Η καταστροφή της μεσαίας τάξης

Οτιδήποτε και αν συμβαίνει αυτήν την εποχή στη μεσαία τάξη δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο και δεν είναι σημερινό. Αντίθετα είναι ένα φαινόμενο μακράς διάρκειας που εξελίσσεται σε όλο το δυτικό κόσμο, με διαφορετική ίσως όψη και ένταση σε κάθε μέρος.

Του Κωστή Παπαδημητρίου*

Η σημερινή δημόσια συζήτηση σχετικά με την «καταστροφή της μεσαίας τάξης», σαν να είναι κάτι που συμβαίνει στην Ελλάδα των τελευταίων τριών ή λίγο παραπάνω ετών, διεξάγεται με όρους που την καθιστούν άστοχη και αντιστόρητη. Αν γυρίσουμε καμιά δεκαριά ή και δεκαπέντε χρόνια πίσω, πριν ακόμη και από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008, θα θυμηθούμε ότι η συζήτηση για την κατάσταση της μεσαίας τάξης είχε ανοίξει πλήρως ήδη από τότε.

Σημαντικοί προοδευτικοί Αμερικανοί οικονομολόγοι όπως ο Πωλ Κρούγκμαν, ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ και ο Τζέιμς Γκαλμπρέιθ είχαν επισημάνει από τότε ζητήματα σχετικά με την πτώση της μεσαίας τάξης τόσο στο επιστημονικό τους έργο όσο και στην εκλαϊκευμένη πολιτική αρθρογραφία τους μέσα από τις εφημερίδες. «Είμαστε ακόμη ένα έθνος της μεσαίας τάξης;» αναρωτιόταν το 2004 ο Αμερικανός δημοσιολόγος Μάικλ Λιντ (συγγραφέας του βιβλίου Το ριζοσπαστικό κέντρο, 2001). Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο και δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Απλώς τα χειρότερα κάνουν να ξεχνιούνται τα κακά. Άλλωστε η περίφημη συζήτηση περί γενιάς των 1000 ευρώ στην Ισπανία, την Ιταλία και αλλού ή των 700 ευρώ στην Ελλάδα ξεκίνησε ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και ήταν ακριβώς η συζήτηση περί της αδυναμίας των παιδιών της μεσαίας τάξης να παραμείνουν μεσαία τάξη παρά τις σπουδές και τα προσόντα τους, καθηλωμένα σε προσωρινές εργασίες και χαμηλές αμοιβές.Αναζητώντας τον ορισμό της μεσαίας τάξηςΑλλά τι είναι η μεσαία τάξη; Υπάρχουν τόσοι πολλοί ορισμοί που τελικά είναι σαν να μην υπάρχει κανένας.

«Το τι αποτελεί τη μεσαία τάξη είναι σχετικό, υποκειμενικό και ορίζεται δύσκολα» επισήμαινε μια έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου την ίδια εποχή – συγκεκριμένα το 2007. Κοινά αποδεκτός επιστημονικός ορισμός ή έστω κάποιος επίσημος ορισμός στις επίσημες στατιστικές δεν υπάρχει. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε για ποιο πράγμα μιλάμε. Ενδεχομένως να μην ισχύει πια ούτε αυτό. Στο σημερινό δημόσιο διάλογο φαίνεται να έχει αλλάξει και ο ίδιος ο άρρητος ορισμός της μεσαίας τάξης, αυτό που κάποτε όλοι/ες καταλαβαίναμε ως μεσαία τάξη και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Αυτό το γεγονός αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα της ευρύτερης κοινωνικής διεργασίας που συμβαίνει και θα εξηγήσω στη συνέχεια.

Ο ταυτολογικός ορισμός της μεσαίας τάξης -μεσαία τάξη είναι όσοι έχουν «μεσαία εισοδήματα»- δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμος. Δεν μπορούμε να ορίσουμε τη μεσαία τάξη αποκλειστικά και μόνο από το εισοδηματικό επίπεδο. Το βασικό χαρακτηριστικό της μεσαίας τάξης είναι δυναμικό: τα μέλη της μεσαίας τάξης ήταν πάντα σε καλύτερη μοίρα από τους γονείς τους, όποια κοινωνική καταγωγή και αν είχαν εκείνα. Η κοινωνική κινητικότητα προς τα πάνω ήταν αυτό που όρισε ποιοτικά για συγκεκριμένες δεκαετίες τι είναι μεσαία τάξη. Αυτό εμπεριείχε και μια ισχυρή κοινωνική αισιοδοξία και συνδεόταν άμεσα με κοινωνικές και μορφωτικές φιλοδοξίες.

