Κάρμεν: Όταν έκανε πρεμιέρα η «όπερα των οπερών»

Μία ομάδα στρατιωτών αναπαύεται στην πλατεία, περιμένοντας την αλλαγή φρουράς και σχολιάζοντας τους περαστικούς Εμφανίζεται η Μικαέλα αναζητώντας τον αγαπημένο της Χοσέ, ο οποίος είναι δεκανέας των Δραγώνων. Ο επίσης δεκανέας Μοράλες την πληροφορεί ότι δεν έχει πιάσει υπηρεσία ακόμα και την προσκαλεί να τον περιμένουν μαζί. Εκείνη αρνείται, λέγοντας πως θα επιστρέψει αργότερα. Ο Χοσέ φθάνει με τη νέα βάρδια, την οποία υποδέχεται και μιμείται ένα πλήθος από αλητόπαιδα. Καθώς το κουδούνι του εργοστασίου χτυπά, οι καπνεργάτριες βγαίνουν και μιλάνε με τα παλικάρια στο πλήθος. Η πανέμορφη Κάρμεν μια καπνεργάτρια στο εργοστάσιο, έρχεται και τραγουδά την προκλητική «Χαμπανέρα» πάνω στην αδάμαστη φύση του έρωτα (“L’amour est un oiseau rebelle” – Λαμούρ ετ εν ουασό ρεμπέλ. «Η αγάπη είναι ένα ανυπότακτο πουλί»). Τα παλικάρια την παρακαλούν να διαλέξει ένα ταίρι και εκείνη, μετά από λίγο παιχνίδι, πετά ένα λουλούδι στον Δον Χοσέ, που μέχρι τότε την αγνοούσε. Καθώς οι εργάτριες επιστρέφουν στο εργοστάσιο, η Μικαέλα γυρίζει και δίνει στον Χοσέ ένα γράμμα από τη μητέρα του. Σε αυτό διαβάζει ότι η μητέρα του θέλει να γυρίσει σπίτι και να παντρευτεί τη Μικαέλα. Καθώς ο Χοσέ ανακοινώνει πως είναι έτοιμος να ακούσει τη μητρική συμβουλή, οι γυναίκες βγαίνουν από το εργοστάσιο αναστατωμένες. Ο Θουνίγκα, ο αξιωματικός της φρουράς, μαθαίνει ότι η Κάρμεν έχει επιτεθεί σε μία γυναίκα με μαχαίρι. Προκαλούμενη, η Κάρμεν απαντά αψηφώντας με ειρωνεία. Ο Θουνίγκα διατάζει τον Χοσέ να δέσει τα χέρια της Κάρμεν, ενώ ετοιμάζει ένα ένταλμα. Μένοντας μόνη με τον Χοσέ, η Κάρμεν τον παραπλανά με μία seguidilla, στην οποία τραγουδά για μια νύχτα χορού και πάθους με τον εραστή της, όποιος κι αν είναι, στο καπηλειό του Λίλας Πάστια. Μπερδεμένος αλλά και γοητευμένος, ο Χοσέ πείθεται να της λύσει τα χέρια. Καθώς οδηγείται στη φυλακή, σπρώχνει τη συνοδεία της και τρέχει μακριά γελώντας. Ο Χοσέ συλλαμβάνεται για παραμέληση καθήκοντος. Έτσι ξεκινά η Κάρμεν του Μπιζέ η οποία έκανε πρεμιέρα σαν σήμερα στις 3 Μαρτίου του 1875 στο Παρίσι…

