Η Θεσσαλονίκη στο φως

Για το Μαρξ, οι βίαιοι μετασχηματισμοί που απαιτούνται για την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση συνοδεύονται πάντα από τη θέσπιση μιας αντιδραστικής νομοθεσίας, η οποία πέραν της νομιμοφάνειας, προσδίδει στο σύνολο της διαδικασίας το χαρακτήρα φυσικής αναγκαιότητας, ότι δηλαδή έτσι έχουν τα πράγματα στην πορεία της ανθρωπότητας και δεν υπάρχει καμία εναλλακτική πρόταση.

Του Τριαντάφυλλου Τρανού*

Αυτό το καταναγκαστικό ιδεολόγημα που αποθέωσε η Μάργκαρετ Θάτσερ, χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν από τους κρατούντες είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο. Σε ότι αφορά σε αυτό που με πολεμικό και ειρωνικό τρόπο ο Μαρξ αποκαλούσε «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», ο ίδιος έδειξε πρώτος ότι η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση δεν αποτελεί ποτέ μια ειδυλλιακή διαδικασία. Προηγήθηκε στον καιρό του ο απηνής διωγμός των αγροτών, η δημιουργία της αντεργατικής νομοθεσίας, η γένεση του αγροτικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου και τέλος η εξέλιξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής μέσα στην ιστορία και οι διέξοδοι που δημιουργούν οι εγγενείς αδυναμίες της. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να υπογραμμιστεί ότι το κεφάλαιο και γενικότερα οποιαδήποτε συσσώρευση πλούτου απαιτούν τη βίαιη αλλαγή που περιγράφει με τον δικό της ιδιοσυγκρασιακό τρόπο στο Δόγμα του Σοκ η Naomi Klein.

Η βίαιη ιδιοποίηση οποιουδήποτε αγαθού που ανήκει στο γενικό πληθυσμό μιας περιοχής, όπως συνέβη στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Θεσσαλονίκη την περίοδο της κατοχής, αντικαθίσταται βαθμιαία σε λιγότερο ταραγμένες εποχές από μία άλλη τακτική όπου η συσσώρευση κεφαλαίου αρχίζει να αναπτύσσεται με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό μεγάλων μαζών ανθρώπων από αγαθά πρώτης ανάγκης. Στην πορεία ωρίμανσής της η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση για να συντελεστεί αυξάνει τους βαθμούς εκμετάλλευσής της και από εκεί που συνήθιζε να εκποιεί τις περιουσίες αυτόνομων αγροτικών πληθυσμών, περνά στην εκποίηση ολόκληρων κρατών με μέσο και εργαλείο το δημόσιο χρέος.

Στη Θεσσαλονίκη, στην «πόλη των φαντασμάτων» (Μαρκ Μαζάουερ), μέσα σ’ ένα ακροδεξιάς δυσωδίας πολιτικό κλίμα μετά και τις αλλεπάλληλες βεβηλώσεις των μνημείων του Ολοκαυτώματος, συνεχίζει να εξελίσσεται ακόμη και σήμερα η βιομηχανία εξιλέωσης των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων από το άγος της πρωταρχικής συσσώρευσης που «έφτιαξε» τους προύχοντες της πόλης. Συνεχίζεται ακόμη και η ανερυθρίαστη, ιδιοτελής προσβολή της ιστορικής μνήμης μέσα στο γενικότερο διεθνές κλίμα αναθεώρησης της Ιστορίας και της αντιφασιστικής νίκης με την άρνηση του Ολοκαυτώματος, την εξίσωση ναζισμού – κομμουνισμού και τη μετατροπή των θυτών σε θύματα.