Σε μια έρευνα των New York Times του 2005, σχεδόν το 60% των Αμερικανών αυτοπροσδιορίζονταν ως μεσαία ή ανώτερη μεσαία τάξη, το 40% ως εργατική ή χαμηλότερη τάξη και μόλις 1% ως ανώτερη τάξη. Οι ίδιοι άνθρωποι έβλεπαν την καταγωγή τους (οικογένεια που μεγάλωσαν) σε αντίστροφα ποσοστά: 36% μεσαία ή ανώτερη μεσαία τάξη, πάνω από 62% εργατική ή χαμηλότερη τάξη και πάντα λιγότερο από 1% ανώτερη τάξη. Παράλληλα η κοινωνική εμπειρία της ανόδου, ακόμη και απλώς η προσδοκία για την άνοδο, ενοποιούσε στρώματα με κατά τα άλλα διαφορετική προέλευση και χαρακτηριστικά. Γι αυτό και η Μεγάλη Μεσαία Τάξη που κτίζεται μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρεί μια βαθιά σύνδεση με τα λαϊκά στρώματα είτε αυτά είναι εργατικά είτε αγροτικά είτε υπαλληλικά. Και είναι κάτι που τη διαφοροποιεί ουσιωδώς με οτιδήποτε μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μεσαία τάξη πριν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Η διάσπαση της μεσαίας τάξηςΠλέον η κοινωνική εμπειρία της ανόδου φαίνεται ότι έχει τελειώσει και μαζί της η μεσαία τάξη όπως την ξέραμε. Κοινωνική έκπτωση βεβαίως υπήρχε και υπάρχει πάντα – ρωτήστε την αριστοκρατία.

Ωστόσο, για τη μεσαία τάξη αυτό αφορούσε μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις. Όμως, τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενδεχομένως και από νωρίτερα, η μεσαία τάξη βιώνει μια νέα κοινωνική εμπειρία, αυτήν την έκπτωσης. Αυτό συνδέεται με τα χρόνια των γρήγορων ρυθμών ανάπτυξης και όχι με την ύφεση και τη στασιμότητα. Δεν είναι αποτέλεσμα της παγκόσμιας κρίσης του 2008, αλλά αντίθετα προηγείται και συνέβαλε σε αυτήν. Αυτό που αρχίζει να συμβαίνει σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που εμφανίζεται με διαφορετικές όψεις και ένταση σε κάθε χώρα. Πρόκειται για αυτό που θα ονομάσω η «διάσπαση της μεσαίας τάξης». Οι αιτίες μπορεί να βρίσκονται σε βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, ωστόσο ενορχηστρωτής ήταν οι νεοφιλελεύθερες ιδέες και βασικό εργαλείο το τραπεζικό και το ευρύτερο χρηματοοικονομικό σύστημα.Αναδιανομή προς τα πάνωΤαυτόχρονα, αποτελούσε και ένα οργανωμένο σχέδιο με τον απλό στόχο να γίνουν οι πλούσιοι πλουσιότεροι: μια τεράστια επιχείρηση αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου προς τα πάνω.

Αυτό το τελευταίο χρειάστηκε να έρθει η κρίση του 2008 για να μπει στη δημόσια συζήτηση και να αποτελεί πλέον κοινό τόπο. Και, βεβαίως, να αναλυθεί διεξοδικά στο Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα του Τομά Πικετί.Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 με εντεινόμενο ρυθμό το μεγαλύτερο μέρος της μεσαίας τάξης βυθίζεται στην παρακμή, έστω και αν χρειαστεί να φτάσουμε στο τέλος αυτής της εικοσαετίας για να αποκτήσουμε συνείδηση του φαινομένου που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Παράλληλα ένα μικρότερο μέρος, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό, βελτιώνει τη θέση του θεαματικά, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της κρίσης του 2008. Τα δύο αυτά μέρη της μεσαίας τάξης αποκτούν εντελώς διαφορετική δυναμική σε τέτοιο βαθμό ώστε σταδιακά προσλαμβάνουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, αποτελούν δύο διακριτές μεταξύ τους τάξεις και όχι πια διαστρωματώσεις της ίδιας τάξης. Είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας που δεν έχει επισημανθεί αρκετά. Το νεοφιλελεύθερο σχέδιοΗ διάσπαση της μεσαίας τάξης είναι, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων με διαφορετική βαρύτητα ο καθένας.

