Μακιαβέλι: Ο αμφιλεγόμενος «πατέρας» της νεότερης πολιτικής επιστήμης

Ακριβή όρια στις διάφορες εποχές δεν υπήρχαν ποτέ. Ουδείς μπορεί να πει ότι η τάδε χρονιά ήταν η τελευταία του μεσαίωνα και η επομένη η πρώτη της αναγέννησης. Μπαίνουν οι εποχές η μία μέσα στην άλλη, συμπορεύονται για λίγο μέχρι η μία να πει αντίο στην άλλη και να την αφήσει να πορευτεί μονάχη μέχρι και αυτή με τη σειρά της να ανταμώσει με μια επόμενη. Κοιτώντας πάντως στις ημερομηνίες γέννησής και θανάτου του, μπορούμε να πούμε ότι γεννήθηκε στο φινάλε του μεσαίωνα και έζησε στα βρεφικά βήματα της αναγέννησης. Μέσα σε μια εποχή που πραγματικά άλλαξε τον κόσμο. Σε μια εποχή που ορίζει εκ νέου τον άνθρωπο κέντρο του σύμπαντος.

Υπάρχει ένα ιστορικό ανέκδοτο που λέει, ότι όταν κείτονταν ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του, τον πίεζαν να αναθεματίσει τον Σατανά και όλα του τα έργα. Εκείνος υποτίθεται ότι απάντησε: «Αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να δημιουργήσω εχθρούς».

«Πατέρας της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης ή  ένα κυνικό κτήνος, που το όνομά του ταυτίστηκε με τη διαφθορά και τον αυταρχισμό;». Πάντως λίγοι μισήθηκαν και αγαπήθηκαν τόσο πολύ εν ζωή και σίγουρα λίγοι επηρέασαν τόσο διαφορετικούς ανθρώπους. Μουσολίνι και Γκράμσι είναι οι δύο αντίθετοι πόλοι της ιταλικής ιστορίας, κι όμως, τον κουβαλούν μέσα τους όχι ως παραδοσιακή κληρονομιά αλλά ως τρόπο σκέψης.

Στις 21 Ιουνίου του 1527 πεθαίνει στη Φλωρεντία ο άνθρωπος που έγραψε τη ρήση, «Τους αντιπάλους σου ή πρέπει να τους παίρνεις με το μέρος σου ή να τους εξοντώνεις». Πεθαίνει ο Νικολό Μακιαβέλι.

Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε έξω από τα τείχη μιας ιταλικής πόλης, ρίξτε μια ματιά στις επάλξεις των τειχών. Αν τα τειχάκια των επάλξεων είναι κατασκευασμένα σαν το γράμμα Π τότε να ξέρετε πως ετοιμάζεστε να εισέλθετε σε μία πόλη, Γκιμπελίνα, δηλαδή μια πόλη που αμφισβητούσε την επίγεια εξουσία του Πάπα. Αν τα τειχάκια, εκεί ψηλά στις επάλξεις, έχουν ένα V που διακόπτει την πορεία της ευθείας του πάνω μέρους του Π, τότε να ξέρετε πως ετοιμάζεστε να εισέλθετε σε μία πόλη Γκουέλφα, δηλαδή μια πόλη που δήλωνε υποταγή όχι μόνο στην ουράνια αλλά και στην επίγεια εξουσία του Πάπα. Η πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Νικολό Μακιαβέλι στις 3 Μαίου του 1469 η Φλωρεντία ήταν μία από αυτές και είχε βαλθεί να συντρίψει μια για πάντα τη Σιένα, που ευχαρίστως έριχνε τον Πάπα στην πυρά και μαζί του, όλο το Κονκλάβιο.

