Νίκος Μπελογιάννης: Όταν ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα

Φαντάζομαι τέτοια μέρα, τέτοιες ώρες, στο μακρινό 1952, η καρδιά του Νίκου Μπελογιάννη θα χτυπούσε δυνατά. Κάθε άνθρωπος μπρος στο θάνατο νιώθει την καρδιά του να θέλει να φύγει απ’ το κορμί μια ώρα αρχύτερα. Φοβάται ο άνθρωπος, ευτυχώς. Του το ζητά η ομοιοστασία του.

Ο ήρωας ξεπερνά το θάνατο, επίσης ευτυχώς. Του το ζητά η λαϊκή συνείδηση, η ιστορία, το χθες, το αύριο. Αυτό που κάνει ήρωα το Νίκο Μπελογιάννη, τον κάθε Νίκο Μπελογιάννη της ένδοξης γενιάς των κομμουνιστών στα δύσκολα χρόνια που διαδέχτηκαν τον εμφύλιο, είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον κάθε ήρωα ως μορφή της ιστορικής πορείας των υποκειμένων: Η υπέρβαση όλων εκείνων των φόβων που διαφεντεύουν την ανθρώπινη υπόσταση.

Στα χρόνια που η άρνηση δήλωσης μετάνοιας ισοδυναμούσε με θάνατο, τα γνήσια τέκνα της ΕΑΜικής αντίστασης, οι μαχητές του Φαρδύκαμπου, του Γοργοπόταμου, του Μακρυγιάννη και του Γράμμου πέταξαν το μολύβι στα μούτρα των πρώην ταγματασφαλιτών και μετέπειτα συνεργατών των Άγγλων και των Αμερικάνων και προτίμησαν το μοναχικό δρόμο προς την αιωνιότητα, που, και αυτή, στη λαική συνείδηση φωλιάζει. Άλλωστε τα γραπτά και οι εικόνες μήτε θυμούνται, μήτε κρίνουν. Απλώς καταγράφουν.

Το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Σχεδιασμένο σε όλες του τις λεπτομέρειες από τους Αμερικανούς που είχαν τον πρώτο λόγο στα πράγματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και με μοναδική βαρβαρότητα εκτελεσμένο έξω από κάθε ηθική, όσο μπορούμε να μιλάμε για ηθική σε μια εποχή παράνομων στη συνείδηση του λαού στρατοδικείων. Κυριακή δεν εκτελούσαν μελλοθανάτους ούτε οι Γερμανοί στην Κατοχή. Τον Μπελογιάννη όμως, Κυριακή τον εκτέλεσαν.

Στις 30 Μάρτη του 1952, στις 4.10′ το πρωί, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο στην ψυχή και όχι μόνο στο χέρι, στάθηκε με τους συντρόφους του Μπάτση, Καλούμενο και Αργυριάδη μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα αρνούμενος το μαντήλι στα μάτια. Γιατί, πολύ απλά, έτσι είναι οι γενναίοι. Έτσι είναι οι ήρωες.

