Ο εφήμερος τουρισμός της Θεσσαλονίκης

Με αφορμή το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου θα ήθελα να προχωρήσω σε  επισκόπηση του τουρισμού της Θεσσαλονίκης. Τα τελευταία τρία χρόνια εύκολα μπορεί να παρατηρηθεί ένας παροξυσμός ανέγερσης ξενοδοχείων και πολυτελών δωματίων στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο κέντρο αυτής. Η αύξηση του τουρισμού κατά τη διάρκεια των θητειών του κ. Γιάννη Μπουτάρη είναι αξιοπρόσεκτη με τις ομολογουμένως αρκετές επιτυχημένες πρωτοβουλίες του. Οι τουρίστες πληθαίνουν χρόνο με το χρόνο, βάση στατιστικών, αλλά το ζητούμενο είναι η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει το δικό της τουριστικό κοινό και να εδραιωθεί ως ένας αυτοτελής τουριστικός προορισμός και όχι ως ένας ενδιάμεσος σταθμόs (για ένα/ δύο βράδια) σε ένα πολυήμερο ταξίδι στην Ελλάδα.

Του Γιάννη Αργυριάδη*

Η προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού είναι η λήψη κάποιων στοιχειωδών μέτρων (πρόληψη/συντήρηση) από την πλευρά της τοπικής αυτοδιοίκησης καθώς μόνο η ανέγερση των ξενοδοχείων και των διαμερισμάτων δεν αρκεί! Τα μέτρα όμως αυτά δεν λήφθηκαν ποτέ. Εξάλλου, η πρόληψη  ήταν και είναι μέτρο το οποίο δεν είναι στις προτεραιότητες της σημερινής αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά, απόρροια της αμέλειας αυτής, είναι η απογοητευτική εικόνα των περιβάλλοντων χώρων ιστορικών  μνημείων όπως το Γαλεριανό Συγκρότημα, η Ρωμαϊκή Αγορά, το Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομίας (όπως έχει χαρακτηριστεί) ο ναός της Αγίας Σοφίας, τα οποία υπολειτουργούν και έχουν βανδαλιστεί ποικιλοτρόπως είτε με μουτζούρες είτε με σκουπίδια, καθώς και η ισοπεδωτική παραμέληση της Νέας παραλίας.

Eίναι κοινά παραδεκτό ότι το κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι μία μικρογραφία ενός υπαίθριου αναξιοποίητου μουσείου το οποίο είναι μονίμως κλειστό για το κοινό και ανοιχτό γι’ αυτούς που τους αρέσει να βανδαλίζουν. Ήδη η απαξίωση της πολιτισμικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης έχει επέλθει και αυτό αποτυπώνεται στη μνήμη των τουριστών. Η ανάδειξη της βυζαντινής και ρωμαϊκής κληρονομίας είναι σχεδόν μηδαμινή αναλογικά με το μέγεθος αυτής και με το πόσο προικισμένη είναι η Θεσσαλονίκη. Εντούτοις, την υλοποίηση δεδομένων ενεργειών από τους αρμόδιους φορείς, στην προκείμενη η πρόληψη και η συντήρηση, την έχουμε αναγάγει ως επίτευγμα το οποίο θα χαρακτηρίσει την πόλη από υποανάπτυκτη σε σύγχρονη και αναπτυγμένη. Άλλωστε, είναι περιττή η επιβράβευση για τα αυτονόητα.

Επειδή μια πόλη είναι οι πολίτες της είναι αναπόφευκτο να μην επιρριφθούν ευθύνες και σε αυτούς, καθώς αποδεικνύουν ανερυθρίαστα  την έλλειψη σεβασμού και παιδείας σε καθημερινή βάση. Το ανησυχητικότερο όλων, η παθητική στάση των περισσότερων πολιτών, απέναντι στην παρακμή του ιστορικού κέντρου της πόλης, η οποία έχει συμβάλει στην γενικότερη κατάσταση αφού ελάχιστοι είναι αυτοί που δραστηριοποιούνται ώστε να διασωθεί. Πλέον, η εικόνα του κέντρου είναι βρώμικη και αποκαρδιωτική, έχοντας ως μοναδικό χαρακτηριστικό όπως συνηθίζεται να  λέγεται  «ότι είναι δίπλα σε όλα»  και  μην έχοντας  να σου προσφέρει κάτι περισσότερο ώστε να είναι αξιομνημόνευτο για τους τουρίστες.

Με αυτή την επικρατούσα κατάσταση πόσες είναι οι πιθανότητες οι τουρίστες που έρχονται να ξανά προτιμήσουν την πόλη και πόσες είναι οι πιθανότητες να την συστήσουν παρά μόνο ως ένα ενδιάμεσο σταθμό (για ένα/ δύο βράδια) σε ένα πολυήμερο ταξίδι στην Ελλάδα; Η Θεσσαλονίκη πληρεί όλες τις προϋποθέσεις να είναι από τους πιο περιζήτητους τόπους στα Βαλκάνια καθώς συνδυάζει πολιτισμική ιστορία, παλιά πόλη, θάλασσα και βουνό. Αναμφισβήτητα, ένα από αυτά που χρεώνεται ο κ. Γιάννης Μπουτάρης είναι η άνω κατάσταση καθώς δεν εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που ο ίδιος δημιούργησε. Ενδεχομένως ο τουρισμός να αυξηθεί ακόμη περισσότερο εξαιτίας του αλλά ο ίδιος διάλεξε να καθιερώσει την πόλη ως ένα προορισμό ο οποίος δεν θα σου προσφέρει κάτι το ξεχωριστό, με συνέπεια να δημιουργήσει ένα ιδιότυπο εφήμερο τουρισμό. Ο εφήμερος τουρισμός παγιώθηκε και αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές θα έχει ημερομηνία λήξης και αυτός.

*Ο Γιάννης Αργυριάδης είναι δικηγόρος και πολιτικός επιστήμονας