Κροκόδειλος Κλαδάς: Ένας ήρωας της προεπαναστατικής ελληνικής ιστορίας

Τα χώματα τούτου του τόπου είναι ποτισμένα με πολύ αίμα, μόνο που το αίμα αυτό δεν είναι πάντοτε δικό μας. Η χώρα μας, έγινε το πεδίο αμέτρητων σκληρών μαχών στις οποίες δεν λάβαμε μέρος. Τότε ο τόπος μας, δεν ήταν δικός μας. Τμήμα της τεράστιας οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν και η αλήθεια είναι πως η οθωμανική αυτοκρατορία είχε περισσότερους του ενός, εχθρούς. Υπήρχαν βέβαια πόλεμοι στους οποίους λάβαμε μέρος, κυρίως με την άλλη πλευρά, όποια και αν ήταν αυτή, νομίζοντας πως η ένδειξη καλής θέλησης θα μας οδηγούσε νωρίτερα στη λευτεριά, αλλά όπως έχει παντοιοτρόπως αποδειχθεί υπήρξαμε ανέκαθεν δορυφόροι ξένων πολιτικών και φθηνοί ραγιάδες που έπεφταν πανέυκολα θύματα ξένων κυβερνήσεων.       Είμαστε ενδεχομένως η μόνη χώρα παγκοσμίως που στις πρώτες ελεύθερες εκλογές μας τα κόμματα που χτυπήθηκαν για την εξουσία ήταν το γαλλικό, το ρωσικό και το αγγλικό κόμμα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, βέβαια, είχαν γίνει πολλά. Τέσσερις αιώνες σκλαβιάς στον τουρκικό ζυγό δεν είναι παίξε γέλασε…

Η πολιορκία της Θεσσαλονίκης

Ως έναρξη των Ενετο-τουρκικών πολέμων, οι ιστορικοί, θεωρούν το 1463, ωστόσο μια μεγάλη μερίδα αυτών, σωστά ενδεχομένων θεωρούν ως έναρξη την πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 1422, μιας και είναι η πρώτη φορά που Βενετσιάνοι και Τούρκοι χτυπιούνται κατάστηθα. Η πολιορκία της Θεσσαλονίκης μεταξύ του 1422 και του 1430 ήταν η στρατιωτική απόπειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό την ηγεσία του Μουράτ Β’ να καταλάβει την πανέμορφη και στρατηγικής σημασίας βυζαντινή πόλη.

Αρχικά, ο Σουλτάνος επιθυμούσε να κυριεύσει την πόλη για να τιμωρήσει την βυζαντινή δυναστεία των Παλαιολόγων για τις απόπειρες τους να γίνουν αυτουργοί μιας επανάστασης στους κόλπους των Οθωμανών αξιωματούχων. Καθώς πλησίαζε το τέλος, ο Μουράτ Β’ πολιόρκησε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης το 1422 με αποτέλεσμα έναν χρόνο αργότερα, το 1423, οι Βυζαντινοί να πουλήσουν την πόλη στην Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, που ανέλαβε το βάρος της υπεράσπισης της. Τον Μάρτιο του 1430 η βενετική γερουσία για να εξασφαλίσει την απερίσπαστη κατοχή της Θεσσαλονίκης  εμφανίζεται έτοιμη να δεχθεί την εγκατάσταση ενός καδή μέσα στην πόλη και να παραχωρήσει στους Τούρκους το κάστρο του Χορτιάτη. Την ίδια περίοδο ο Μουράτ Β’ ήταν αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και βαδίζει κατά της Θεσσαλονίκης.