Πρέπει όμως να θυμόμαστε πάντα πως η Θεσσαλονίκη, η πόλη των μεγάλων κοινωνικών, δημοκρατικών και πατριωτικών αγώνων, υπέφερε τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια της κατοχής. Είχε δυστυχώς το θλιβερό προνόμιο να είναι η πρώτη ελληνική πόλη που καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα και παρέμεινε επί 43 μήνες υπό σκληρή γερμανική κατοχή. Ο λαός της μαρτύρησε από την πείνα, τις ασθένειες, τα βασανιστήρια, τις μαζικές εκτελέσεις, την γενικευμένη τρομοκρατία και την ασύμμετρη βία. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης εξολοθρεύθηκε. Πρώτα δια της καταναγκαστικής εργασίας, όπου έχασε το 12% των μελών της, και στη συνέχεια στα ναζιστικά κρεματόρια με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν συνολικά το 96% των κατοίκων της Θεσσαλονίκης εβραϊκού θρησκεύματος ή 46.000 αθώοι πολίτες. Η καταναγκαστική για δεκαετίες συσκότιση της κοινής συνείδηση και της μνήμης από τους κρατούντες και η έλλειψη κάθε αναφοράς στην Εθνική Αντίσταση και τον ΕΛΑΣ, που έσωσε την πόλη από την καθολική καταστροφή, μόνο τυχαία δεν ήταν. Αντίθετα, αποτέλεσε συνειδητή πράξη της μετακατοχικής πολιτικής και κοινωνικής ελίτ, στην προσπάθειά της να συσκοτίσει την Ιστορία και να απαλλαγεί από τις ευθύνες της για το γεγονός ότι ένα τμήμα αυτής όχι μόνο δεν αντιστάθηκε στους κατακτητές αλλά, αντίθετα, κερδοσκόπησε και επωφελήθηκε από τον πόνο και το αίμα του μαρτυρικού λαού της Θεσσαλονίκης. Το τμήμα εκείνο της άρχουσας τάξης που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς «ξεπλύθηκε» στη συνέχεια συνεργαζόμενο με τους Άγγλους και τους Αμερικανούς, κρύφτηκε στο σκοτάδι και γλίτωσε την τιμωρία και τον στιγματισμό. Η έκλειψη του Λόγου και ο παρανοϊκός ακροδεξιός σκοταδισμός, απειλούν σήμερα εκ νέου την πόλη την οποία οι νικητές του εμφυλίου πότιζαν για δεκαετίες ολόκληρες με τα τοξικά απόνερα του αντικομουνισμού, του εθνικισμού, της ξετσιπωσιάς, της υποταγής, της χυδαιότητας και της ραγιάδικης νοοτροπίας. Το τσούρμο των πολιτικών και παραπολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησε τον τόπο και την πόλη το δεύτερο μισό του σκοτεινού εικοστού αιώνα παρεμπόδισε εσκεμμένα την απόδοση δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση του βρώμικου κατοχικού παρελθόντος της. Εξασφάλισε την ατιμωρησία στους δωσίλογους, ακύρωσε σχεδόν κάθε δυνατότητα για τον αναγκαίο πολιτικό και ηθικό αναστοχασμό και επέτρεψε σε μια ολίγιστη κλεπτοκρατική συμμορία να επιχειρήσει για λογαριασμό της, την διαιώνιση στο διηνεκές των ωφελημάτων της βίαιας πρωτογενούς συσσώρευσης που συνετελέσθη με τον σφετερισμό των εβραικών περιουσιών και την διαρπαγή των κρίσιμων για την επιβίωση πόρων των κατοίκων της πόλης, την πιο μαύρη περίοδο της κατοχής. Αυτό το απλήρωτο άγος, η λεγόμενη Δικαιοσύνη, οι μόνιμοι ιδιοκτήτες του τόπου και τα τσιράκια τους στα τοπικά και τα εθνικής εμβέλειας ΜΜΕ το θεώρησαν και τότε και σήμερα αόρατο, φυσικό, νόμιμο και ηθικό! Για τούτους, οι πολίτες αυτής της πόλης θεωρούνται κουφοί και τυφλοί. Και όμως, ακόμη και οι τυφλοί βλέπουν! Η τύφλωση δεν στεγνώνει ούτε απαγορεύει τα δάκρυα του πένθους, του πόνου και της οργής.

Η διορατική τέχνη, οφείλει, για λογαριασμό της δικαιοσύνης, να καταστήσει επιτέλους το αόρατο ορατό, θα μπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντας τον διάσημο προπολεμικό αφορισμό του Πάουλ Κλέε . Είναι αναγκαίο για την τέχνη να «δείξει», έστω και με την μορφή του σοκ, όλες τις αρνητικές ποιότητες και τα «τυφλά σημεία» της Ιστορίας και με τα δικά της μέσα να πολεμήσει την κουλτούρα της αδιαφορίας που αναπτύσσεται ξανά. Η τέχνη που σέβεται τον εαυτό της και αντλεί διδάγματα και παραδείγματα από την ιστορική εμπειρία, αποτελεί ένα είδος ακοίμητου ιστορικού σεισμογράφου. Απεχθάνεται το λούφαγμα, αντιπαθεί τα ψιμύθια, καταγράφει τα πάντα. Δεν εισάγει πλαστές, καθησυχαστικές αρμονίες, προτιμά να απευθύνεται σε όλες μας τις αισθήσεις μετωπικά. Το ίδιο κάνει και η απροκατάληπτη ιστορική έρευνα. Εμείς, ως παραλήπτες των μηνυμάτων της, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας, κώφωσης και τύφλωσης πρέπει, σε πείσμα όλων των βεβαιοτήτων και των βολικών παραδοχών μας, να μάθουμε πως να βλέπουμε, πως να ακούμε και πώς να αισθανόμαστε ξανά.

