Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη

Στις 9 του Μάη του 1936 ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς έδωσε διαταγή για μεταφορά ενός συντάγματος στρατού από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και για την πλεύση στο λιμάνι της πόλης μιας  μοίρας του στόλου.

Στόχος η καταστολή με κάθε τρόπο της απεργίας των εργατών. Τα λόγια του Mεταξά, όπως σώζονται στο προσωπικό του ημερολόγιο δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το τι θα συμβεί: «Κατέστη φανερόν, ότι οι σκοποί οι επιδιωκόμενοι από τους διευθύνοντας την απεργιακήν κίνησιν είναι πολιτικοί, ανατρεπτικοί. Αν ήσαν οικονομικοί θα εδέχοντο οι ιθύνοντες τας δύο εργατικάς ομοσπονδίας την λύσιν, την οποίαν η κυβέρνησις επέβαλε εις τους καπνεμπόρους, και η οποία όχι μόνον καθορίζει κατώτατον ημερομίσθιον 90 δραχμών, αλλά προβλέπει και περί μέσου ημερομισθίου 100 περίπου δραχμών… Η κυβέρνησις δε θα εμποδίση βεβαίως το δικαίωμα της απεργίας από εκείνους οι οποίοι το έχουν, αλλά δε θα επιτρέψη διατάρραξιν της τάξεως. Οσοι το επιχειρήσουν, θα συναντήσουν το κράτος του νόμου».

Μόνο που, το πόσο σεβόταν το δικαίωμα της απεργίας ο Μεταξάς αλλά και τι εσήμαινε το κράτος του νόμου, οι εργάτες της Θεσσαλονίκης το ένιωσαν στο πετσί τους εκείνες τις μέρες. Το διαπίστωσε επίσης ολόκληρος ο ελληνικός λαός λίγους μήνες αργότερα, όταν επιβλήθηκε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου με ηγέτη, αυτόν, τον Ιωάννη Μεταξά. Στο Μάη του 36 στη Θεσσαλονίκη αντάμωσαν όλοι. Όλοι όσοι διεκδικούσαν ένα καλύτερο αύριο. Οι καπνεργάτες, οι εργάτες άλλων κλάδων, οι νοικοκυρές, οι φοιτητές, οι μαθητές. Στον Μάη του 36, για πρώτη φορά ίσως στη χώρα μας, η εξουσία βρέθηκε στους δρόμους. Και η Θεσσαλονίκη, έγινε μάρτυρας μιας σφαγής που μέσα από το ίδιο της το αίμα, έστειλε το μήνυμα για νέους αγώνες.

Το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται ο Μαης του 36 στη Θεσσαλονίκη

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30, στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από οξύτατες κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που τελική κατάληξη θα έχουν την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας. Προς αυτή την κατεύθυνση ευνοούσε, όπως πάντα γίνεται πριν την άνοδο του φασισμού, η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού 1929 – 1933, η χρεοκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού, η κυριαρχία δηλαδή των πιο αντιδραστικών τμημάτων της χρηματιστικής ολιγαρχίας .  Στη χώρα μας, και πριν ο Μεταξάς εγκαθιδρύσει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η Ελλάδα γνώρισε σημαντικές αλλά αποτυχημένες απόπειρες επιβολής δικτατορικού καθεστώτος από τον χώρο του Κέντρου (Κίνημα Πλαστήρα το 1933, το Κίνημα των Βενιζελικών της 1ης Μάρτη 1935), ενώ ο άλλος πόλος του αστικού πολιτικού κόσμου, η λεγόμενη δεξιά και ακροδεξιά δουλεύοντας πιο μεθοδικά κατάφερε να επιτύχει την παλινόρθωση της μοναρχίας το Φθινόπωρο του 1935, αλλά και να θέσει ισχυρά θεμέλια για μια επιτυχημένη επιβολή πραξικοπήματος.

Το 1935 παρουσιάζεται επίσης σοβαρή ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος που συνοδεύεται από παλλαϊκά συλλαλητήρια. Σε 200.000 φτάνουν οι απεργοί εργάτες μέχρι τον Οκτώβρη του χρόνου εκείνου, χωρίς να υπολογίζονται οι μήνες Μάρτης – Απρίλης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των αγώνων, που αγκαλιάζουν όλα σχεδόν τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, είναι η αποφασιστικότητα και το πείσμα των εργαζόμενων μαζών, που φτάνουν ακόμη και σε ανοιχτή σύγκρουση με τους εργοδότες και την αστυνομία.

Με την αυγή του 1936, ο ελληνικός λαός έζησε κορυφαία ιστορικά γεγονότα. Στις 26 Γενάρη η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές. Η Βενιζελική παράταξη – το λεγόμενο Κέντρο – που κατέβηκε στις εκλογές με 5 διαφορετικά κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων, Δημοκρατικός Συνασπισμός, Πανδημοκρατική Ενωσις Κρήτης, Αγροτικό Σοφιανόπουλου και Νεοφιλελεύθεροι) συγκέντρωσε συνολικά 574.655 ψήφους και 142 έδρες. Η αντιβενιζελική παράταξη – η λεγόμενη Δεξιά και ακροδεξιά – πήρε μέρος στις εκλογές με τα κόμματα Λαϊκό, Λαϊκή Ριζοσπαστική Ενωσις, Κόμμα Ελευθεροφρόνων (Μεταξάς) και Εθνικόν Μεταρρυθμιστικόν Κόμμα και συγκέντρωσε 602.840 ψήφους και 143 έδρες. Το ΚΚΕ, που δημιούργησε με το Αγροτικό Κόμμα του Βογιατζή το Παλλαϊκό Μέτωπο, σημείωσε επιτυχία καθώς συγκέντρωσε 73.411 ψήφους και εξέλεξε 15 βουλευτές.