Δεν υπήρχε στα χρόνια εκείνα καλύτερο κατασκοπευτικό δίκτυο από αυτό των βενετσιάνων που γρήγορα διασταυρώνουν την πληροφορία και αρχίζουν αμέσως τις απαραίτητες αμυντικές πρωτοβουλίες. Στις 17 Μαρτίου φτάνει στο λιμάνι ο υποναύαρχος Antonio Diedo με τρεις γαλέρες, ωστόσο, όπως αναφέρει ο Απόστολος Βακαλόπουλος, στο έργο του “Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833”, ο αμυντικός στρατός είναι λίγος: σε κάθε δυο ή τρεις επάλξεις είναι ένας στρατιώτης, ενώ ο οπλισμός είναι ανεπαρκής και ακατάλληλος. Ξημερώματα της Κυριακής 26ης Μαρτίου ο στρατός του Μουράτ βρίσκεται έξω από τα τείχη και ζητά από τους βενετσιάνους να παραδοθούν. Μάλιστα χριστιανοί απεσταλμένοι του Μουράτ ζητούν από τους κατοίκους να ξεσηκωθούν κατά των Βενετών αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μέσα σε τρεις ημέρες ο στρατός των Οθωμανών βρισκόταν σε πλήρη διάταξη έτοιμος να χτυπήσει χωρίς έλεος τη Θεσσαλονίκη ωστόσο οι Τούρκοι ανανεώνουν την πρότασή τους για παράδοση της πόλης.

Οι Βενετοί αρνούνται και κατανέμουν τους Έλληνες και τους Βενετούς αμυνόμενους σε διάσπαρτες θέσεις ενώ τοποθετούν μεταξύ τους τους Τζεταρίους. Αυτοί, ήταν μια ομάδα τυχοδιωκτών μισθοφόρων, οι οποίοι είχαν την εντολή να εκτελούν όποιον εγκατέλειπε τη θέση του. Και ξαφνικά εντός των τειχών φθάνει η πληροφορία από έναν Βενετό δωδέκαρχο ότι αναμένεται επίθεση πειρατικών πλοίων τα οποία θα πυρπολούσαν τις τρεις βενετικές γαλέρες οι οποίες ήταν αφύλακτες μιας και τα πληρώματά τους πολεμούσαν στις επάλξεις. Οι βενετσιάνοι αποσύρουν τις γαλέρες τους από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης που ΄τώρα πια είναι ευάλλωτη τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης. Τα μεσάνυχτα πάλι μερικοί χριστιανοί του τουρκικού στρατοπέδου καλούν εκ νέου του πολιορκούμενους να παραδοθούν διότι οι Τούρκοι θα εξαπέλυαν γενική επίθεση τόσο από τα θαλάσσια όσο και από τα χερσαία τείχη. Από την είδηση αυτή προκλήθηκε πανικός που εντάθηκε όταν ο βενετικός στρατός μετακινήθηκε από τα χερσαία στα παραθαλάσσια τείχη για την απόκρουση του εχθρού, γεγονός που εκλήφθηκε από τους πολιορκούμενους κατοίκους ως φυγή των Βενετών. Λίγο πριν την ανατολή του ήλιου εξαπολύθηκε γενική επίθεση των Τούρκων. Η πόλη θα πέσει στα χέρια τους με χαρακτηριστική άνεση. Κάπως έτσι ξεκινούν οι λεγόμενοι ενετο-τουρκικοί πόλεμοι που έμελλαν να είναι , μαζί με την πτώση της Θεσσαλονίκης, οκτώ τον αριθμό και συγκεκριμένα έως το 1718.