Οι καλλιτέχνες και οι ποιητές τα έργα των οποίων φέρουν τα αδιάψευστα σημάδια μιας ο ειδικής ευαισθησίας, αναδεικνύουν, καταγγέλλουν και δοξάζουν την κοινή σε όλους μας, οξεία, πολύπλευρη μητροπολιτική αίσθηση και εμπειρία. Με το δικό του τρόπο ο καθένας, αλλά και με πολλά κοινά σημεία και εμφανείς συγγένειες, καλλιτέχνες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όπως ήταν ο Μπρεχτ, ο Μπωντλέρ και ο Ν. Καρούζος, φώτισαν την εμπειρία της σύγχρονης αστικής ζωής, διερεύνησαν τη μητρόπολη ως τον κατεξοχήν τόπο της νεωτερικότητας, ανέλυσαν τις νέες μορφές της ηθικής και της κουλτούρας στις μοντερνιστικές εκφάνσεις της και επηρέασαν βαθιά τον τρόπο που στοχαζόμαστε το σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Οι πιο προχωρημένοι καλλιτέχνες σήμερα τους ακολουθούν. Απορρίπτουν με όχημα την αισθητική άρνηση, τις αρχικές ιδεολογικές συνθήκες της ουδέτερης καλλιτεχνικής παραγωγής και την συνακόλουθη παραμόρφωση των έργων τέχνης σε ακίνδυνα καταναλωτικά αγαθά. Ταυτόχρονα αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μετατρέψουν τα έργα τέχνης σε κάτι περισσότερο από απλή διαμαρτυρία. Να τα μεταμορφώσουν σε πολιτικά χρήσιμο αισθητικό υλικό φορτισμένο με ισχυρή παιδευτική αξία, δηλαδή σε εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας για να γκρεμίσει τα οχυρά του ψεύδους και του σκότους, αυτά ακριβώς που επιτιθέμενοι στην «κοινωνία του θεάματος» την δεκαετία του 1960 ο Γκυ Ντεμπόρ και ο Ζιλ Βολμάν χαρακτήριζαν ως «σινικά τείχη που εμποδίζουν την κατανόηση».

Τα αδρά, κάποτε προκλητικά, στοιχεία αυτής της τέχνης που είχε από τότε στόχο να πολεμήσει την απάθεια και την αδιαφορία ήταν μόνο η αρχή για την επεξεργασία μιας συνολικά νέας πολιτικής, αισθητικής και παιδαγωγικής αντίληψης που έμεινε απομονωμένη, παρεξηγημένη και μετέωρη, ακόμη και ανάμεσα στις γραμμές της Αριστεράς. Σήμερα, μετά την ανάδυση του νεοναζισμού και του μεταφασισμού μια τέχνη που έχει βαθιά συνείδηση του εαυτού της και της εποχής της, καθίσταται ξανά επίκαιρη και αναγκαία. Τα έργα της αποτελούν παρά τον κάποτε αποσπασματικό, αντιφατικό και αμφίσημο χαρακτήρα τους, τα απαραίτητα ένζυμα για την αλλαγή του καλλιτεχνικού παραδείγματος και την μεταστροφή του σε κάτι πολύ διαφορετικό από το υπάρχον δουλικό καλλιτεχνικό ordino : σε καθολική αισθητική μόρφωση που παρέχει στους θεατές και στους ακροατές υψηλό βαθμό αυτονομίας και συνείδησης και αντιμετωπίζει τις πιο σοβαρές προκλήσεις της εποχής ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρει σε μια ευρύτερη μορφωτική και πολιτική θεωρία η οποία μπορεί να αντιπαλέψει αποτελεσματικά τον αυταρχισμό και τον φασισμό που αναδύονται.

Οι καλλιτέχνες είναι εκείνοι που γεύονται πρώτοι μέσα από την οπτική, τη μουσική, την κιναισθητική και τη γλωσσική τους ευαισθησία, το μελλοντικό τίμημα της επέλασης των ασύδοτων αγορών και του παραπληρωματικού σε αυτές μεταφασισμού. Αυτοί οφείλουν να αναπτύξουν άμεσα ένα νέο κίνημα καλλιτεχνικού και μορφωτικού διαφωτισμού. Πρέπει να επεξεργαστούν μια εγκάρσια πολιτική και παιδαγωγική γλώσσα για την τέχνη που δεν θα είναι «ούτε νέα ούτε παλιά, αλλά απλώς αναγκαία» όπως έγραφε το 1924 για το παιδαγωγικό πρόγραμμα των Vukthemas των πρωτοποριακών σχολών τέχνης της άγουρης ακόμη σοβιετικής επανάστασης, ο Βλάντιμιρ Τάτλιν.

Η πόλη είναι ο ταμιευτήρας της ιστορίας»

Σπύρος Σακκέτας

«Η τέχνη είναι το ιερογλυφικό του πολιτισμού, η ιδεώδης αποτύπωση όλων των γεγονότων που διασχίζουν τον ιστορικό ορίζοντα»

Μαξ Χορκχάιμερ

*Ο Τριαντάφυλλος Τρανός διδάσκει στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του ΑΠΘ