Συμπληρώνονταν εκείνη τη χρονιά ήδη δύο αιώνες σκληρών πολέμων μεταξύ των δύο αιώνιων εχθρών της Τοσκάνης. Αμφότερες μετρούσαν ανεπανάληπτες ήττες και μοναδικές νίκες. Το αίμα των Φιορεντίνων είχε ποτίσει ήδη το Μονταπέρτι με τον Δάντη να εξιστορεί στον 9ο κύκλο της Κολάσεως της Θεικής Κωμωδίας πως ο ποταμός Arbia έγινε κόκκινος από το αίμα των φιορεντίνων ιπποτών που σφαγιάστηκαν χωρίς έλεος. Το αίμα των Σενέζων είχε ποτίσει την Cole Val D’Elsa όταν η φιλοπαππική Φιορεντίνα λίγο έλειψε να πάρει τον πόλεμο πολύ νωρίτερα από την τελική ημερομηνία που ήταν τελικά το 1555 όταν με τη συνθήκη στο Σατο Καμπρεζί η πανέμορφη, πολύχρωμη στρατιά της Σιένα των 9 οικογενειών και των 19 κοντράντων, βγήκε από τα τείχη ηττημένη για να μεταφέρει τη δημοκρατία της στο Μοnteriggioni.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αίματος μεταξύ των δύο μεγάλων ανταγωνιστριών της Τοσκάνης που αντανακλούσε τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της Ιταλίας γεννήθηκε ο Νικολό Μακιαβέλι. Ήταν γιος του Μπερνάρντο Μακιαβέλι και της Μπαρτολομέα Νέλι. Ο πατέρας του μερίμνησε ώστε ο νεαρός Νικολό να λάβει ουμανιστική εκπαίδευση, σύμφωνη με τα κλασικά πρότυπα της εποχής. Η εκπαίδευση αυτή και η σχέση του με Φλωρεντίνους ουμανιστές είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει το 1498 το αξίωμα δεύτερου καγκελαρίου της φλωρεντινής δημοκρατίας. Ο Νικολό Μακιαβέλι ήταν ένας άνθρωπος που «αποκόμισε πολλές γνώσεις από την οικογενειακή βιβλιοθήκη, καθώς ο πατέρας του ήταν βιβλιολάτρης, όπως τονίζει στη βιογραφία του ο Νικολό Καπόνι. Η βιβλιοθήκη περιελάμβανε τις εκδόσεις του Λίβιου και του Μακρόβιου, καθώς και άλλα ουμανιστικά, λογοτεχνικά και νομικά έργα. Επιπλέον, ο πρεσβύτερος Μακιαβέλι είχε δανειστεί κατά καιρούς από φίλους του Αριστοτέλη, Πλίνιο τον Νεότερο, Πτολεμαίο, Ιουστίνο, Φλάβιο Μπιόντο, αλλά και τη Βίβλο. Αυτή την αγάπη του για τη γνώση τη μεταλαμπάδευσε στον Νικολό ο οποίος σε νεαρή ηλικία έφθασε μέχρις σημείου να αντιγράψει ιδιοχείρως το De Rerum Natura του Λουκρήτιου. Μάλιστα ο Νικολό θεωρούσε πάντα τον εαυτό του πρωτίστως άνθρωπο των γραμμάτων και δευτερευόντως θεωρητικό της πολιτικής.

Από τη θέση αυτή λοιπόν, του καγκελάριου της δημοκρατίας της Φλωρεντίας ο Μακιαβέλι ασχολούνταν με τη διοίκηση των περιοχών υπό τον έλεγχο της Φλωρεντίας και ήταν επίσης ένας από τους έξι γραμματείς του πρώτου καγκελάριου και μέλος του συμβουλίου των “Δέκα του Πολέμου” που συνεπαγόταν τη συμμετοχή του σε διπλωματικές αποστολές. Οι αποστολές του τον έφεραν σε επαφή με αρκετές από τις ισχυρότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του στην Ευρώπη, όπως τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο, τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μαξιμιλιανό Α΄. Στον Μακιαβέλι έκανε επίσης μεγάλη εντύπωση ο Καίσαρας Βοργίας, που είχε διοριστεί από τον πατέρα του, τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄, Δούκας της Ρωμανίας. Οι κρίσεις που διατύπωνε στις επιστολές προς τη φλωρεντινή σινιορία για αυτά τα πρόσωπα που συνάντησε ως απεσταλμένος αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τα πορτραίτα τους που σκιαγράφησε σε ένα έργο του το οποίο ακόμη απασχολεί ολόκληρο τον κόσμο.

