Μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αρνηθεί την υπογραφή του προεδρικού διατάγματος για τη νέα ηγεσία της Δικαιοσύνης;

Τις τελευταίες ώρες έχει κορυφωθεί η πολιτική αντιπαράθεση για την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την παρούσα κυβέρνηση, και την σχετική με αυτή αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα, καταρχήν είναι επιτρεπτή συνταγματικά αυτή η επιλογή; Μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αρνηθεί την υπογραφή του σχετικού προεδρικού διατάγματος;

Του Παναγιώτη Γεωργιάδη*

Το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος προβλέπει ότι η επιλογή στις ανώτατες θέσεις της Δικαιοσύνης γίνεται από το υπουργικό συμβούλιο και οι επιλεγέντες διορίζονται με προεδρικό διάταγμα. Σύμφωνα με τον Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών στο άρθρο 49 παρ. 3, όπως ισχύει με τον ν. 3841/2010 εξειδικεύεται η ανωτέρω συνταγματική ρύθμιση, προβλέποντας αναλυτικά τη διαδικασία επιλογής, η οποία περιλαμβάνει εισήγηση του υπουργού Δικαιοσύνης και απόφαση υπουργικού συμβουλίου σε δύο στάδια και στο ενδιάμεσο γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Το τελευταίο εδάφιο της διάταξης ορίζει: «Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκλησή της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο». Συνεπώς κατά τα ανωτέρω ρητώς προβλέπεται ότι η διάλυση της Βουλής δεν διακόπτει τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Ο νομοθέτης προνόησε και ρύθμισε ακόμη και την περίπτωση που επίκειται επιλογή, αλλά δεν υπάρχει Βουλή διότι διαλύθηκε για την διενέργεια εκλογών, και σ’ αυτή την περίπτωση, η επιλογή γίνεται από την κυβέρνηση χωρίς τη γνώμη της Βουλής. Σύμφωνα επομένως με τον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο, η διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης εκκινεί και ολοκληρώνεται χωρίς να επηρεάζεται από μια τόσο δραστική πολιτική εξέλιξη όπως είναι η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη εκλογών.

Συνεπώς η ανωτέρω συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα της κυβέρνησης να επιλέξει την ηγεσία της Δικαιοσύνης την δεδομένη χρονικά στιγμή δεν πρέπει να αμφισβητείται νομικά, άλλωστε ουδέποτε αμφισβητήθηκε στο παρελθόν αυτή η δυνατότητα και των προηγούμενων κυβερνήσεων, ούτε όταν ψηφίστηκε ο νόμος ούτε στα εννιά χρόνια που εφαρμόστηκε.

Η αντιπολίτευση αντιτίθεται σφόδρα στις ανωτέρω αλλαγές παρά το γεγονός ότι αφορούν άξιους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που συγκέντρωσαν ευρύτερη συναίνεση κατά τη φάση της προεπιλογής από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Προβάλλει το επιχείρημα ότι σύμφωνα με τον νόμο 2190/94 του Αν. Πεπονή με τον οποίο είχε θεσμοθετηθεί το ΑΣΕΠ, περιλαμβάνεται διάταξη η οποία ξεκαθαρίζει με πλήρη σαφήνεια ότι «από την προκήρυξη εκλογών έως την διεξαγωγή τους απαγορεύεται οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή στο Δημόσιο», συνεπώς είναι ανεπίτρεπτος συνταγματικά ο διορισμός τους.

Ωστόσο κατά την γνώμη μου το ανωτέρω επιχείρημα δεν έχει νομική βάση. Η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαφέρει από τη διαδικασία προαγωγής των άλλων δικαστικών λειτουργών και φυσικά διαφέρει από τις προβλεπόμενες διαδικασίες για τις υπόλοιπες θέσεις του δημοσίου. Εν προκειμένω στις θέσεις αυτές (των Προέδρων και Αντιπροέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) οι προαγωγές ενεργούνται κατά το άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ανέπτυξα ανωτέρω. Συνεπώς η επιλογή της κυβέρνησης δεν είναι αντισυνταγματική.

Επί του ερωτήματος εάν μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αρνηθεί την υπογραφή του σχετικού προεδρικού διατάγματος για την επιλογή νέας ηγεσίας της Δικαιοσύνης από μια κυβέρνηση που έχει εξαγγείλει τη διενέργεια εκλογών, προβάλλεται το επιχείρημα, ότι η κυβέρνηση που έχει εξαγγείλει εκλογές, ουσιαστικά τελεί υπό παραίτηση διότι έχει απωλέσει, την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος και δεν διαθέτει την δημοκρατική και συνταγματική νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσεως, ούτε έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης, η επιλογή της ηγεσίας ενός ανώτατου δικαστηρίου δεν περιλαμβάνεται στη «διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων», δηλαδή στις απολύτως αναγκαίες εκείνες ενέργειες στις οποίες, κατά δεσμευτικό συνταγματικό έθιμο, περιορίζονται οι αρμοδιότητες μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης. Ωστόσο η συγκεκριμένη επιλογή έγινε από την κυβέρνηση, στις 31 Μαΐου, σε χρόνο που δεν ήταν «υπηρεσιακή», αφού οι εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν είχαν ούτε καν ακόμη προκηρυχθεί. Συνεπώς και υπό αυτό το πρίσμα η συγκεκριμένη επιλογή δεν έχει συνταγματικό κώλυμα.

Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως έγκριτος νομικός θα διασφαλίσει την εφαρμογή του Συντάγματος και θα προστατεύσει το κύρος της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, συναινώντας και υπογράφοντας την έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων, που αφορούν την επιλογή δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και που συγκέντρωσαν ευρύτερη συναίνεση κατά τη φάση της προεπιλογής από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, όπως άλλωστε έπραξε και στην περίπτωση της αλλαγής του Ποινικού και Κώδικα Ποινικής δικονομίας με την κύρωση του Ν. 4619/2019 ΦΕΚ Α’ 95 (11.06.2019) – Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, που επίσης ψηφίστηκε σε χρόνο που είχαν προκηρυχθεί οι εθνικές εκλογές.

*Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι, δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω, ιδρυτικό μέλος του σωματείου «Δικηγόροι για την Ειρήνη τη Δημοκρατία και τη Συνεννόηση στα Βαλκάνια», μέλος της Δημοτικής παράταξης «Θεσσαλονίκη Μαζί»