Η οικογένεια Κλαδά  

Η απώτερη καταγωγή της οικογένειας Κλαδά εντοπίζεται στην περιοχή της Ηπείρου, όπως αναφέρει στη σελ 59 του έργου Αρματωλοί και Κλέφτες, ο Δημήτριος Καμπούρογλου. Η πρώτη γραπτή αναφορά για αυτήν οικογένεια κλαδά βρίσκεται στο “Χρονικό του Μωρέως”, όπου αναφέρεται ότι το 1296 ένας Κλαδάς κατάφερε να καταλάβει ένα φράγκικο κάστρο για λογαριασμό του τότε Βυζαντινού αυτοκράτορα. Μια άλλη αναφορά στην οικογένεια Κλαδά γίνεται το 1362, όταν ο τοπικός άρχοντας Λέων Κλαδάς πραγματοποίησε δωρεά σε ένα μοναστήρι κοντά στο Μυστρά, ενώ το 1415 ένα μέλος της οικογένειας Κλαδά, φαίνεται ως υποκινητής σε μια εξέγερση εναντίον του αυτοκράτορα Μανούηλ Β΄. Οι Βενετοί χάρισαν σε πολλά μέλη της οικογένειας Κλαδά, την ενετική υπηκοότητα. Το επίθετο του σημερινού ήρωα της εκπομπής μας το βρήκαμε και είναι, Κλαδάς. Άλλωστε, για ποιο λόγο να καταπιαστούμε με το επίθετο μιας πολύ μεγάλης οικογένειας που κρατά ως τις μέρες μας. Εκείνο που μας λείπει είναι το βαφτιστικό του όνομα και είτε το πιστεύεται είτε όχι είναι Κροκόδειλος. Ναι, πολύ καλά ακούσατε , Κροκόδειλος . Τον συναντάμε βέβαια στα ιστορικά κείμενα και ως Κορκόδειλος, Κροκόνδειλος ή Ακροκόδυλος ή Κορκόντυλος. Κυρίως όμως κυριαρχεί το Κροκόδειλος. Γεννήθηκε το 1425, πιθανότατα στην Κορώνη , και αμέσως μόλις ανδρώθηκε ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του και έγινε στρατιωτικός. Όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1460, κληρονόμησε τον πατρογονικό πύργο της οικογένειας, το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, στη Μπαρδούνια της Μάνης. Με την έκρηξη του πρώτου τουρκοενετικού πολέμου, το 1463, πήρε και πάλι τα όπλα και πολέμησε επικεφαλής σώματος στρατιωτών, υπέρ τον Ενετών. Η Βενετία έστειλε τους στρατηγούς Μπερτόλντο ντ’ Έστε και Ιωάννη Κονταρίνι ως επικεφαλής των βενετικών στρατευμάτων και αυτοί για την αφοσίωση του Κλαδά, τον αντάμειψαν με το παράσημο του Λέοντα του Αγίου Μάρκου, με έναν χρυσοκέντητο μανδύα και με εκτάσεις γύρω από την Κορώνη.

Η αφορμή που περίμενε η Οθωμανική αυτοκρατορία για να συγκρουστεί με τη Βενετία δόθηκε το 1463, οπως είπαμε και νωρίτερα, όταν οι τουρκικές αρχές αξίωσαν από τον βενετσιάνο διοικητή της Μεθώνης Νικολό Δάνδολο να τους παραδώσει κάποιον Αρβανίτη που το είχε σκάσει από την Αθήνα αφού είχε ληστεύσει Τούρκους πολίτες. Οι Βενετσιάνοι αρνήθηκαν να υπακούσουν, και ο στόλος τους με ναύαρχο το Λουδοβίκο Λορεντάνο στις 25 Γενάρη του 1463 έβαλε πλώρη για τα πελοποννησιακά παράλια να υπερασπιστεί τα εδάφη τους. Οι Τούρκοι σε αντίποινα βάδισαν εναντίον του Άργους και κυρίεψαν τη πόλη. Όταν ο βενετσιάνικος στόλος έφτασε στο Ναύπλιο, οι εχθροπραξίες πήραν μπρος. Η Βενετία ενίσχυε συνεχώς τα στρατεύματά της και διέταξε τον Μπερτόλντο Έστε να πάρει 20,000 άντρες και να πάει στο Ναύπλιο να βοηθήσει την κατάληψη του Άργους. Οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει και τα άλλα μέρη γύρω από το Άργος και το Ναύπλιο ενώ ένα κομμάτι του στρατού είχε εκστρατεύσει κατά της Μεθώνης, για να δημιουργήσει αντιπερισπασμό. Όταν έφτασε ο ‘Εστε, αποβίβασε το στρατό του και με προκηρύξεις κάλεσε τους Έλληνες να τον βοηθήσουν ενάντια στους Τούρκους. Πράγματι, πολλοί Αρκάδες και Μανιάτες κινήθηκαν και ενώθηκαν με τον βενετσιάνικο στρατό. Ένας από τους πιο σημαντικούς, ο Κροκόδειλος Κλαδάς. Ο Λορεντάνο, πάλι πήρε το στόλο και ξεσήκωνε τα νησιά σε αποστασία εναντίον των Τούρκων, και την 1η Αυγούστου του 1463 ξαναενώθηκε με τον Έστε, μπροστά στο Ναύπλιο. Και οι δυο μαζί βάδισαν εναντίον του Άργους που τελικά ξαναπέφτει στα χέρια των Ενετών. Στον πόλεμο μπορείς να είναι επιθετικός, πολλές φορές επιβάλετται κάτι τέτοιο, πάνω απ’ολα όμως οφείλεις να είσαι συνετός. Ενθαρρυμένοι από την επιτυχία τους, οι Βενετσιάνοι αποφασίζουν να στραφούν προς τη Κόρινθο και να την πάρουν πίσω και αυτή. Οι Τούρκοι ταμπουρώθηκαν στον Ισθμό ενώ πολύ γρήγορα είδαν να καταφθάνει η ενίσχυση του Μεγάλου Βεζύρη, Μαχμούτ Πασά, με 80,000 στρατιώτες. Χωρίς καν να ρίξουν δόρυ, οι Βενετσιάνοι εγκαταλείπουν το μέρος βλέποντας πως οι τουρικές δυνάμεις ήταν υπέρτερες. Ο Μαχμούτ Πασάς προχώρησε και ξαναπήρε το ‘Αργος, κατέλαβε και το Λεοντάρι και τις υπόλοιπες βενετσιάνικες περιοχές, αιχμαλωτίζοντας και λεηλατώντας. Ο Μωρίας ήταν σχεδόν ολάκερος υπό τουρκικό έλεγχο.