Η πρώτη σύλληψη

Από μικρή ηλικία εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ και το 1934 στο ΚΚΕ. Την ίδια κιόλας χρονιά συλλαμβάνεται για πρώτη φορά ενώ το 1936 θα καταδικαστεί ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση για συμμετοχή σε αγροτικές κινητοποιήσεις. Λίγους μήνες μετά θα συλληφθεί και θα εκτοπιστεί στην Ίο. Τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους θα πάρει χάρη για να στρατευθεί. Η δικτατορία του Μεταξά τον βρίσκει λοιπόν στρατιώτη. Και εκεί ο Νίκος Μπελογιάννης θα αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση και με την κατηγορία της κομμουνιστικής δραστηριότητας θα καταδικαστεί σε 6 μήνες εξορία. Μετά τη λήξη της εξορίας ο Μπελογιάννης θα μπει πιο ενεργά στην παράνομη κομματική δουλειά σε συνθήκες σκληρές και απάνθρωπες, ωστόσο τον Μάιο του 1938 συλλαμβάνεται εκ νέου και καταδικάζεται σε 5 χρόνια φυλάκιση. Ο πόλεμος του 1940 τον βρήκε έγκλειστο στην Ακροναυπλία απ’ όπου μαζί με τους 600 συγκρατούμενούς του κομμουνιστές ζήτησε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου, αλλά η μεταξική κυβέρνηση το αρνήθηκε. Αντί αυτού τον Απρίλιο του 1941, οι αρχές τον παρέδωσαν στις γερμανικές αρχές Κατοχής μαζί με τους άλλους κομμουνιστές κρατουμένους. Η Κατοχή λοιπόν θα έρθει και θα βρει τον Νίκο Μπελογιάννη στις φυλακές τις Αίγινας. Αργότερα θα μεταφερθεί εκ νέου στην Ακροναυπλιά. Βαριά άρρωστος θα μεταφερθεί στο Χαιδάρι και μετά στο Σωτηρία. Εκεί το 1943 θα αποδράσει από το νοσοκομείο και θα στελεχωθεί στο ΕΑΜ Πελοποννήσου. Εκεί τίθεται υπεύθυνος του εντύπου “Ελεύθερος Μοριάς” και αργότερα του εντύπου “Ελεύθερη Αχαΐα” με το ψευδώνυμο Πέτρος Φλογαΐτης. Όταν ο Άρης Βελουχιώτης την άνοιξη του 1944 πήγε στην Πελοπόννησο, ο Μπελογιάννης ήταν από τους στενούς του συνεργάτες. Στον εμφύλιο, ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν πολιτικός επίτροπος μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Παράλληλα με την καθοδηγητική του δουλειά, έγραψε άρθρα και μελέτες που αφορούσαν στην ελληνική ιστορία και στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Στις σκληρές μάχες του Γράμμου το 1948 θα τραυματιστεί στο χέρι. Οι ηττημένες ομάδες των κομμουνιστών παίρνουν το δρόμο προς την ανατολική Ευρώπη. Έτσι και ο Μπελογιάννης θα θα βρεθεί με άλλους πολιτικούς πρόσφυγες του ΔΣΕ, στο Μπουλκές.

Μετά την ήττα του ΔΣΕ στο Γράμμο και το Βίτσι, τον Αύγουστο του ’49, το ΚΚΕ μετέφερε το κέντρο βάρους της δουλειάς του από τον ένοπλο αγώνα στην ειρηνική μαζική πολιτική δράση. «Η ήττα μας στη μάχη Βίτσι – Γράμμου τον Αύγουστο του 1949 – υπογραμμιζόταν στην Πολιτική Απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος, που έγινε τον Οκτώβρη του ίδιου έτους- σημειώνει μια αλλαγή στην κατάσταση. Αυτό επιβάλλει μια αλλαγή και στην πολιτική μας γραμμή. Η τακτική της συνέχισης οπωσδήποτε του ένοπλου αγώνα, που εκφράζει ένα μικροαστικό πνεύμα απελπισίας και έλλειψη προοπτικής, θα ‘δινε τη δυνατότητα στον αντίπαλο να καταφέρει συντριπτικό χτύπημα εναντίον των αγωνιστών και στελεχών του λαϊκού κινήματος». Πώς όμως θα δούλευε το Κόμμα στο εξής, αφού χιλιάδες μέλη και στελέχη του είχαν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς ή βρίσκονταν στις φυλακές και τις εξορίες, ενώ το ίδιο σαν σύνολο αντιμετώπιζε το καθεστώς της πιο άγριας παρανομίας; Στην ίδια απόφαση γινόταν εξονυχιστικά λόγος για το συνδυασμό παράνομης και νόμιμης δουλειάς, για τη δημιουργία ενός γερού παράνομου κομματικού μηχανισμού και για την αξιοποίηση όλων των νόμιμων δυνατοτήτων που υπήρχαν, ενώ υπογραμμιζόταν με έμφαση: «Χωρίς αναβολή το Κόμμα πρέπει να προετοιμάσει και να στείλει στις μεγάλες πόλεις ολόκληρη σειρά κομματικά στελέχη για το δυνάμωμα και την αναδιοργάνωση των τοπικών οργανώσεων και για την εξασφάλιση της εφαρμογής της καινούριας γραμμής». Την ίδια στιγμή, ο ραδιοφωνικός σταθμός Ελεύθερη Ελλάδα που εκπέμπει από το Βουκουρέστι καλεί διαρκώς τις οργανώσεις να απομονώσουν τους χαφιέδες. Στο πλαίσιο αυτών των αποφάσεων – αλλά και των αναγκών που αντικειμενικά υπήρχαν να συνεχίσει το κόμμα να υπάρχει και να δρα – οργανώθηκε και η αποστολή του Ν. Μπελογιάννη στην Ελλάδα.