Η «εξωτερική πολιτική» των πόλεων κρατών της μεσαιωνικής , μεταμεσαιωνικής αλλά και αναγεννησιακής Τοσκάνης δεν υπήρξε ανέκαθεν συμπαγής και αποτέλεσμα εσωτερικής ομοφωνίας. Κάθε πόλη ταλανιζόταν από εσωτερικές έριδες, προστριβές, διαμάχες και σφαγές που καθόριζαν την ταυτότητά της στον ιταλικό αλλά και ευρωπαϊκό χάρτη. Βασικό όνομα που θα μας χρειαστεί είναι οι Μέδικοι, (medici) οι επιφανέστεροι Φλωρεντίνοι για πάρα πολλά χρόνια. Η οικογένεια τους ανήκε στην μερίδα των Γονέλφων ή Γουέλφων (παπικοί) και οι αντίπαλοί τους ήσαν οι Γιβελίνοι (αριστοκράτες ή αυτοκρατορικοί). Η επικράτησή τους ξεκίνησε to 1389 με τον Κόζιμο τον Πρεσβύτερο τον πλουσιότερο άνθρωπο της πόλης, που πέτυχε να εξορίσει τους αντιπάλους του. Από το 1469 ως το 1492, κεφαλή της οικογένειας ήταν ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, τραπεζίτης, πολιτικός, ποιητής και χρηματοδότης πολλών καλλιτεχνών (όπως ο Μιχαήλ Άγγελος) και επιστημόνων.  Το 1490 επιστρέφει στη Φλωρεντία ο δομινικανός μοναχός Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα τον οποίο ακολουθεί ο Μακιαβέλι. Ο Σαβοναρόλα γίνεται σταδιακά γνωστός από τα φλογερά κηρύγματα μέσω των οποίων επιτίθεται σε όλους τους εκπρόσωπους της εξουσίας, στον Πάπα και φυσικά στους Μεδίκους που είχαν βουτηχτεί στη διαφθορά. Ο Σαβοναρόλα ξεπερνά τα όρια ρίχνοντας στη πυρά καθρεφτάκια, μουσικά όργανα, καλλυντικά, αγάλματα, πίνακες , βιβλία αρχαίων συγγραφέων κάθε τι που σύμφωνα με τα κηρύγματά του έχουν οδηγήσει τη Φλωρεντία στην ηθική παρακμή. Οι οπαδοί του γίνονται ολοένα και περισσότεροι με αποτέλεσμα το το 1494 να πάρει την εξουσία από τους Μεδίκους και να εγκαθιδρύσει δικτατορία που ήταν συνδεδεμένη με την ασκητική ζωή. Μπορεί οι φλωρεντίνοι να είχαν κουραστεί από τα σκάνδαλα των Μεδίκων , δεν ήταν όμως αποφασισμένοι να αποδεχτούν και την ασκητική ζωή που διακύρρητε ο Σαβοναρόλα και στράφηκαν σταδιακά εναντίον του. Στις 12 Μαΐου 1497 ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ τον αναθεμάτισε και το 1498 ζήτησε την σύλληψη και θανάτωσή του. Ένα εξαγριωμένο πλήθος τον συνέλαβε στις 8 Απριλίου. Εκτελέστηκε στις 23 Μαΐου 1498.

Ο Μακιαβέλι εισήλθε, αμέσως μετά το θάνατο του Σαβοναρόλα, στα κυβερνητικά κλιμάκια ως γραμματέας και γρήγορα αναρριχήθηκε στην ιεραρχία στην κεφαλή της οποία βρίσκεται πλέον ο Καίσαρας Βοργίας. Αυτός είναι που θα ασκήσει τις μεγαλύτερες επιρροές πάνω στον Μακιαβέλι. Ο Βοργίας είναι ένας πανούργος και σκληρός άνθρωπος, εκ των ηγετών της παπικής πολιτείας. Ο Μακιαβέλι δεν συμφωνούσε με τις τακτικές του, ωστόσο πίστευε ότι με έναν κυβερνήτη σαν τον Βοργία οι Φλωρεντινοί θα μπορούσαν να ενώσουν την Ιταλία, κάτι που αποτελούσε όνειρο και στόχο του σ’ όλη τη ζωή του. Η δημοκρατία επανέρχεται στη Φλωρεντία, όμως, οι μέδικοι δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Το 1512, επανέρχονται στην εξουσία, ανατρέποντας το δημοκρατικό καθεστώς, με τη βοήθεια των ισπανικών στρατευμάτων.