Ένας από αυτούς είναι η απλή αριθμητική. Η μεσαία τάξη είχε φτάσει δημογραφικά στα όριά της, καθώς ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να είναι ενιαία. Η ώριμη παγκοσμιοποίηση και η μετανάστευση έπληξαν την (μέχρι τότε ενιαία) μεσαία τάξη με τον ίδιο τρόπο που νωρίτερα είχαν χτυπήσει τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αλλά κυριότερος παράγοντας είναι η «κοινωνική μηχανική» που προκάλεσε η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού σε συνδυασμό με τη διάλυση αυτών που θα συνόψιζα ως «οι θεσμοί της μεσαίας τάξης»: δημόσια εκπαίδευση, δημόσιο σύστημα περίθαλψης, δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα και δημόσιοι οργανισμοί κοινής ωφελείας. Το τραπεζικό και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα είχε καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Από τη μια μεριά, μέσω της εργαλειακής χρήσης του δανεισμού και, από την άλλη, ως διαμορφωτές της ιδεολογίας μέσα από την επιρροή στην πολιτική και επιστημονική σκέψη (εκθέσεις και μελέτες για την οικονομία, χρηματοδότηση think tank, διαφήμιση και δανεισμός των μέσων ενημέρωσης). Το φθηνό χρήμα δημιουργεί οφθαλμαπάτες, ο συνεχής δανεισμός και οι διαδοχικές φούσκες μετοχών και ακινήτων, με την ψευδαίσθηση πλούτου που δημιουργούν, επέτρεψαν προσωρινά τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης παρά την διάβρωση των εισοδημάτων. Όμως, την ίδια ώρα, ένα μικρότερο, αλλά αρκετά πολυπληθές τμήμα της μεσαίας τάξης, αποσπά αμοιβές που ήταν αδιανόητα υψηλές για μέχρι πριν λίγα χρόνια (μιλάμε πάντα για την εποχή πριν από την κρίση του 2008). Η εμπειρία αυτή είναι περισσότερο ή λιγότερο ίδια στην Ελλάδα της ευρωπαϊκής περιφέρειας, στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και τις ΗΠΑ. Η «φιλόδοξη μεσαία τάξη» δεν νιώθει πια να τη συνδέει τίποτα με την «καταρρέουσα μεσαία τάξη». Δημιουργεί δική της ταυτότητα και εγκαταλείπει βίαια το πλοίο που βυθίζεται απολαμβάνοντας την αύξηση της ισχύος της. Περιφρονεί τους θεσμούς της μεσαίας τάξης που περιέγραψα προηγουμένως. Δυσανασχετεί και μόνο με την ιδέα της χρηματοδότησής τους. Αρνείται να πληρώνει φόρους γι αυτό το σκοπό, «εκδημοκρατικοποιεί» τους φορολογικούς παραδείσους: δεν είναι πλέον προνόμιο των μεγαλοαστών, έχει πλέον εύκολη πρόσβαση και η ανώτερη μεσαία τάξη.

Παιδεία δύο ταχυτήτων, περίθαλψη δύο ταχυτήτων, βιοτικό επίπεδο μετά τη συνταξιοδότηση δύο ταχυτήτων, ιδιωτικοποίηση της κοινής ωφέλειας. Στην περίοδο της ευημερίας η ορμητική βελτίωση της θέσης της «φιλόδοξης μεσαίας τάξης» εξαρτάται από την χειροτέρευση της θέσης των άλλων στρωμάτων. Το νεοφιλελεύθερο σχέδιο είναι απλό: μοιράζει υποσχέσεις για το μέλλον και αρπάζει το σήμερα – ο καθένας μπορεί να γίνει πλούσιος, αλλά φυσικά όχι όλοι ταυτόχρονα. Φτιάχνει μια κοινωνία-λοταρία και μια οικονομία των αστέρων.

