η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, αλλά και με όσα νεότερα στοιχεία έφερε στο φως η ιστορική έρευνα».