Ο Ν. Μπελογιάννης , αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, έφτασε παράνομα στην Αθήνα δέκα περίπου μήνες μετά τη λήξη του εμφυλίου, στις αρχές Ιούνη του 1950, με αποστολή την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων και την ανάπτυξη της παράνομης δουλειάς του Κόμματος. «Ξεκαθαρίζω και ανασυγκροτώ αυτό που υπάρχει – έγραφε σ’ ένα από τα πρώτα τηλεγραφήματα που έστειλε στην ηγεσία του Κόμματος στο εξωτερικό- και προσπαθώ να χτίσω άλλο παράλληλα. Δυνατότητες πολλές, προοπτική μου αισιόδοξη». Δυστυχώς όμως πολύ γρήγορα οι διωκτικές αρχές του μετεμφυλιακού καθεστώτος μπήκαν στα ίχνη του και τον συνέλαβαν στις 20 Δεκεμβρίου. Έτσι, στις 21 Δεκεμβρίου ο Μπελογιάννης δεν εμφανίζεται στο προσυμφωνημένο ραντεβού που είχε με την γυναίκα και συντρόφισσα του Έλλη Παππά. Η ίδια θα μεταβεί την επόμενη σε ένα δεύτερο ραντεβού που είχε με έναν σύντροφο του κομματικού μηχανισμού με το όνομα Στάθης Δομάζος. Το ραντεβού είναι στην γιάφκα του κόμματος στην οδό Πλαπούτα. Εκεί δεν θα βρει κανέναν. Όμως τα όργανα της Ασφάλειας που έχουν ήδη συλλάβει τον Μπελογιάννη και τον Δομάζο την παρακολουθούν και την συλλαμβάνουν μία μέρα αργότερα.

Από την ημέρα της σύλληψής τους τα μέλη του ΚΚΕ βρίσκονται κλεισμένα στα μπουντρούμια της ειδικής ασφάλειας σε απόλυτη απομόνωση και δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Το κελί της Παππά κρατείται σκοτεινό διαρκώς ενώ αυτό του Μπελογιάννη φωτίζεται διαρκώς ώστε ο κρατούμενος να μην μπορεί να κοιμηθεί. Η επικοινωνία του ζευγαριού γίνεται μέσω σκουπιδιών και κουρελιών.

Η Ασφάλεια έδωσε στη δημοσιότητα το γεγονός μισό μήνα αργότερα, στις 5 Γενάρη 1951. Μια μέρα πριν, με απόφαση του συμβουλίου Εφετών κλείνει ο «Δημοκρατικός», η πρώτη νόμιμη αριστερή εφημερίδα που βγήκε μετά τον εμφύλιο, με την αμέριστη στήριξη του ΚΚΕ για να καλύψει το κενό της έλλειψης νόμιμου κομματικού Τύπου. Τις επόμενες ημέρες ανακοινώθηκαν οι συλλήψεις και άλλων κομμουνιστών, ενώ το όλο θέμα παρουσιάστηκε ως μεγάλη επιτυχία των υπηρεσιών δίωξης του κομμουνισμού. Δε χωράει αμφιβολία πως ήταν. Ετσι λίγους μήνες αργότερα οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη δίκη του Ν. Μπελογιάννη και 92 ακόμη συντρόφων του.

Η δίκη

Η δίκη άρχισε, στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών, στις 19 Οκτώβρη 1951 και ολοκληρώθηκε στις 16 Νοέμβρη του ιδίου έτους. Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν την κατηγορία ότι παραβίασαν τον Α.Ν. 509, το νόμο δηλαδή με τον οποίο βγήκε, και τυπικά, παράνομο το ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1947. Γινόταν, συνεπώς, φανερό πως επρόκειτο για μια πολιτική δίκη και πως οι κατηγορούμενοι δικάζονταν για τις πεποιθήσεις τους και μόνο γι’ αυτές.