Ο Μπιζέ γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1838, στη λιτή οικογενειακή κατοικία, στο παρισινό διαμέρισμα της Μονμάρτης. Η μητέρα του Εμέ, μια ερασιτέχνισσα πιανίστρια, αναγνώρισε πρώιμα δείγματα μουσικού ταλέντου στο μοναχογιό της και του δίδαξε νότες αλλά και αλφάβητο, όταν ήταν τεσσάρων χρονών. Ο πατέρας του Αδόλφος, ένας κατασκευαστής περουκών που έγινε δάσκαλος τραγουδιού, ενθάρρυνε επίσης τον Ζωρζ και του μετέδωσε τις λιγοστές μουσικές γνώσεις που κατείχε. Ο ενθουσιασμός για τη μουσική εκπαίδευση του Ζωρζ είχε το αντίτιμο του. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία κατεστάλη από τη μητέρα του, η οποία του έκρυβε τα βιβλία για να συγκεντρωθεί στη μουσική. Η μονομανία των γονιών του ανταμείφθηκε όταν ο Ζωρζ κέρδισε μια θέση στο Ωδείο του Παρισιού στις 9 Οκτωβρίου του 1848. Δεν ήταν καν 10 χρόνων. Σε λίγους μήνες διαπρεπείς μουσικοί αδημονούσαν να τον διδάξουν. Το ταλέντο του ξεχείλιζε. Να σκεφθείτε πως ο υπό συνταξιοδότηση καθηγητής μουσικής του Ωδείου, παρέμεινε στη θέση του για χάρη του Μπιζέ, ενώ ο λαμπρότερος συνθέτης γαλλικής όπερας Σαρλ Γκουνό, συμπάθησε αμέσως το αγόρι. Ο Μπιζέ διέθετε μια εκπληκτική μνήμη και μπορούσε να αφομοιώνει και να αναπαράγει οτιδήποτε διδασκόταν. Μεγάλη υπόθεση στο πιάνο….Ο Μπιζέ είχε βρει το δρόμο του. Η πρώτη γεύση της επιτυχίας ήρθε με το Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης, το οποίο μοιράστηκε με έναν άλλο συνθέτη το 1857. Στην ιταλική πρωτεύουσα ο ευφυής 19χρονος παρεδόθη στον ίλιγγο της κοινωνικής ζωής. Ήταν απέραντα αγαπητός με ένα ιδιαίτερο χιούμορ. Κάποτε εμφανίστηκε σε ένα χορό μεταμφιεσμένων ντυμένος μωρό και έκανε πάταγο. Την ίδια στιγμή, το παίξιμο του στο πιάνο σάστισε τους μεγάλους συνθέτες της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Φραντς Λιστ.

 