Ο Μακιαβέλι απολύεται από τη θέση του, συλλαμβάνεται και στη φυλακή θα υποστεί φριχτά βασανιστήρια. Όταν αφέθηκε ελεύθερος αποσύρθηκε στο πατρικό του κτήμα στην περιοχή Σαντ’ Αντρέα και εκεί το δεύτερο μισό του 1513, θα γράψει ένα έργο με το οποίο προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια των Μεδίκων: Τον Ηγεμόνα. Έχει συγκρουστεί μαζί τους ως οπαδός του Σαβοναρόλα, έχει επηρεαστεί από τον Βοργία, οι Μέδικοι επιστρέφουν και ουσιαστικά τον καταστρέφουν αλλά αυτός στην προσπάθεια του να κερδίσει την εύνοια των εχθρών του αφιερώνει τον Ηγεμόνα στον Λορέντσο Β’ των Μεδίκων, γιο του Πέτρου Β’ των Μεδίκων. Σ’ αυτό το σύντομο αλλά ενδιαφέρον συγγραφικό έργο του Μακιαβέλι διακρίνεται η απόπειρα να δημιουργήσει ένα “εγχειρίδιο” προς τους ηγέτες μέσ’ από μια σειρά αποφθεγμάτων. Ο μακιαβελισμός διακρίνεται κυρίως για την επιταγή του στα διπλά ηθικά κριτήρια: Ένας ηγεμόνας, δηλαδή, οφείλει να διαχωρίζει την προσωπική του ηθική από την ηθική που εφαρμόζει προκειμένου να διατηρήσει ένα κράτος ισχυρό στη διεθνή πολιτική σκηνή. Το έχουμε πει πολλές φορές πως καθείς μικρός η μεγάλος στοχαστής, διανούμενος ή φιλόσοφος, στρατηλάτης ή επαναστάτης είναι πάντα άνθρωπος της δικιάς του εποχής. Ο Μακιαβέλι ήταν ένα παιδί της Αναγέννησης, δηλαδή μιας εποχής οπότε ανοίχτηκαν πολλές νέες προοπτικές σε όλους τους τομείς του πολιτισμού. Μελετώντας τον Ηγεμόνα υπό το πρίσμα της ιστορίας και της φιλοσοφίας, παρατηρεί κανείς ανεξάρτητα από την όποια ηθική αξιολόγηση του έργου, νέα ριζοσπαστικά στοιχεία. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά το έργο του πολιτικού απαλλαγμένο από κάθε είδους μεταφυσική, ηθική ή θεολογική παραφιλολογία.

Με τον Μακιαβέλι ξεκινά η πολιτική φιλοσοφία των νεότερων χρόνων, η οποία αντιλαμβάνεται το κράτος σαν ένα είδος οργανισμού που έχει δημιουργηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο και εξετάζει το επάγγελμα του πολιτικού χωρίς να φοράει τα γυαλιά της ηθικής. Ο Μακιαβέλι είναι ο εμπνευστής της διδασκαλίας της πολιτικής σύνεσης. Η διδασκαλία της σύνεσης βασίζεται στην εμπειρία. Ταυτόχρονα είναι ο πρώτος σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος των νεότερων χρόνων, ο οποίος στηρίζει τη θεωρία του σε συγκεκριμένες εμπειρίες και παρατηρήσεις. Αυτό είναι ένα κοινό σημείο, που τον συνδέει με σημαντικούς ερευνητές της εποχής του, οι οποίοι θεμελίωσαν τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες, όπως για παράδειγμα ο αστρονόμος Κοπέρνικος. Γι’ αυτόν τον λόγο, το έργο του Μακιαβέλι είναι γεμάτο παραδείγματα, με τα οποία αποδεικνύει τις θέσεις του και τα οποία αντλεί από τις ακόλουθες δύο πηγές: τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του και περιστατικά που αναφέρονται στα συγγράμματα των ιστορικών. Πολλές ιδέες που εμπεριέχονται στον «Ηγεμόνα» εμφανίζονται και στην αλληλογραφία ανάμεσα στον Μακιαβέλι και τον Βετόρι το καλοκαίρι του 1513, καθώς και σε διάφορες άλλες πηγές. Παραδείγματος χάριν, το ερώτημα αν είναι καλύτερο για έναν ηγεμόνα να τον αγαπούν ή να τον φοβούνται υπήρχε ήδη στο Del Felilce Progresso di Borso d’ Este, το οποίο είχε γραφτεί από τον Μικέλε Σαβοναρόλα (θείο του, πιο γνωστού, Τζιρολάμο) περίπου εξήντα χρόνια πριν από τον «Ηγεμόνα». Ωστόσο, ενώ ο Σαβοναρόλα προέκρινε την αγάπη, ο Νικολό προτιμούσε τον φόβο, με το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι γεμάτοι ελαττώματα και υπόσχονται να κάνουν τα πάντα για τον ηγέτη τους, όταν δεν διαφαίνεται κανένας κίνδυνος στον ορίζοντα, «αλλά επαναστατούν όταν ο κίνδυνος πλησιάζει».