Η σύνθεση του δικαστηρίου έχει ήδη προεπιλεγεί από την παραστρατιωτική οργάνωση ΙΔΕΑ. Η τραγωδία της ελληνικής ιστορίας είναι πως ένας απο τους στρατοδίκες του Μπελογιάννη είναι ο πρώην Ταγματασφαλίτης και μετέπειτα μέλος της Οργάνωσης Χ του Γρίβα και μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Συγκατηγορούμενοι του Μπελογιάννη είναι μεταξύ άλλων, η Έλλη Παππά, ο Τάκης Λαζαρίδης, ο Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και ο Χαρίλαος Τουλιάτος.

Το ότι η δίκη ήταν σκηνοθετημένη, εξυπηρετούσε τις πολιτικές σκοπιμότητες του μετεμφυλιακού καθεστώτος και βασιζόταν σε προειλημμένες αποφάσεις, σήμερα δεν υπάρχει κανείς που να το αμφισβητεί. Διχογνωμία υπάρχει, όσον αφορά στο βαθμό εμπλοκής σ’ αυτήν τη σκηνοθεσία της τότε κυβέρνησης του Κέντρου υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα. Ορισμένοι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την υπόθεση Μπελογιάννη, στην προσπάθειά τους να μετριάσουν ή ακόμη και να εξαφανίσουν τις ευθύνες που είχε η κυβέρνηση Πλαστήρα, θέλησαν να εμφανίσουν τη δίκη ως δημιούργημα μόνο της παραστρατιωτικής και αμερικανοκίνητης οργάνωσης του ΙΔΕΑ, προσπαθώντας, με αυτόν τον τρόπο, να ρίξουν το σύνολο των ευθυνών για τη διεξαγωγή της στο παρακράτος και στον ξένο παράγοντα.

«Η παρουσία του Γ. Παπαδόπουλου στα μέλη του Στρατοδικείου – γράφει ο Παρασκευόπουλος – δημιουργεί σήμερα την υπόνοια ότι η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν επιλεγμένη από την ηγεσία του ΙΔΕΑ. Κι όπως θα φανεί πιο κάτω, αυτό δεν έγινε για να εξασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή ποινή… Η σύνθεση του δικαστηρίου έχει σχέση με τη μάχη που θα δοθεί για την αναβολή της δίκης», που, σύμφωνα με τη γνώμη του συγγραφέα, επιδίωκε τάχα η κυβέρνηση Πλαστήρα, ενώ ήθελε να αποτρέψει ο ΙΔΕΑ και όσοι βρίσκονταν πίσω από αυτόν. Με τον Παρασκευόπουλο συμφωνεί και ο Τάσος Βουρνάς. Εχουν, όμως, βάση αλήθειας αυτοί οι ισχυρισμοί; Ανεξαρτήτως του ρόλου που έπαιζαν ο ΙΔΕΑ και οι αμερικάνοι – που ήταν ρόλος πρωταγωνιστικός – η ιστορική αλήθεια για τις προθέσεις της κυβέρνησης Πλαστήρα είναι εντελώς διαφορετική, απ’ ό,τι την παρουσιάζουν οι προαναφερόμενοι ιστοριογράφοι.

Ο τότε υπουργός Εθνικής Αμυνας, ναύαρχος Σακελλαρίου, είχε παραδεχτεί στη Βουλή πως η κυβέρνηση Πλαστήρα επιδίωξε μια διακοπή της δίκης για λόγους σκοπιμότητας και όχι από δημοκρατισμό ή γιατί έτρεφε αισθήματα συμπάθειας προς τους κατηγορούμενους. «Επειδή η εθνική αντιπροσωπεία μας η ευρισκόμενη τότε εις Ουάσιγκτον – είχε πει ο Σακελλαρίου – θα υφίστατο ίσως την επίθεση του σλαβικού μπλοκ, διότι μετά την πάροδον δύο ετών από την καταστολήν της ανταρσίας εξακολουθούμε να έχουμε λειτουργούντα τα έκτακτα στρατοδικεία, η κυβέρνησις εξέφρασε την επιθυμίαν, προς αποφυγήν της επιθέσεως αυτής, εάν υπήρχε δυνατότης να διακοπή η δίκη αυτή». Η δήλωση αυτή δεν επιδέχεται παρερμηνείες, όσον αφορά στις προθέσεις της κυβέρνησης Πλαστήρα σχετικά με τη δίκη. Υπάρχουν, όμως, επιπλέον στοιχεία, που φανερώνουν ότι η κυβέρνηση εκείνη υπήρξε ένας από τους βασικούς σκηνοθέτες της αντικομμουνιστικής αυτής δικαστικής δίωξης. Το βασικότερο απ’ όλα αφορά στην επιλογή του προέδρου του δικαστηρίου αντισυνταγματάρχη Σταυρόπουλου.

