Μερικές ενοχλητικές διευκρινίσεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών

Η Συμφωνία των Πρεσπών που τίθεται σε διαδικασία επικύρωσης στο ελληνικό Κοινοβούλιο είναι φορτισμένη με όλη την ένταση που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία 25 χρόνια και στις δύο πλευρές των συνόρων. Ωστόσο πολλές ανακρίβειες τροφοδοτούν το πάθος και οδηγούν σε στρεβλές εκτιμήσεις. Θα προσπαθήσω να εξετάσω κάποια από τα ζητήματα που προκαλούν αυτό το πάθος, που μάλλον έχει να κάνει με την πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα και τη χρήση των εθνικιστικών αντανακλαστικών, παρά με την ίδια την επίλυση του Μακεδονικού-ονοματολογικού.

Το όνομα του κράτους ορίζεται ως «Βόρεια Μακεδονία», ρύθμιση καίριας σημασίας για την επίλυση της διαφοράς, όμως αδιάφορη για το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, η δημιουργία νομικών δεσμεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τα εθνοτικά χαρακτηριστικά ενός λαού ενέχει προβλήματα. Είναι πεδία τα οποία από τη φύση τους δεν επιδέχονται κανονιστική ρύθμιση εθνικού ή διεθνούς δικαίου, ειδικά όταν αποκλίνουν ριζικά από εμπεδωμένες κοινωνικές πρακτικές. Πώς όμως γίνεται να επιβληθούν οι ρυθμίσεις αυτές όταν αφορούν τον ταυτοτικό πυρήνα της προσωπικότητας του πολίτη;

Για τον λόγο αυτό, η συμφωνία σε ορισμένα σημεία απλά επαναλαμβάνει εμπεδωμένες παραδοχές, ότι, δηλαδή, η επίδικη γλώσσα του κράτους ονομάζεται «μακεδονική», όπως ονομάζεται για έναν αιώνα και είχε γίνει αποδεκτή από την Ελλάδα (το 1959, το 1977). Εάν η συμφωνία προέβλεπε άλλη ονομασία για τη γλώσσα, θα είχε τέτοια απόκλιση από την πραγματικότητα των ομιλητών που θα αποτελούσε μια προσχηματική κούφια ρύθμιση.

Ετσι, και η ιθαγένεια (δηλαδή ο νομικός δεσμός με το κράτος) των πολιτών που αφορά τους «πολίτες της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» (άρθρο 1, παρ. 3β) ορίζεται ως «μακεδονική». Ο όρος αναφέρεται στην ιθαγένεια και όχι στην εθνότητα**. Η σύγχυση εξάλλου είναι εγγενής με το εθνικό φαινόμενο και την πολλαπλή έννοια των σχετικών όρων, ανάλογα και με την ιστορική παράδοση σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μια δυσκολία η οποία δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί ούτε να ρυθμιστεί περαιτέρω από έναν κανόνα διεθνούς δικαίου.

Ο «Μακεδόνας» λοιπόν έχει την έννοια του πολίτη της «Βόρειας Μακεδονίας», ενώ ο ίδιος όρος μπορεί να αναφέρεται γλωσσικά και στο εθνικό φαντασιακό του μακεδονικού έθνους, την πλειονότητα δηλαδή του λαού της γείτονος. Αντίστροφα, όσοι εντάσσονται στο αλβανικό έθνος πολίτες της ίδιας χώρας (μπορούν να) αποκαλούνται Αλβανοί Μακεδόνες, όπως οι Τούρκοι Ελληνες ή οι Ελληνες Τούρκοι, δηλαδή οι μειονοτικοί Τούρκοι της Ελλάδας και οι μειονοτικοί Ελληνες της Τουρκίας, αντίστοιχα. Η συμφωνία αναφέρεται ρητά στην ιθαγένεια και τη γλώσσα και δεν αναφέρεται στην εθνική ένταξη/ταυτότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1, η αναγωγή του όρου «μακεδονικός» στη «σλαβικότητα» και την «ελληνικότητα» αντίστοιχα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η όποια χρήση των όρων πέραν όσων ρυθμίζονται από τη συνθήκη ακολουθεί αυτόν τον διαχωρισμό, βοηθώντας στην εννοιολογική διαφοροποίηση.

Ετσι, επιχειρείται ο εννοιολογικός διαχωρισμός που αγγίζει τον πυρήνα της χρόνιας «παρεξήγησης» και πολιτικής εκμετάλλευσης του σύγχρονου Μακεδονικού Ζητήματος: ότι οι όροι «Μακεδονία», «μακεδονικός/-ή» και «μακεδονική γλώσσα» έχουν διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο και ιστορικές συμπαραδηλώσεις στις δύο χώρες, με αναφορά στην ελληνικότητα ως προς την πρώτη και τη σλαβικότητα ως προς τη δεύτερη.

Η διάταξη έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και αποτελεί εργαλείο για την ερμηνεία άλλων διατάξεων της συμφωνίας. Η υποχρέωση αυτή, όσο απαραίτητη και χρήσιμη και εάν είναι για την επίλυση της διμερούς διαφοράς γύρω από το όνομα, αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία που ταυτόχρονα είναι και η εγγενής αδυναμία της: πώς ένας κανόνας δικαίου θα μπορέσει να εγχαράξει ιστορική συνείδηση και ταυτοτικές στάσεις με εθνοφυλετικά κριτήρια.

Η Ελλάδα αναγνωρίζει το κράτος όχι όμως το έθνος και το όνομά του, όπως αποτυπώνεται στο όνομα του κράτους. Εξάλλου, το όνομα δεν είναι εγγενές χαρακτηριστικό της κρατικής υπόστασης, αλλά δηλωτικό του κράτους όπως και της επιδίωξης να καθιερώσει τα χαρακτηριστικά της εθνικής-κρατικής ιδιοσυγκρασίας της με αποτελεσματικό τρόπο στο διεθνές περιβάλλον.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι αποτέλεσμα της διεθνοπολιτικής επιβολής της βούλησης της Ελλάδας για αλλαγή ονομασίας της ΠΓΔΜ με πολιτικό αντάλλαγμα την ένταξη της τελευταίας σε διεθνείς οργανισμούς, ζήτημα στρατηγικής σημασίας για την επιβίωσή της. Κοινό όφελος που απορρέει από τη συμφωνία αποτελεί η συνεργασία σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Ωστόσο, από τη φύση της, η συμφωνία επιχειρεί να ρυθμίσει ζητήματα ταυτοτικά τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από μια τραυματική ιστορική πορεία. Αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση της Συμφωνίας των Πρεσπών: εάν δηλαδή θα καταφέρει να απορροφήσει τους κραδασμούς δύο εθνικισμών και να οδηγήσει στην εμπέδωση του πολιτισμού του σεβασμού της εθνοπολιτισμικής διαφοράς.

Από την άλλη πλευρά, εάν δεν τεθεί σε ισχύ η Συμφωνία των Πρεσπών, θα διατηρηθεί η θνησιγενής Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 διαιωνίζοντας μια ακόμα βαλκανικού τύπου ανοιχτή υπόθεση κακής γειτονίας. Εκεί λοιπόν είναι και η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο Ελληνας νομοθέτης στην ευκαιρία που του δίνεται.

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

* Το κείμενο αυτό στην πλήρη ανάπτυξή του θα δημοσιευτεί στα «Σύγχρονα Θέματα».
Πηγή: 
 Εφημερίδα των Συντακτών