Σε αναζήτηση του «αληθινού» Μακιαβέλι

Στην αναζήτηση του «αληθινού» Μακιαβέλι, πλήθος συγγραφέων προσπάθησαν να κατανοήσουν τον άνθρωπο και τα έργα του, με αποτέλεσμα ο Νικολό να γίνει κάτι σαν αμοιβαδικό ον: ιμπεριαλιστής, πρωτο-φιλελεύθερος, αθεϊστής, νεοπαγανιστής, πιστός χριστιανός, ελευθεριακός ρεπουμπλικανός, δάσκαλος ηγεμόνων, στρατιωτική ιδιοφυΐα, στρατηγός της πολυθρόνας, ρεαλιστής, ιδεαλιστής και ο κακόφημος ιδρυτής της νεότερης πολιτικής επιστήμης. Ο Ηγεμόνας, από τα πλέον ονομαστά βιβλία στην ιστορία του πολιτικού στοχασμού, σηματοδοτεί πραγματική καινοτομία. Δημιουργεί κατά πολλούς τρόπους ρήξη με τις προηγούμενες πολιτικές σκέψεις. Είναι αλήθεια ότι σε πολλά σημεία ο Μακιαβέλι επεκτείνει στοχασμούς του Αριστοτέλη ή του Πολύβιου. Ωστόσο οι ασυνέχειες υπερτερούν ευρέως των κληροδοτημάτων. Λόγω ακριβώς της εγγενούς καινοτομίας του, ο Ηγεμόνας δεν έχει πάψει να γίνεται αντικείμενο μελετών, σχολιασμών, επαίνων, μομφής, επιθέσεων απομιμήσεων και συχνά παρερμηνειών εδώ και περίπου τέσσερις αιώνες. Ο Χόμπς, ο Σπινόζα, ο Μάρξ και πολλοί άλλοι υπήρξαν προσεκτικοί και παθιασμένοι αναγνώστες του έργου. Ελάχιστα κείμενα έχουν προκαλέσει τόσο έντονη γοητεία και τόσο μεγάλη απόρριψη, ίσως και τόσες παρεξηγήσεις.

Μια από τις λέξεις κλειδιά αυτού του κειμένου είναι η virtu. Δεν πρόκειται διόλου για την «αρετή» με τη συνηθισμένη έννοια. Η λέξη virtu καταδεικνύει εδώ τη δύναμη, την ικανότητα δράσης, την επιτηδειότητα την οποία επιδεικνύει κανείς σε μια ενέργεια που το αποτέλεσμα της είναι, το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης. Ο πολιτικός αγώνας, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη virtu. Εξαρτάται, επίσης, από αυτές τις ίδιες τις καταστάσεις, από την εξέλιξή τους, από τις ενδεχόμενες αιφνίδιες μεταβολές τους. Αυτό το μερίδιο του τυχαίου, ο Μακιαβέλι το αποκαλεί fortuna – η τύχη, η ειμαρμένη, οι τυχαίες και μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Διότι ίδιον των ανθρώπινων καταστάσεων είναι να παραμένουν ανοιχτές, κινούμενες, επιρρεπείς σε ξαφνικές και απρόβλεπτες μετατροπές. Η συγκεκριμένη τέχνη του ηγεμόνα ασκείται στο σημείο συνάντησης της fortuna και της virtu: το θέμα είναι να παραμείνει αποτελεσματικός σε ένα κόσμο όπου τα δεδομένα αλλάζουν και μας διαφεύγουν αδιάκοπα. Εκείνο που σκιαγραφεί ο Μακιαβέλι είναι, κατά μία έννοια, μια γενική θεωρία της δράσης: ούτε πλήρως κυρίαρχης (η τύχη ματαιώνει τα σχέδιά μας), ούτε παντελώς αδύναμης (τα σχέδιά μας προσαρμόζονται και ματαιώνουν τα τυχαία γεγονότα).