Ο Σταυρόπουλος είχε μπει σε αυτεπάγγελτο αποστρατεία από τον Αύγουστο του 1951 με Βασιλικό Διάταγμα της 28/8/1951. Ετσι, δεν μπορούσε να τεθεί επικεφαλής του δικαστηρίου, ούτε καν να συμμετάσχει στη σύνθεσή του. Η κυβέρνηση Πλαστήρα όμως, είτε γιατί η ίδια το επιθυμούσε είτε γιατί εκτελούσε πειθήνια τις εντολές άλλων, ξανάφερε τον Σταυρόπουλο στην ενεργό δράση, με διάταγμα της 29/10/1951 που δημοσιεύτηκε τρεις ημέρες αργότερα, και τον έβαλε να προΐσταται του δικαστηρίου. Αυτός όμως, ως πρόεδρος του έκτακτου στρατοδικείου, είχε αρχίζει να δικάζει τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του ήδη από τις 19 Οκτωβρίου, όταν ήταν ακόμη εκτός υπηρεσίας, δηλαδή δέκα ημέρες πριν επανέλθει στην ενεργό δράση. Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό, τόσο για τις ευθύνες της κυβέρνησης Πλαστήρα, όσο και για την ποιότητα της δίκης.

Η απολογία

Παρά τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις του καθεστώτος, στη δίκη, οι όροι αντιστράφηκαν και οι κατηγορούμενοι έγιναν κατήγοροι του απάνθρωπου μετεμφυλιακού καθεστώτος. Ξεχωριστή στιγμή, η ώρα της απολογίας του Ν. Μπελογιάννη. «Πολλοί απ’ τους συγκατηγορούμενούς μου – είπε – εξέφρασαν την απορία γιατί βρίσκονται εδώ. Εγώ τέτοια απορία δεν εκφράζω. Είμαι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το κόμμα μου παλεύει και χαράζει το δρόμο της Ειρήνης, της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας. Στο πρόσωπό μου δικάζεται η πολιτική του ΚΚΕ». Η απολογία εξελίχθηκε σε ποταμό, που δεν άφησε τίποτα στο πέρασμά του από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα του καθεστώτος. Εντυπωσιακό, μάλιστα, ήταν το σημείο εκείνο της απολογίας, όπου ο Μπελογιάννης συνέτριψε όλο το προπαγανδιστικό οικοδόμημα περί ξενοκίνητου ΚΚΕ. “Ποιος ξένος πράκτορας δίνει με τέτοια απλοχεριά τη ζωή του, όπως τη δίνουν χιλιάδες κομμουνιστές;, θα πει “Οι θυσίες αυτές μόνο με τις θυσίες των πρώτων χριστιανών μπορεί να συγκριθούν. Αλλά και πάλι υπάρχει μια διαφορά, ότι ενώ οι χριστιανοί δέχονταν το μαρτύριο και το θάνατο, ελπίζοντας να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών, οι κομμουνιστές δίνουν τη ζωή τους μην ελπίζοντας σε τίποτα. Τη δίνουν για ν’ ανατείλει στην ανθρωπότητα ένα καλύτερο, ευτυχισμένο αύριο, που αυτοί δε θα το ζήσουν”. Ένα αύριο στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων.