Στη Ρώμη ήταν που άρχισε να αμφιβάλλει για τις ικανότητες του. Ανεξήγητα, έστειλε μια κωμική όπερα σε ένα διαγωνισμό θρησκευτικής μουσικής – τον οποίο ασφαλώς έχασε. Εκείνος θεώρησε το γεγονός ως προσβολή κατά της ευφυΐας του. Έπειτα ήρθε η κακοτυχία: το 1859 ενώ ήταν σε διακοπές, κόλλησε αμυγδαλίτιδα (μια χρόνια φλεγμονή στο λάρυγγα), ενώ περιέθαλπε έναν άρρωστο φίλο. Ο Μπιζέ επέστρεψε στο Παρίσι για να εδραιώσει τη φήμη του ως συνθέτη. Τον επόμενο χρόνο όμως πέθανε η μητέρα του, σε ηλικία 45 χρόνων κι αυτό τον συνέτριψε. O Μπιζέ βασιζόταν εξαιρετικά στη γνώμη της για τις συνθέσεις του, και με το θάνατο της κλονίστηκε σοβαρά η αυτοπεποίθηση του. Τα χρήματα του βραβείου της Ρώμης τελείωσαν το 1862 και ο Μπιζέ αναγκάστηκε να αναλάβει δουλέψει, σε έναν εκδότη μουσικής. Συχνά δούλευε 16 ώρες την ημέρα για να είναι συνεπής με τα εκδοτικά χρονοδιαγράμματα τους. Του έμενε επομένως ελάχιστος χρόνος για τις δικές του συνθέσεις κι ότι έκανε δεν ανταποκρινόταν στο απαιτητικό κριτήριο του. Τα επόμενα έξι χρόνια, ότι άρχιζε να συνθέτει, σύντομα το εγκατέλειπε και το κατέστρεφε. Παρ’ όλα αυτά κάποια έργα διασώθηκαν. Η όπερα του, Les Pecheurs de Perles (Αλιείς Μαργαριταριών), είχε κάποια επιτυχία, αλλά οι κριτικές ήσαν δυσμενείς. Μόνο το έργο La Jolie Fille de Perth (Η Ωραία Κόρη τον Περθ), που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1866, άρεσε και στους ακροατές και στους κριτικούς. Η ανάγκη για περισσότερα χρήματα, ώθησε τον Μπιζέ να συμμετέχει σε μουσκούς διαγωνισμούς – αλλά δεν κέρδισε ποτέ. Απογοητευμένος άρχισε να πιστεύει ότι υπάρχει κάποια συνωμοσία εναντίον του έργου του. Έγραψε στον εκδότη του Σουντέν, το 1866: “Όλο και περισσότερη άρνηση και απογοήτευση με περιτριγυρίζει και δεν καταλαβαίνω γιατί.” Το γιατί λοιπόν. Οι δύο λυρικές σκηνές της πόλης (η Όπερα των Παρισίων και η Opéra-Comique) είχαν συντηρητικά ρεπερτόρια, που περιόριζαν τις ευκαιρίες για νεαρά ταλέντα. Μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870–71 ο Μπιζέ βρήκε περισσότερες ευκαιρίες για τα έργα του: Η μονόπρακτη όπερά του Ντζαμιλέ έκανε πρεμιέρα στην Opéra-Comique τον Μάιο του 1872. Παρά την αποτυχία της, οδήγησε σε μία επιπλέον παραγγελία από τη συγκεκριμένη λυρική σκηνή, και μάλιστα αυτή τη φορά για μία μεγάλης διάρκειας όπερα, δεδομένου ότι οι Ανρί Μεϊλάκ και Λυντοβίκ Αλεβύ ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν το λιμπρέτο. Ο Μπιζέ ενθουσιάστηκε με την απροσδόκητη ανάθεση από την Opéra-Comique και εξέφρασε στον φίλο του Ε. Γκαλαμπέρ την ικανοποίησή του για την «απόλυτη βεβαιότητα ότι έχω βρει τον δρόμο μου». Το θέμα της νέας όπερας συζητήθηκε μεταξύ του συνθέτη, των λιμπρετιστών και της διευθύνσεως της Opéra-Comique Ο Μπιζέ ήταν εκείνος που πρότεινε μία προσαρμογή της νουβέλας Κάρμεν του Μεριμέ. Η ιστορία του Μεριμέ περιέχει και στοιχεία ταξιδιωτικά και περιπέτειας, εμπνευσμένα από τα μεγάλα ταξίδια του συγγραφέα στην Ισπανία το 1830, και είχε πρωτοδημοσιευθεί το 1845 στο περιοδικό Revue des deux Mondes. Πιθανότατα έχει δεχθεί κάποιες επιρροές από το ποίημα του Πούσκιν «Οι Τσιγγάνοι» (1824), ένα έργο που ο Μεριμέ είχε μεταφράσει στη γαλλική. Κάπως έτσι γεννιέται η Κάρμεν του Μπιζέ. Αλήθεια, τι απέγινε αυτό το κορίτσι που έχει πλέον βαρεθεί τον Χοσέ; Ο παιδικός έρωτας του Χοσέ, η Μικαέλα, έρχεται με έναν οδηγό, αναζητώντας τον Χοσέ και αποφασισμένη να τον αρπάξει από τα νύχια της Κάρμεν. Ακούγοντας όμως ένα πυροβολισμό κρύβεται φοβισμένη. Είναι ο Χοσέ, που έχει πυροβολήσει προς ένα παρείσακτο, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο Εσκαμίγιο ο οποίος βέβαια γλιτώνει. Τι είχε γίνει? Η χαρά του Χοσέ που συναντά τον ταυρομάχο μετατρέπεται σε οργή όταν ο Εσκαμίγιο δηλώνει πως είναι ξεμυαλισμένος με την Κάρμεν. Οι δυο τους παλεύουν, αλλά τους διακόπτουν οι λαθρέμποροι που επιστρέφουν με κοπέλες. Καθώς ο Εσκαμίγιο αποχωρεί, τους προσκαλεί όλους στην επόμενη ταυρομαχία του στη Σεβίλλη. Οι άλλοι ανακαλύπτουν τη Μικαέλα. Στην αρχή ο Χοσέ δεν θέλει να φύγει μαζί της, παρά τη συμπεριφορά της Κάρμεν, ωστόσο αλλάζει γνώμη όταν η Μικαέλα του λέει ότι η μητέρα του πεθαίνει. Καθώς αναχωρεί υποσχόμενος πως θα επιστρέψει, ο Εσκαμίγιο ακούγεται στην απόσταση να τραγουδά το τραγούδι του ταυρομάχου.