Ο νικητής παίρνει τα πάντα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία η «φιλόδοξη μεσαία τάξη» πιστεύει ότι θα ενσωματωθεί στην ανώτερη τάξη – αλλά φυσικά εκεί δεν υπάρχει χώρος, όχι τουλάχιστον για όλους, όπως ανακαλύπτει με απογοήτευση στη σημερινή κρίση. Στη διάρκεια της κρίσης η «φιλόδοξη μεσαία τάξη» γεμίζει οργή, τόσο εκείνοι που είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται όσο και όσοι διατηρούν τη δυναμική τους αλλά νιώθουν πια επισφαλείς ο φόβος μεταφράζεται και αυτός σε οργή. Ανοίγει τη συζήτηση για την «καταστροφή της μεσαίας τάξης», κατηγορεί τους πάντες, αλλά μιλάει μόνο για τον εαυτό της. Έχει ήδη εγκαταλείψει τη Μεγάλη Μεσαία Τάξη και τους θεσμούς της. Ενδιαφέρεται μόνο για το πώς δεν θα πληρώσει φόρους, πώς δεν θα πληρώσει «για τους άλλους», δεν ενδιαφέρεται πια για μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς. Και αυτό μας

φέρνει σε μια προηγούμενη παρατήρηση: φαίνεται ότι έχει αλλάξει και ο ίδιος ο άρρητος ορισμός της μεσαίας τάξης, αυτό που κάποτε όλοι καταλαβαίναμε ως μεσαία τάξη και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Πλέον πολύ συχνά ο δημόσιος διάλογος για τη μεσαία τάξη, ιδίως στην Ελλάδα -αλλά όχι μόνο- περιορίζεται στα στρώματα των ελευθέρων επαγγελματιών-επιστημόνων (γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών) και των μικρομεσαίων επιχειρηματιών και με κάποιο τρόπο η συζήτηση αφήνει περιέργως έξω ακόμη και τα καλά αμειβόμενα στελέχη επιχειρήσεων. Ωστόσο, η μεσαία τάξη ιστορικά συμπεριελάμβανε αδιαμφισβήτητα επαγγελματικές κατηγορίες μισθωτών όπως, για παράδειγμα, τους καλοπληρωμένους εξειδικευμένους εργάτες του Ντιτρόιτ ή της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, το νοσηλευτικό προσωπικό του βρετανικού ΕΣΥ ή τη γαλλική δημόσια διοίκηση.

Ο λόγος για αυτή τη διαφαινόμενη αλλαγή του ορισμού είναι ακριβώς η διάσπαση της μεσαίας τάξης. Η ανώτερη μεσαία τάξη θέλει να κρατήσει το όνομα μόνο για εκείνη, θέλει η συζήτηση να είναι μόνο για εκείνη. Και το παράδοξο είναι ότι η συζήτηση για την «καταστροφή της μεσαίας τάξης», από την αντιπολίτευση και ορισμένα μέσα ενημέρωσης, αναφέρεται σε εκείνο το κομμάτι που καταφέρνει να διατηρήσει την καλύτερη θέση του σε συγκριτικούς όρους. Για μια ακόμη φορά ο νεοφιλελευθερισμός καταφέρνει να διαστρέψει τη συζήτηση.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι μαζί με όλα τα άλλα εγκαταλείπει τη Δημοκρατία του 20ού αιώνα, που είναι ακριβώς δημιούργημα της Μεγάλης Μεσαίας Τάξης. Παρά την επίφαση φιλελευθερισμού ή ίσως χάρη σε αυτήν, η «φιλόδοξη μεσαία τάξη» και οι διανοούμενοι της γίνονται πλέον «δημοκράτες αλά καρτ». Η ρητορική του αντι-λαϊκισμού, η αποξένωση από τα λαϊκά στρώματα όταν ψηφίζουν «λάθος» στα δημοψηφίσματα ή τις εκλογές σε διάφορες ευκαιρίες ανά τον πλανήτη, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επιλεκτική δημοκρατία, νοσταλγεί τον κόσμο πριν από τον 20ό αιώνα, ίσως και πριν από το 1789.

* Ο Κωστής Παπαδημητρίου είναι οικονομολόγος

πηγή: Ενθέματα (4ος κύκλος)