Οπως ήταν φυσικό, η απολογία του Μπελογιάννη εξόργισε το κατεστημένο και πρώτα απ’ όλους τους εντολοδόχους του δικαστές. Το σχόλιο του προέδρου του δικαστηρίου με το τέλος της απολογίας ήταν μη αναμενόμενο, μα πάνω απ’ όλα αποκαλυπτικό. «Το δικαστήριο τούτο – είπε απευθυνόμενος στον κομμουνιστή ηγέτη – θα προχωρήση και θα εκδώση απόφασιν τέτοια, που θα αποτελέση μάθημα δι’ εκείνους, οι οποίοι εδοκίμασαν να σε προστατεύσουν, οσονδήποτε ψηλά και αν ευρίσκωνται ούτοι». Ετσι και έγινε. Στις 16 Νοεμβρίου 1951, στις 3 το πρωί, το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του. Δώδεκα από τους κατηγορουμένους καταδικάζονταν σε θάνατο. Ηταν ο Ν. Μπελογιάννης, η Ε. Ιωαννίδου, ο Στ. Γραμμένος, ο Δ. Καλοφωλιάς, η Θ. Γεωργιάδου, η Αφρ. Μανιάτη, ο Αθ. Κανελλόπουλος, ο Δ. Κανελλόπουλος, ο Π. Παπανικολάου, ο Στ. Δρομάζος, η Καλ. Παπαδοπούλου και η Λ. Κόττου. Ακόμη, άλλοι 15 κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές, που κυμαίνονταν από ισόβια δεσμά έως και τριετή φυλάκιση με αναστολή. Οι θανατικές, βέβαια, καταδίκες δεν εκτελέστηκαν. Ηταν καταδίκες που στηρίζονταν στον Α.Ν. 509 και αφορούσαν αποκλειστικά στις πολιτικές πεποιθήσεις των καταδικασμένων. Το καθεστώς ήθελε να αποφύγει μια διεθνή καταδίκη για διάπραξη πολιτικών εγκλημάτων. Ηθελε, όμως, να σπείρει και την τρομοκρατία με τις κάννες των όπλων του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ετσι, κατασκευάστηκε μια δεύτερη δίκη, όπου ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του σύρθηκαν να δικαστούν με την αισχρή κατηγορία του κατασκόπου.

Έτσι ο Μπελογιάννης μεταφέρεται στην Κέρκυρα όπου θα ολοκληρώσει την μελέτη που είχε ξεκινήσει να συγγράφει στην απομόνωση της ασφάλειας με τίτλο: “Οι ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας”. Μερικές μέρες μετά θα ανακαλυφθούν στην Γλυφάδα και την Καλλιθέα ασύρματοι σε γιάφκα του ΚΚΕ από τους οποίους τα μέλη στην Ελλάδα έρχονταν σε επαφή με μέλη στο εξωτερικό. Η ανακάλυψη αυτή θα δώσει νέα τροπή στην υπόθεση Μπελογιάννη. Στα τέλη του Ιανουαρίου του 1952, ο Μπελογιάννης μεταφέρεται ξανά στην γενική ασφάλεια στην Αθήνα. Ο γενικός διευθυντής της ασφάλειας Πανόπουλος θα καλέσει τον Μπελογιάννη στο γραφείο του και θα του πει: ” Για την δική σου αξιοπρέπεια και την δική μας, δεν σου ζητάμε δήλωση. Σου ζητάμε μόνο να προσχωρήσεις σε εμάς και αύριο θα γίνεις και υπουργός!” Στην συνέχεια του υπογραμμίζει οτι δεν θέλει να του αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα. Ο Μπελογιάννης φυσικά αρνείται με χαμόγελο.

Στις 15 Φεβρουαρίου, ο Νίκος Μπελογιάννης θα παραπεμφθεί εκ νέου σε δίκη, μαζί με ακόμα 28 συντρόφους του για κατασκοπία, με βάση τον νόμο 375 του 1936. Η βάση της κατηγορίας είναι οι ασύρματοι που έχουν βρεθεί. Ο υπεύθυνος των ασυρμάτων Ν. Βαβούδης αυτοκτονεί σε κρύπτη του σπιτιού του Νίκου Καλούμενου στην οδό Λυκούργου 13 στην Καλλιθέα. Ο Βαβούδης είχε πολλές φορές δηλώσει ότι δεν θα έπεφτε ποτέ ζωντανός στα χέρια του εχθρού. Ο Νίκος Μπελογιάννης στην νέα δίκη του θα αντικρούσει με πυγμή όλες τις κατηγορίες. Μιλάει για δίκες σκοπιμότητας, που έχουν ως απότερο στόχο, την συντήρηση του κλίματος ανωμαλίας στην χώρα. Αργότερα θα τονίσει υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, τους αγώνες του ΚΚΕ για την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας.

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω». Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο όδευε με περηφάνια προς το θάνατο.