Ο Μακιαβέλι είναι πεπεισμένος ως προς την ένδεια της κλασικής φιλοσοφίας και αρνείται την αυθεντία στη φυσική τάξη, που οι αρχαίοι σέβονταν. Δεν πιστεύει στην ύπαρξη καθολικού λόγου και, ως εκ τούτου, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φανταστεί τους ανθρώπους χωρίς πίστη και χωρίς νόμο. Γράφει στις Διατριβές: «όποιος θεμελιώνει πολιτεία και της βάζει νόμους, να παίρνει προκαταβολικά για κακούς όλους τους ανθρώπους.» Στον Ηγεμόνα υποδεικνύεται ο ουσιώδης δεσμός ανάμεσα στην κακία και την ελευθερία. Το πρώτο μέλημα είναι να ελεγχθεί η τύχη και από εκεί και πέρα να παραχθεί έργο. Ο ηγεμόνας, λοιπόν, ως πρόσωπο και όχι ως τίτλος βιβλίου, υπό αυτή την έννοια συγκεντρώνει την αυθεντία επί παντός και τη βούληση να εφαρμόζει στους άλλους ό,τι αποφασίζει. Μάλιστα ο ηγεμόνας είναι ο μόνος που μπορεί, σύμφωνα πάντα με τον Μακιαβέλι, να αφυπνίσει με τη στάση του την ηθικότητα στους ανθρώπους. Εκ πείρας γνωρίζει ότι οι άνθρωποι κάνουν το καλό μόνο από ανάγκη και είναι διατεθειμένος να τους αναγκάσει να μεταβάλουν σταδιακά την κακία σε ανιδιοτέλεια. Ο τρόπος που ο Φλωρεντινός στοχαστής βλέπει τη δράση αποτελεί, από κάθε άποψη, εγγύηση για την παλινόρθωση του λόγου, που θα πιστεύαμε ότι απειλείται, από τη στιγμή που καταργείται κάθε υπερβατική τάξη. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο Μακιαβέλι τείνει να μετατρέψει τη θεωρία σε δράση.

Θα ήταν άδικο να περιορίζαμε το έργο του Μακιαβέλι σε ένα μόνο βιβλιο. Η “τέχνη του πολέμου” είναι ένα βιβλίο λιγότερο γνωστό και λιγότερο κουραστικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Ωστόσο ο Μακιαβέλι δεν διστάζει να γράψει ότι αυτή η τέχνη του πολέμου είναι η μόνη που ταιριάζει σ’ αυτόν που διοικεί. Και εδώ, πάλι, ο λόγος είναι απλός: αυτός ο οποίος κατέχει τούτη την τέχνη αλλά δεν έχει ακόμη την εξουσία, θα καταφέρει να την κατακτήσει. Και αυτός ο οποίος έχει την εξουσία θα καταφέρει να τη διατηρήσει εναντίον των αντιπάλων του. Αντιθέτως αυτός ο οποίος δεν κατέχει τούτη την τέχνη δεν θα καταφέρει ποτέ να κατακτήσει την εξουσία αν δεν την έχει ήδη κατακτήσει, ούτε θα μπορέσει να τη διατηρήσει αν το έχει ήδη πετύχει. Είναι λοιπόν ουσιώδες να είναι κανείς «οπλισμένος», όπως λέει ο Μακιαβέλι, πράγμα το οποίο δε σημαίνει να έχει όπλα, αλλά να κατέχει την τέχνη του πολέμου, να γνωρίζει τους νόμους της νικηφόρου μάχης. Ο Μακιαβέλι δεν πλέκει το εγκώμιο του πολέμου. Στη σκέψη του δεν πρόκειται καν περί προτίμησης, αλλά περί διαπίστωσης: αυτή είναι η λειτουργία της πραγματικότητας. Η μεταβολή που εισάγει η σκέψη του Μακιαβέλι συνίσταται εν κατακλείδι στην αναζήτηση της αλήθειας του κόσμου όπως ακριβώς είναι. Να πάψουμε να κρίνουμε, να θρηνούμε, να ονειρευόμαστε, να συγχέουμε τις επιθυμίες μας με την πραγματικότητα. Να προσπαθούμε, αντίθετα, να αποσυναρμολογούμε τους μηχανισμούς της πραγματικής λειτουργίας της εξουσίας, των ανθρώπινων σχέσεων, της ιστορίας.