Σειρά είχε πάρει το Αιγαίο. Ο Βενετός ναύαρχος Ορσάτιος Ιουστινιάνης πήγε στη Λέσβο και αφού έβγαλε στρατιώτες στο νησί, πολιόρκησε τη Μυτιλήνη, 6 εβδομάδες αργότερα ομως η επίθεση του Μαχμούτ Πασά στην περιοχή δίνει στους μουσουλμάνους το νησί. Την ίδια ώρα οι τούρκοι συντρίβουν τους βενετσιάνους στην Πάτρα και όσοι από δαύτους γλιτώνουν υποχωρούν ως την Καλαμάτα όπου και πάλι ο τουρκικός στρατός θα τους νικήσει. Έχοντας ηττηθεί σε κάθε πεδίο μάχης οι Βενετοί άρχισαν διαβουλεύσεις με τους δυτικούς ηγεμόνες και τον Πάπα με στόχο να διοργανώσουν μια καινούρια σταυροφορία εναντίον των Τούρκων. Όμως δεν βρήκαν ανταπόκριση από κανένα. Και όσο οι δυτικοί έλεγαν όχι στους Ενετούς ο Μωάμεθ αποφάσιζε να καταλάβει την Εύβοια και ιδιαίτερα τη Χαλκίδα, ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Βενετίας. Οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν το 1469 κυρίως με ναυτικές αψιμαχίες μεταξύ του Βενετού –μοιραίου για τη Χαλκίδα – ναυάρχου Κανάλη και του τουρκικού στόλου. Το καλοκαίρι του 1470 ο Μωάμεθ εξόπλισε στόλο από 300 καράβια και στρατολόγησε 150,000 στρατιώτες που ακολουθούσαν από ξηράς. Πέρασε από την Ίμβρο, και τη Λήμνο κάνοντας καταστροφές, μετά βάλανε πλώρη για τη Σύρο, μετά Άνδρο για να καταλήξουν στον αρχικό στόχο τους, την Εύβοια. Μπροστά στη Χαλκίδα έγινε μεγάλη ναυμαχία που κράτησε πολλές ώρες. Έγιναν πολλές προσπάθειες από τους Τούρκους να καταλάβουν τη πόλη όμως οι Βενετοί αντέταξαν ισχυρή άμυνα. Τελικά, στις 12Αυγούστου του 1470 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Χαλκίδα. Όταν μπήκαν μέσα δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Οι Βενετοί ξαναέστειλαν καινούριο στόλο για να ανακαταλάβουν τη Χαλκίδα αλλά απέτυχαν. Το 1477 οι Τούρκοι προχώρησαν και φτάσανε μπροστά στη Ναύπακτο και την πολιόρκησαν. Ο Βενετός ναύαρχος Λορεντάνο όμως κατόρθωσε να τη σώσει. Η ειρήνη τελικά ήρθε το 1479. Σύμφωνα με τη συνθήκη που γράφτηκε στη κοινή ελληνική γλώσσα, η Βενετία κράτησε το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά, τη Κορώνη, τη Μεθώνη και το Ναβαρίνο. Επίσης, κράτησε τη Ναύπακτο, τα Κύθηρα, τη Κέρκυρα, τις βόρειες Σποράδες, τη Κρήτη και μερικά άλλα μικρότερα νησιά. Η Εύβοια και το Άργος έμειναν στους Τούρκους. Εκείνο που εμείς κρατάμε είναι πως και η Μάνη περνά στα χέρια των Τούρκων. Ο Κροκόδειλος Κλαδάς, ο οποίος έχει πολεμήσει με τους άνδρες του στο πλευρό των Ενετών, κάνει ένα βασικό λάθος. Πίστεψε πως οι βενετσιάνοι θα είχαν μνήμη.