Η αναζήτηση για τον πρώτο γυναικείο ρόλο άρχισε ήδη από το θέρος του 1873. Ο τύπος της εποχής ήθελε τη Zulma Bouffar, που ήταν ίσως η προτίμηση των Μεϊλάκ και Αλεβύ, καθώς είχε τραγουδήσει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές από τις όπερες του `Οφενμπαχ, αλλά δεν ήταν αποδεκτή από τον Μπιζέ και απορρίφθηκε ως ακατάλληλη. Τον Σεπτέμβριο προσέγγισαν τη Marie Roze, γνωστή από προηγούμενους θριάμβους στην Opéra-Comique, την `Οπερα των Παρισίων και στο Λονδίνο. Αυτή αρνήθηκε τον ρόλο όταν έμαθε το φινάλε της ιστορίας. Κρατήστε το αυτό για να δείτε εγωπάθεια. Ο ρόλος προσφέρθηκε τότε στη Σελεστίν Γκαλί-Μαρί, η οποία συμφώνησε με τον διευθυντή μετά από διαπραγματεύσεις αρκετών μηνών. Η Γκαλί-Μαρί, μία απαιτητική ερμηνεύτρια, θα αποδεικνυόταν ένας πιστός σύμμαχος του Μπιζέ, υποστηρίζοντας συχνά την αντίστασή του στις απαιτήσεις των διευθυντών για ελάφρυνση του έργου. Εκείνη την εποχή πιστευόταν ότι συνδεόταν και ερωτικά με τον συνθέτη κατά τους μήνες της πρόβας. Ο βασικός ρόλος τενόρου της όπερας, αυτός του Δον Χοσέ, δόθηκε στον Πωλ Λερί, ένα αναδυόμενο ταλέντο που είχε πρόσφατα εμφανισθεί σε έργα των Μασενέ and Ντελίμπ. Ο Jacques Bouhy, που συμφώνησε να υποδηθεί  τον Εσκαμίγιο, ήταν ένας νεαρός βαρύτονος γεννημένος στο Βέλγιο που είχε ήδη εμφανισθεί σε απαιτητικούς ρόλους, όπως του Μεφιστοφελή στον Φάουστ του Γκουνώ και του Φίγκαρο του Μότσαρτ. Η Marguerite Chapuy, που τραγούδησε τη Μικαέλα, ήταν στην αρχή μιας σύντομης σταδιοδρομίας που έληξε με τον γάμο της το 1876.

Η καρδιά του Μπιζέ ήταν αδύνατη. Η υγεία του ήταν επιρρεπής σε κρίσεις ρευματισμών που τον παρέλυαν και η σκληρή εργασία χειροτέρευε την κατάσταση του. Η μοναδική χαρά του ήταν η θερινή κατοικία που κληρονόμησε από τον πατέρα του το 1863 στο Λα Βεσινέ, ένα εξοχικό προάστιο του Παρισιού. Ο 25χρονος Μπιζέ άρχισε μια φλογερή σχέση με μια γειτόνισσα του, την Κόμισσα ντε Μορετόν ντε Σαμπριγιάν. Πρώην πόρνη και καλλιτέχνης του τσίρκου, λέγεται ότι αποτέλεσε το πρότυπο για τον κύριο χαρακτήρα της όπερας του, Κάρμεν. Το 1867 ο Μπιζέ ερωτεύτηκε τη Ζενεβιέβ Αλεβί, την 18χρονη κόρη του πρώην δασκάλου του. Η αυτοπεποίθηση του υπέστη άλλο ένα πλήγμα, όταν η οικογένεια της διέλυσε τους αρραβώνες λίγες εβδομάδες μετά την πρόταση γάμου του Μπιζέ. Ο γάμος έγινε τελικά δύο χρόνια αργότερα, στις 3 Ιουνίου του 1869, ωστόσο η Ζενεβιέβ υπήρξε εξόχως καταπιεστική. Μόχθησε πολύ για την όπερα Κάρμεν ο Μπιζέ, και πραγματικά μελέτησε κάθε χαρακτήρα. Πήγε πολύ πιο μακριά από την εποχή του.

