Ήμουν 20 χρονών

Πριν από 52 χρόνια ήμουν 20 χρονών. Για την ακρίβεια, είχα κλείσει τα 20 λίγες πριν από την 21η Απριλίου.

Δεν έπεσα από τα σύννεφα.

Το περιμέναμε εν γένει κι αορίστως. Αλλά δεν ξέραμε και τι ακριβώς σημαίνει χούντα, ζώντας ως τότε στον καραμανλικό παράδεισο κι έχοντας νιώσει στο πετσί μας τα καλά της αποστασίας Μητσοτάκη – Τσιριμωκου – Στεφανόπουλου.

Γείτονες δεν είχαμε στη Φιλοσοφική να πούνε -μετά- πόσο καλά ήταν τα παιδάκια με τα ροπαλάκια που λίγες εβδομάδες πριν το πραξικόπημα, με τη δημοκρατία των δοτών παλατιανών, μας είχαν τσακίσει στο ξύλο. Είχαμε τολμήσει να διαμαρτυρηθούμε για την αποβολή 40 ή 50 (δεν θυμάμαι πια) φοιτητών από τον πρύτανη και κατοπινό υπουργό Παιδείας της χούντας, έναν άνθρωπο του θεού, τον Παναγιώτη Χρήστου.

Δέρνανε έξω από το «22» ως και τον Ανδριώτη, τον κάθε άλλο παρά αριστερό καθηγητή μας γιατί πήγε να σώσει έναν φοιτητή του. Εκεί τους σταμάτησε ο εκ των ελαχίστων γενναίος, ο Μίμης Μαρωνίτης, και τους έστειλε στο διάολο λέγοντας στον επικεφαλής καραβανά ότι στο Σπουδαστήριο κάνει κουμάντο αυτός, όχι ο πασίγνωστος στη συνέχεια βασανιστής υπομοίραρχος. Ψάρωσε το ένστολο ζώο και δεν προχώρησε. Τότε σωθήκαμε από τα χειρότερα. Επειτα, είχαμε την ίδια μοίρα με τον μεγαλύτερο Ελληνα φιλόλογο. Ηταν γενναίος ώς το τέλος.

Όμως χαμπάρι δεν είχαμε τι θα ακολουθούσε. Και πώς να φανταστείς τι ταλέντο κρύβανε αυτές οι ύαινες που ανέλαβαν να μας σωφρονίσουν. Φίλοι, συγγενείς, άνθρωποι που δεν τους είχαμε ακούσει να λένε κουβέντα για οτιδήποτε, χάθηκαν μαζί με τους ακούραστους μεγαλύτερους μπροστάρηδες, συμφοιτητές και συμφοιτήτριες, φίλες, φίλους. Εξορία, κάποιοι προφυλακισμένοι και μετά δεσμώτες κι η ώρα της αλήθειας και για σένα. Ο εξευτελισμός, η βία του αγράμματου εθνικόφρονα χωριάτη στο κορμί σου, η γνώση ότι από δω και μπρος θα είσαι και συ μόνος αν σ’ αφήσουνε, παρέα με την καχυποψία αυτών που δεν πιάστηκαν, ή θα μετράς το 2Χ1,20 του κελιού σου.

Κι οι άλλοι φίλοι, συγγενείς και περίεργοι γείτονες, μ’ ένα στόμα: Κοίτα τη δουλειά σου, μην μπλέκεσαι. Το ’74 ζητούσαν όλοι «τη χούντα στο λαό».

Σήμερα κάποιοι θα θυμηθούμε τον Θωμά Βασιλειάδη, τον Τάσο Δαρβέρη, τον Νίκο Χλωρό, τον Κωτσίκο Παπαδόπουλο, τον Πέτρο Οικονόμου, τον Γιώργο Σμυρνή.

Αναφέρω μόνο νεκρούς που κανείς γελοίος δεν μπορεί να σπιλώσει.

Δεν θα πέσω στο λάθος να μιλήσω για ανιστόρητους και τους ανέκαθεν πρόθυμους ή τους νεοϊεχωβάδες που θα τα σιάξουν όλα έπειτα από την επανάσταση. Ως τότε κράτει, μη χαλάσει η μπριγάδα κι η ΑΕ.

Μια κουβέντα μόνο που ίσως να χρησιμέψει στους εικοσάρηδες.

Όταν «έπεσε» η χούντα, γλείψαμε εύκολα και χωρίς σκέψη το κόκαλο. Αμνηστία (σε όλους, και στους δολοφόνους), στα μαλακά οι βασανιστές, οι δικαστές, οι στρατηγοί, και σε μας ένα έπαθλο: η αναγνώριση του ΚΚΕ. Όλα αυτά για να μπορούν τα ψηφοδέλτια να έχουν επάνω τρία γράμματα ή κάποιες παραλλαγές. Θαρρείς και μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Όλα τα καθάρματα έξω, αρεοπαγίτες, δικαστικοί ντυμένοι κατ’ εντολήν βασιλικοί επίτροποι, χειροκροτητές καθηγητές πανεπιστημίου, χαφιέδες, βασανιστές που έφτασαν να γίνουν στρατηγοί.

Αντε να αντιστάθηκαν 10.000 Ελληνες αλλά μιλιούνια -μετά- οι αντιστασιακοί. Και σήμερα να σε φτύνουν, ακόμα και μέσα στη Βουλή, οι μπράβοι του Παπαδόπουλου, οι θαυμαστές του Παττακού, τα πρωτοπαλίκαρα της ΕΠΕΝ. Κι οι κληρονόμοι να λένε: Ψιχαλίζει.