Ο Κλαδάς, αρνούμενος να αποδεχτεί την κυριαρχία των Τούρκων στη Μάνη, ήταν πλέον ένας κίνδυνος για την συμφωνία ειρήνης που είχε υπογραφεί. Ο Μωάμεθ σκέφτηκε πως ο Κλαδάς ίσως πειθόταν με την προσφορά μεγάλων εκτάσεων γης αλλά ο Κορκόδειλος, αρνήθηκε. Ο Κλαδάς στις 9 Οκτωβρίου 1479 εγκατέλειψε την Κορώνη όπου βρισκόταν και επικεφαλής 16.000 ανδρών βάδισε προς τη Μάνη, βλέποντας χιλιάδες ελλήνων να κατατάσσονται καθημερινά στον επαναστατικό στρατό του. Η επίθεσή του ήταν ισχυρότατη με αποτέλεσμα οι τουρκικές φρουρές στη Μάνη και το Μεγαλοχώρι να εξουδετερωθούν ενώ τα φρούρια Τριγοφύλου και Οιτύλου κατελήφθησαν με ευκολία. Οι πύργοι Καστανιάς, της Γαστέλας, του Λεφτινίου, της Ανδρούσας, του Βάσκου, της Πιάγας, του Παπαφίγγου κατελήφθησαν επίσης, όπως και οι ορεινές διαβάσεις του Μεγαλοβουνίου και της Μαίνας. Δυο γνωστοί στρατιωτικοί του Κλαδά, ο Θεόδωρος Μπούας και ο Μέξας Μποζίκης, συνένωσαν τον στρατό τους με τις άτακτες δυνάμεις του επαναστάτη. Φήμες θέλουν τους δυο στρατιωτικούς ευγενείς να έχουν φιλονικήσει με τον Βενετό προνοητή Μπαρτολομέο Μίνιο και γι’ αυτό να συμμετείχαν στον αγώνα του Κλαδά. Ενωμένες οι τρεις στρατιές λεηλατούν το Άργος, το Δεκέμβριο του 1479, αλλά αργότερα επιστρέφουν στη Μάνη. Οι τούρκοι ετοιμάζονται για αντεπίθεση και ο Κλαδάς με τους άνδρες του οφείλουν να είναι στις θεσεις τους.

Στις 16 Ιανουαρίου του 1480 ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης, Αλή Μπούμικο, και ο διοικητής του Μωρέως, Σουλεϊμάν, βαδίζουν με δυο στρατιές στη Μάνη. Στις 19 του μήνα ο Οθωμανικός Στρατός προσέγγισε το Οίτυλο και ο Κλαδάς δε δίστασε να δώσει μάχη εκ παρατάξεως με τους αήττητους έως τότε Οθωμανούς, που τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 700 νεκρούς και άγνωστο αριθμό τραυματιών. Ταπεινωμένος ο Οθωμανικός Στρατός σταμάτησε τη φυγή του, όταν έφτασε στα τείχη του Μυστρά. Ο Μωάμεθ ανησύχησε, καθώς φοβόταν ότι η Βενετία βοηθούσε στην εξέγερση, την ίδια στιγμή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμούσε σκληρά στην Ανατολία κατά τουρκομανικών φυλών, στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία. Η Βενετία όμως, εξαντλημένη από τον προηγούμενο πόλεμο, ξεκαθάρισε στον Σουλτάνο ότι δεν είχε σχέση με το κίνημα του Κλαδά. Και όχι μόνο αυτό. Δήλωσε πρόθυμη να συμβάλει στην κατάπνιξή του. Ως δείγμα καλής θέλησης ο Ενετός διοικητής της Κορώνης, Νικολό Κονταρίνι, συνέλαβε τη σύζυγο και τα παιδιά του Κλαδά, τα οποία είχε αφήσει για ασφάλεια εκεί.