Μας άφησε μεγάλη κληρονομιά ο Νικολό. Τα βιβλία του, οπως ο Ηγεμόνα, η Τέχνη του Πολέμου, ο Μανδραγόρας και άλλα, μας άφησε και τον όρο, Μακιαβελισμός, την πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ο ηγεμόνας μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό ή μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του. Στην ευρεία έννοιά του ο μακιαβελισμός προσέλαβε διαφορετικό αμοραλιστικό και δημώδες περιεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφία και η δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας. Σε αυτή την ευρύτερη έννοιά του δε θα πρέπει να ταυτίζεται με την πολιτική θεωρία, καθώς μακιαβελιστής με την ακριβή έννοια του όρου είναι εκείνος που ασπάζεται την πολιτική διδασκαλία του Νικολό Μακιαβέλι.

Παρθενογένεση δεν υπήρξε στη σκέψη.  Η ιδέα της μεταχείρισης οποιουδήποτε μέσου για την «προστασία» του κράτους είναι αρχαιότατη και συνδέεται θα μπορούσε να πει κανείς με το πλέον αρχέγονο ένστικτο επιβίωσης. Από την κλασική περίοδο είναι σημαντικά τα παραδείγματα του τρόπου ηγεμονίας των περσικών σατραπειών και των μέσων που μετήλθε η αθηναϊκή ηγεμονία, προκειμένου να εξασφαλίσει την ευημερία και την ασφάλεια της πόλης κράτους κατά τον 5ο, ακόμη και τον 4ο αι. στην περίοδο παρακμής της. Ανιχνεύοντας τις αφηγήσεις του Ηρόδοτου, στους περσικούς πολέμους, βλέπουμε ότι παραδίδει πέραν της άσκησης της πολεμικής ισχύος το ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό και μυθολογικό υπόβαθρο στις ιστορίες που αφηγείται. Το κεφάλαιο 155 της ενότητας λυδικός λόγος, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε ο Κύρος το πρόβλημα των Λυδών. Άτυπος σύμβουλος του Κύρου στον διάλογο είναι ο Κροίσος, πρώην βασιλιάς της Λυδίας, αιχμάλωτος πλέον του Πέρση βασιλιά.

Θα μπορούσε επίσης κάποιος να ισχυριστεί πως η καθαρότερη εικόνα πολιτικού μακιαβελισμού, ωστόσο, μας έρχεται από τον διάλογο των Μηλίων. Ο διάλογος, έτσι όπως κατατίθεται από τον Θουκιδίδη, είναι επίδειξη πολιτικού ρεαλισμού, σε ό,τι αφορά στην πολεμική ισχύ. Επιβάλλεται το δίκαιο του ισχυροτέρου και η άποψη των Μηλίων πως η παράδοση είναι πράξη δειλίας, αντιμετωπίζεται περιφρονητικά από τους Αθηναίους.

Οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους, κληρονόμοι αυτής της πολιτικής πρακτικής, προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς περιγράφουν την ρωμαϊκή πολιτική ως υπέρβαση των ηθικών νόμων. Τόσο ο Κικέρων στο De oficciis, όσο Τάκιτος στο Annales, αναφέρουν πως η παραβίαση του ηθικού νόμου ήταν επιτρεπτή όταν το απαιτούσε η δημόσια ευημερία. Έτσι εισήγαγαν μια ιδέα που θα απέβαινε μείζονος σημασίας στην ιστορία του Μακιαβελισμού.

Η ρήξη που πραγματοποιείται με τη σκέψη του Μακιαβέλι είναι η επικέντρωση της πολιτικής ανάλυσης στο παιχνίδι των πολιτικών παθών. Είναι αυτός που μιλά για την πολιτική ως διαμάχη παθών (πάθος για επικυριαρχία, πάθος για διακυβέρνηση, πάθος για εκδίκηση) συνδεδεμένων με αγώνες οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων. Αυτό το παιχνίδι περιπλέκεται εξαιρετικά από τις παρεμβάσεις των παθών του πλήθους.

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των Διατριβών, ο Μακιαβέλι κατάφερε να επιστρέψει στη Φλωρεντία από το κτήμα του και το 1520 του ανατέθηκε η συγγραφή της ιστορίας της Φλωρεντίας. Το καθεστώς των Μεδίκων, όμως, ανατράπηκε το Μάιο του 1527, η δημοκρατία παλινορθώθηκε και ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του. Απογοητευμένος πέθανε στη Φλωρεντία από πάθηση του στομάχου στις 21 Ιουνίου του 1527.