Οι χαρακτήρες

Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες στην Κάρμεν — οι στρατιώτες, οι λαθρέμποροι, οι τσιγγάνες και οι δευτεραγωνιστές Μικαέλα και Εσκαμίγιο — είναι μάλλον οικείοι τύποι στην παράδοση της όπερα κομίκ. Αλλά οι δύο κύριοι ρόλοι, Χοσέ και Κάρμεν, είναι εκτός των ορίων του είδους. Η ίδια η Κάρμεν είναι ένας νέος τύπος οπερατικής ηρωίδας, που αντιπροσωπεύει ένα νέο είδος έρωτα, όχι τον αθώο της σχολής των «ακηλίδωτων σοπράνο», αλλά κάτι πολύ πιο ζωτικό και επικίνδυνο. Οι ιδιοτροπίες της, η αποκοτιά της και η αγάπη της για την ελευθερία, περιγράφονται όλα μουσικά. Επειδή οι πρόβες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1874 και κράτησαν περισσότερο από το αναμενόμενο, η πρεμιέρα καθυστέρησε. Ορίσθηκε τελικά για τις 3 Μαρτίου 1875, την ημέρα που κατά σύμπτωση ανακοινώθηκε η ανάδειξη του Μπιζέ σε ιππότη της Λεγεώνος της Τιμής. Την παράσταση παρακολούθησαν πολλές από τις κυριότερες μορφές της μουσικής στο Παρίσι, όπως οι Μασενέ, `Οφενμπαχ, Ντελίμπ και Γκουνώ. Κατά τη διάρκεια της πρεμιέρας μάλιστα ο τελευταίος ακούστηκε να παραπονείται ότι ο Μπιζέ είχε κλέψει τη μουσική της άριας της Μικαέλα στην τρίτη πράξη από αυτόν. Ο συνεργάτης του Μπιζέ, Αλεβύ έγραψε τις εντυπώσεις του από την πρεμιέρα σε γράμμα του προς φίλο: η πρώτη πράξη έγινε καλώς αποδεκτή από το κοινό, με χειροκρότημα για τις κύριες άριες. Το πρώτο μέρος της Β΄ πράξεως πήγε επίσης καλά, αλλά μετά το «Τραγούδι του ταυρομάχου» υπήρχε, «μία ψυχρότητα». Στην τρίτη πράξη μόνο η άρια της Μικαέλα χειροκροτήθηκε, καθώς το κοινό απομακρυνόταν συναισθηματικά όλο και περισσότερο από το έργο. Η τελευταία πράξη ήταν «μια παγωμάρα από την αρχή ως το τέλος».