Το πρωί της 23ης Γενάρη 1480,  οι Ενετοί αποκηρύσσουν τον Κλαδά, απαγορεύοντας στους λοιπούς Έλληνες να συμπολεμούν μαζί του, με την ποινή του θανάτου, και τον επικηρύσσουν δίδοντας αμοιβή για το κεφάλι του 10.000 χρυσά φράγκα -ποσό εξωπραγματικό για την εποχή εκείνη- σε όποιον τον παραδώσει στις Ενετικές αρχές. Έχοντας ησυχάσει πλέον από την ενετική απειλή, ο Μωάμεθ αποφάσισε να καταστείλει μόνος του την εξέγερση του Κλαδά. οι Ενετοί απέρριψαν την πρόταση του Μωάμεθ για την παράδοση της οικογενείας του Κλαδά στους Τούρκους, την έστειλαν όμως στη Βενετία, όπου και έκλεισαν τα μέλη της στη φυλακή. Μετά την αποχώρηση του Αλή Βούμικο την αρχηγία της εκστρατείας των Τούρκων κατά του Κλαδά ανέλαβε ο Αχμέτ Βέης, ο οποίος κατάφερε να πάρει πίσω τη Μάνη, την άνοιξη του 1481. Ο Βέης θα είχε πετύχει και την αιχμαλωσία του Κλαδά, που αμυνόταν στο φρούριο του χωριού Καστάνια, εάν δεν είχε καταφθάσει στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης στολίσκος του Βασιλιά της Νεάπολης, Φερδινάνδου Β΄, για να τον διασώσει και να τον μεταφέρει στην Νάπολη. Να λοιπόν ένας ακόμη δυτικός στην ιστορία μας, αυτή τη φορά όπως είπαμε ο βασιλιάς της Νάπολης Φερδινάνδος ο Β’.

Ο Ουίλλιαμ Μίλλερ, στο έργο του “Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι (1204 – 1566)” δεν είναι ο μόνος που απαντά. Όλοι οι ιστορικοί απάντησαν.  Ο βασιλιάς της Νάπολης σχεδίαζε εκστρατεία στην Ήπειρο για αντιπερισπασμό στην απόβαση των Τούρκων στο Οτράντο της Ιταλικής Χερσονήσου και θα έθετε τον Κλαδά επικεφαλής του στρατού του μαζί με τον γιο του Σκεντέρμπεη, τον Ιωάννη Καστριώτη και τον δούκα της Καλαβρίας Αλφόνσο. Η εκστρατεία στην Ήπειρο πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στην πρώτη φάση της. Συγκεκριμένα, οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν απελευθερώνοντας την Αυλώνα και συνέχισαν ελευθερώνοντας άλλες 50 πόλεις και χωριά, μαζί και την Χειμάρρα. Σε αναγνώριση των πολύτιμων υπηρεσιών του ο Κλαδάς έλαβε ετήσια χορηγία 300 χρυσών νομισμάτων και τον τίτλο του “μεγαλοπρεπούς” (magnifico) βάσει βασιλικού διατάγματος τις 12ης Ιουνίου του 1481. Στη δεύτερη φάση ο Κλαδάς έφτασε στην Ήπειρο τον Αύγουστο του 1481 με 15.000 άνδρες και 4 πυροβόλα, αλλά γνωρίζει την ήττα. Όμως ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ πέθανε ξαφνικά και ο διοικητής της περιοχής, Γκεντίκ Αχμέτ, έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει τον ένα διεκδικητή του θρόνου. Αυτό διευκόλυνε τη δράση του Κλαδά, που κατάφερε να εγκλωβίσει τον τοπικό Τούρκο στρατιωτικό διοικητή στο φρούριο του Σοποτού, αφού απελευθέρωσε όλη την περιοχή. Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης Σουλεϊμάν ο Ευνούχος προσπάθησε με 3.000 στρατιώτες να λύσει την πολιορκία του φρουρίου του Σοποτού, αλλά πέφτει σε ενέδρα του Κλαδά, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και στέλνεται ως όμηρος στον δούκα της Καλαβρίας. Το φρούριο του Σοποτού πέφτει στα χέρια των επαναστατών στις 31 Αυγούστου 1481 και ο βασιλιάς της Νεαπόλεως διορίζει τον Ιωάννη Καστριώτη διοικητή της Χειμάρρας.