Η επιστολή Πλουμπίδη

Με την ανακοίνωση της απόφασης εκτέλεσης του Μπελογιάννη και των συντρόφων του και στον τύπο ο Νίκος Πλουμπίδης, υπεύθυνος τότε του ΚΚΕ Αθήνας, στέλνει επιστολή με τα αποτυπώματά του στην Ασφάλεια Αθηνών, λέγοντας ότι δεν έχει καμία σχέση ο Μπελογιάννης με τους ασύρματους του ΚΚΕ αλλά όλη η ευθύνη βαραίνει εκείνον. Ο Πλουμπίδης όντας φυματικός και με λίγους μήνες ζωής ακόμα, προβαίνει στον ύψιστο ηρωισμό να δώσει την ζωή του για να σώσει αυτή του συντρόφου του Νίκου Μπελογιάννη. Παρόλα αυτά η επιστολή γράφει ότι ο ίδιος είναι η κεφαλή του παράνομου κομματικού μηχανισμού που επιχειρεί να στήσει το ΚΚΕ στην Ελλάδα, αποκαλύπτοντας έτσι αυτά που ως τότε η ασφάλεια μόνο υπέθετε… Για τον λόγο αυτό, η ΚΕ του ΚΚΕ θα τον κατηγορήσει για χαφιεδισμό και θα τον διαγράψει. ( Η αποκατάστασή του έγινε 2 χρόνια μετά όταν εξακριβώθηκαν οι προθέσεις του). Λίγο μετά θα συλληφθεί και ο Πλουμπίδης.

Μετά την ανακοίνωση του στρατοδικείου ο Μπελογιάννης και η Παππά δεν προχωρούν σε αίτηση αναψηλάφησης της δίκης. Παγκοσμίως οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης είναι καταιγιστικές. Οι κρατούμενοι κρατιούνται σε διαφορετικά κελιά και το ζευγάρι Μπελογιάννη- Παππά δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλο. Όμως τα βράδια συζητάνε και πειράζονται μέσω της ηχώ του διαδρόμου που συνέδεε τα κελιά τους.

Η εκτέλεση

Στις 29 Μαρτίου του 52, οι κρατούμενοι έπεσαν να κοιμηθούν. Κοιμόντουσαν με τα ρούχα συνήθως αφού από στιγμή σε στιγμή ανέμεναν τον θάνατο. Όμως τώρα ήταν Σάββατο και γνώριζαν καλά ότι Κυριακή δεν γίνονταν εκτελέσεις. Ποτέ. Οι οργανωτές της δίκης όμως και κατ’επέκταση της εκτέλεσης του Μπελογιάννη. Πρέπει να τους σκοτώσουν Κυριακή και μάλιστα πριν φέξει ο ήλιος γιατί θέλουν να προλάβουν την επίδοση χάριτος. Κατά τις 2:30 ξημέρωμα Κυριακής 30 Μαρτίου το κρατητήριο φωτίζεται. Ο Μπελογιάννης πετιέται όρθιος. Ένας φύλακας του ανοίγει την πόρτα, ο Μπελογιάννης τον ρωτά: “Πάμε για καθαρό αέρα;” “Ναι Νίκο, πάτε για εκτέλεση..”

Πρώτος βγαίνει ο Μπελογιάννης, μετά ο Μπάτσης. Του Λαζαρίδη του είπαν: “Εσύ κάτσε”. Από τους 8 καταδικασμένους σε θάνατο πήραν μόνο τους Νίκο Μπελογιάννη, Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο και τον Δημήτρη Μπάτση. Τον Λαζαρίδη τον άφησαν λόγω ηλικίας και την Έλλη Παππά, παρά το ότι είχε ζητήσει να μην εξαιρεθεί και να πεθάνει με τον Μπελογιάννη, την άφησαν λόγω της προχωρημένης της εγκυμοσύνη.

Στις 3:48, η κλούβα με την φάλαγγα αυτοκινήτων που μεταφέρει τους μελλοθάνατους, φθάνει στο Γουδί πίσω από το Σωτηρία. Στις 4 όλοι βρίσκονται στις θέσεις τους. Εικοσιτέσσερις κάννες σημαδεύουν τέσσερα κορμιά που μέσα τους χωρά όλη η δύναμη και η αξιοπρέπεια ενός λαού. Τέσσερα κορμιά, με μπόι ίσαμε τα όνειρά μας…. Ζει ο Μπελογιάννης; Ζει μες στην καρδιά μας, ζει πανω στις κορφές, ζει και είναι κοντά μας, ζει στον τραγουδιών τις λεύτερες στροφές….