Αλήθεια, τι είχε συμβεί στην τελευταία πράξη; Οι Θουνίγκα, Φρασκίτα και Μερθέντες βρίσκονται μεταξύ του πλήθους που περιμένει την άφιξη των ταυρομάχων. Ο Εσκαμίγιο μπαίνει μαζί με την Κάρμεν και εκφράζουν τον αμοιβαίο τους έρωτα. Καθώς ο Εσκαμίγιο μπαίνει στην αρένα, η Φρασκίτα προειδοποιεί την Κάρμεν ότι ο Χοσέ είναι κοντά, αλλά η Κάρμεν είναι ατρόμητη και θέλει να του μιλήσει. Μόνη της, αντιμετωπίζει τον απελπισμένο Χοσέ. Ενώ εκείνος της ζητά μάταια να επιστρέψει κοντά του, ακούγονται ζητωκραυγές από την αρένα. Καθώς ο Χοσέ κάνει την τελευταία του ικεσία, η Κάρμεν πετάει κάτω περιφρονητικά το δαχτυλίδι που της είχε δώσει και επιχειρεί να μπει στην αρένα. Τότε εκείνος τη μαχαιρώνει και, καθώς ο Εσκαμίγιο επευφημείται από τα πλήθη, η Κάρμεν πεθαίνει. Ο Χοσέ γονατίζει και της τραγουδά “Ah! Carmen! ma Carmen adorée!”. Καθώς το πλήθος βγαίνει από την αρένα, ο Χοσέ ομολογεί ότι σκότωσε τη γυναίκα που αγαπούσε. Ο γενικός τόνος των κριτικών στις εφημερίδες της επόμενης ημέρας κυμαινόταν από την απογοήτευση μέχρι την κατακραυγή. Οι συντηρητικότεροι κριτικοί παραπονέθηκαν για «βαγκνερισμό» και καθυπόταξη της ανθρώπινης φωνής στον «θόρυβο» της ορχήστρας. Υπήρχε ταραχή επειδή η ηρωίδα ήταν μια ανήθικη πλανεύτρα αντί μια ενάρετη γυναίκα. Η ερμηνεία του ρόλου από την Γκαλί-Μαρί περιγράφηκε από έναν κριτικό ως «η ίδια η ενσάρκωσις της φαυλότητος». Ο Λεόν Εσκυντιέ στο L’Art Musical απεκάλεσε τη μουσική της όπερας «βαρετή και θολή». Φάνηκε ότι ο Μπιζέ γενικώς είχε αποτύχει να ικανοποιήσει τις προσδοκίες, τόσο όσων περίμεναν (με δεδομένο το παρελθόν των Αλεβύ και Μεϊλάκ) κάτι στο καλούπι του `Οφενμπαχ, όσο και κριτικών όπως ο Αντόλφ Ζυλιέν, που περίμενε ένα βαγκνερικό μουσικό δράμα. Ανάμεσα στους λίγους θετικούς κριτικούς ήταν ο ποιητής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ: γράφοντας στον Le National, επεκρότησε την παρουσίαση ενός δράματος με αληθινούς άνδρες και γυναίκες αντί των συνηθισμένων «μαριονετών» της Opéra-Comique. Ο Μπιζέ, ο οποίος δεν είχε επισκεφθεί την Ισπανία ποτέ στη ζωή του, αναζήτησε το κατάλληλο υλικό στην εθνική ισπανική μουσική για να δώσει μία αυθεντική ισπανική γεύση στη μουσική του. Η «Χαμπανέρα» βασίζεται σε ένα χορευτικό τραγούδι, το «El Arreglito», του Ισπανοαμερικανού συνθέτη (βασκικής καταγωγής) Σεμπαστιάν Ιραντιέρ (1809–65). Επίσης, χρησιμοποίησε ένα γνήσιο δημοτικό ισπανικό τραγούδι για το “Coupe-moi, brûle-moi” της Κάρμεν, ενώ άλλα μέρη της μουσικής, όπως η Seguidilla, χρησιμοποιούν τους ρυθμούς και την ενορχήστρωση που συνδέονται με το φλαμένκο. Ωστόσο, «αυτή είναι μία γαλλική και όχι ισπανική όπερα»: τα «ξένα σώματα», ενώ αναμφίβολα συνεισφέρουν στην μοναδική ατμόσφαιρα της όπερας, αποτελούν μόνο ένα μικρό συστατικό της ολοκληρωμένης μουσικής. Το πρωί της 3ης Ιουνίου, την ημέρα μετά την τριακοστή τρίτη παράσταση της Κάρμεν και ανήμερα της επετείου του γάμου του, ο Μπιζέ πέθανε αιφνίδια από ανακοπή σε ηλικία 36 ετών. Η παράσταση εκείνης της βραδιάς ματαιώθηκε. Η τραγικότητα του γεγονότος επέφερε μία προσωρινή αύξηση του ενδιαφέροντος του κοινού μέχρι τη λήξη της περιόδου. Ο Du Locle ξανανέβασε την Κάρμεν τον Νοέμβριο του 1875, με την αρχική διανομή ρόλων, για άλλες 12 παραστάσεις μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 1876. Ανάμεσα σε αυτούς που παρακολούθησαν μία από αυτές τις πρόσθετες παραστάσεις ήταν και ο Τσαϊκόφσκι, ο οποίος έγραψε στην ευεργέτιδά του Ναντέζντα φον Μεκ: «Η Κάρμεν είναι ένα αριστούργημα με κάθε έννοια της λέξης… μία από αυτές τις σπάνιες δημιουργίες που εκφράζουν τις προσπάθειες μιας ολόκληρης μουσικής εποχής». Πάντως, το Παρίσι δεν ξαναγνώρισε ανέβασμα της όπερας αυτής μέχρι το 1883

«Η όπερα των οπερών»

Ο Nietzsche που την είχε δει είκοσι φορές την απεκάλεσε «όπερα των οπερών». Στην Βιέννη την είδαν ο Liszt και ο Wagner. Ο δε Brahms που και αυτός την είχε δει είκοσι συνεχόμενες φορές είχε δηλώσει ότι θα πήγαινε μέχρι και τα πέρατα του κόσμου για να αγκαλιάσει τον Bizet.Ο Bismarck που την είχε δει είκοσι επτά φορές δεν μπορούσε να την αποχωριστεί. Επίσης ο Hugo Wolf, o Charles Villiers Stanford, ο Frederic Delius, o Ferruccio Busoni, ο Giacomo Puccini, ο Igor Stravinsky και ο Σοστακόβιτς συγκαταλέγονται ανάμεσα στους συνθέτες που εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για την Κάρμεν. Παρά ταύτα η αρνητική αντιμετώπιση της όπερας από συντηρητικούς κύκλους εξακολούθησε και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Παρά την όποια αρνητική αντιμετώπιση η όπερα Κάρμεν ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά και σε άλλες, όπως Ιαπωνικά, Κινέζικα και Εβραϊκά. Κατάφερε να θεωρείται ως η πλέον επιτυχημένη όπερα στην ιστορία της μουσικής απαριθμώντας μέχρι το 1938, τα εκατοντάχρονα από την γέννηση του Bizet, 2.000 παραστάσεις μόνο στη Γαλλία, καθιστώντας την εθνικό σύμβολο!