Συνελήφθη και γδάρθηκε ζωντανός…

Οι Τούρκοι διοικητές της περιοχής υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ως φόρο υποτέλειας 1.500 δουκάτα στο Βασιλιά της Νεάπολης. Η εμφύλια διαμάχη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποτε έληξε και τη θέση του σουλτάνου κατέλαβε ο Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), ο οποίος κινήθηκε με 30.000 άνδρες στη Χειμάρα για να την καταλάβει. Τελικά τα κατάφερε την άνοιξη του 1492 αναγκάζοντας όλους τους πληθυσμούς της περιοχής να εξισλαμιστούν. Και ο Κροκόδειλος Κλαδάς; Μετά την δράση του στη Χιμάρα χάνουμε τα ίχνη του. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, φέρεται ότι επέστρεψε και πάλι στη Μάνη συνεχίζοντας τις ενέργειές του εναντίον των Τούρκων. Εκεί τελικά συλλαμβάνεται από τους Τούρκους οι οποίοι τον έγδαραν ζωντανό. Πολλοί υποστηρίζουν πως τον έκοψαν σε κομμάτια, αυτός όμως δεν διασταυρώνεται. Το γδάρσιμο του όμως ναι, και μάλιστα από τον έναν του γιο τον Θεόδωρο, ο οποίος μαζί με τον αδελφό του Μανόλη, τάχθηκαν στο πλευρό των Ενετών. Είχαν ξεχάσει πως οι Ενετοί είχαν πουλήσει τον πατέρα τους και είχαν κλείσει τους ίδιους και τη μητέρα τους στη φυλακή. Τα αδέλφια Κλαδά λοιπόν κατά τις επιχειρήσεις του Β’ Τουρκοβενετικού Πολέμου (1499-1503) στάλθηκαν από τους Βενετούς στη Μάνη με σκοπό να υποκινήσουν σε ανταρσία τους κατοίκους της περιοχής. Ωστόσο η πτώση της Κορώνης στα χέρια των Τούρκων (1500) τούς ανάγκασε να εγκαταλείψουν την περιοχή και να καταφύγουν στη Μονεμβασιά καθώς υπήρχε άμεσος κίνδυνος να απομονωθούν και να συλληφθούν από τους Τούρκους. Ο θεόδωρος λοιπόν θα εμφανιστεί το 1549 στη Βενετική Σύγκλητο με την οποία ζητεί διοικητική θέση στη Ζάκυνθο σε αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφερε η οικογένειά του προς τη Βενετία: Η αίτησή του έχει ως εξής: Εγώ Θεόδωρος ο Κλαδάς ο ταπεινός δούλος σας υπενθυμίζων εις την Υψηλότητα τα αναρίθμητα δικαιώματα και τας πιστάς εκδουλεύσεις των προγόνων μου άρχομαι από της εποχής καθ’ ην ούτοι κυρίαρχοι της Βαρδούνιας επαρχίας ευπορωτάτης του Μορέως και άλλων επαρχιών του Βραχίονος της Μάνης, εδωρήσαντο ταύτας εις την Δημοκρατίαν τας οποίας αύτη παρέλαβε δια του ναυάρχου της Μεσογείου Βαρβαρίγου και ετέθησαν εις την υπηρεσίαν αυτής. Αναμιμνήσκω περιπλέον ότι ο Κορκόνδειλος και Εμμανουήλ Κλαδάς, αδελφοί υπερασπιζόμενοι ανδρείως τον Βραχίονα της Μάνης με 150 ιππείς συνεκρούσθησαν μετά πολυπληθούς Οθωμανικού στρατού παρά τη Μονεμβασία, όπου ο μεν Κορκόνδειλος εζωγρήθη και εξεδάρη ζων, ο δε Εμμανουήλ εξηκολούθησε υπερασπιζόμενος της επαρχίας υμών… Εζωγρήθη και εξεδάρη. Δηλαδή, συνελήφθη και γδάρθηκε ζωντανός…