Η επιτυχία αυτή αποκτούσε ξεχωριστή σημασία, δεδομένου ότι κανένα κόμμα δε συγκέντρωνε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το Παλλαϊκό Μέτωπο μπορούσε να παίξει ένα είδος ρυθμιστικού ρόλου κάτι και το οποίο έγινε με την υπογραφή, στις 19/2/1936, του γνωστού συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη. Βάσει των όρων της συμφωνίας, το Παλλαϊκό Μέτωπο αναλάμβανε την υποχρέωση να ψηφίσει τους Φιλελεύθερους για το προεδρείο της Βουλής και να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση που θα σχημάτιζε ο Σοφούλης. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θα ακύρωνε αναδρομικά τη διάταξη του εκλογικού νόμου που αφαιρούσε τα εκλογικά δικαιώματα από όσους είχαν καταδικαστεί για παράβαση του «ιδιώνυμου», θα καταργούσε τις επιτροπές ασφάλειας, θα έδινε αμνηστία στον Ν. Ζαχαριάδη, στον Β. Βερβέρη και στον Β. Νεφελούδη, καθώς και σε όλους τους πολιτικούς κατάδικους, τους φυλακισμένους και τους εξόριστους, θα διέλυε όλες τις φασιστικές οργανώσεις, θα καθιέρωνε σαν μόνιμο εκλογικό σύστημα την αναλογική, θα ελάττωνε, μέσα σε δυο μήνες, την τιμή του ψωμιού, θα απαγόρευε την προσωποκράτηση για οφειλές προς το Δημόσιο μέχρι τρεις χιλιάδες δραχμές, θα καθιέρωνε πεντάχρονο χρεοστάσιο χωρίς όρους για τα χρέη των αγροτών στις τράπεζες και στους ιδιώτες και θα προχωρούσε στην άμεση εφαρμογή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κακά τα ψέμματα. Η συμφωνία αυτή μπορούμε να πούμε πως ήταν μια συμφωνία ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα αν αναλογιστεί κανείς πως οι ίδιοι οι Φιλελεύθεροι είχαν φέρει το Ιδιώνυμο και είχαν στείλει τα μέλη του ΚΚΕ στη φυλακή. Πόσο έξυπνο ήταν να εμπιστευθείς τον λύκο;

Και έγινε ακριβώς έτσι. Το σύμφωνο δεν τηρήθηκε με ευθύνη του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Θ. Σοφούλη που υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας μαζί με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα τη λύση Δεμερτζή. Η υπαναχώρηση των Φιλελευθέρων ήταν επιβεβλημένη από τα ταξικά συμφέροντα που υπηρετούσε ο χώρος του Κέντρου, δεδομένου ότι ήταν τέτοιες οι συνθήκες εκείνη την περίοδο που η συμμαχία με το Παλλαϊκό Μέτωπο ευνοούσε το λαϊκό κίνημα, η πάλη του οποίου γνώριζε πραγματική έκρηξη. Στους πρώτους μήνες του ’36, το απεργιακό κίνημα της εργατικής τάξης αλλά και των μεσαίων στρωμάτων σημείωσε πρωτοφανή άνοδο απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας. Μόνο στο τρίμηνο Γενάρη – Μάρτη απήργησαν πάνω από 200 χιλιάδες εργάτες, ενώ σε μια σειρά πόλεις (Δράμα, Καβάλα, Σέρρες, Ξάνθη κλπ.) πραγματοποιήθηκαν πετυχημένες απεργίες με τοπικού χαρακτήρα αιτήματα. Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι αγρότες μιας σειράς επαρχιών (Ηρακλείου, Δωρίδας κλπ.) συγκροτούσαν συλλαλητήρια, ενώ οι επαγγελματίες των πόλεων κατέβαιναν σε απεργίες. Σ’ αυτές τις παλλαϊκές κινητοποιήσεις το «παρών» έδωσε και η σπουδάζουσα νεολαία. Ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη, οι φοιτητές των πανεπιστημίων και όλων των άλλων σχολών βρίσκονταν σε απεργία, απαιτώντας πανεπιστημιακές και γενικότερα δημοκρατικές ελευθερίες, όπως τονίσει και ο Δημήτρης Σάρλης στο έργο του: «Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού».

Την ίδια ώρα, τη μεγάλη άνοδο των εργατικών και λαϊκών αγώνων φανερώνει και η αντίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Ο απολογισμός της κρατικής τρομοκρατίας σε βάρος των λαϊκών μαζών, για τους μήνες Γενάρη, Φλεβάρη, Μάρτη και Απρίλη του 1936 που έδωσε στη δημοσιότητα η στατιστική υπηρεσία της οργάνωσης ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ είναι αποκαλυπτικός. Μόνο, τον Γενάρη του ’36, σε ολόκληρη την Ελλάδα έγιναν 117 συλλήψεις, 18 φυλακίσεις, 37 εξορισμοί, 33 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 38 βασανισμοί, 13 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 1 αστυνομική έρευνα, 4 διαλύσεις σωματείων και 3 κατασχέσεις , ενώ τον  Απρίλη του ’36 έγιναν 198 συλλήψεις, 32 φυλακίσεις, 44 εξορισμοί, 35 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 34 βασανισμοί, 15 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 19 αστυνομικές έρευνες και 470 κατασχέσεις. Το κράτος στήνει ένα σκηνικό τρόμου.

Στις 5 Μάρτη του 1936 ο Βασιλιάς Γεώργιος – χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση από τα αστικά κόμματα – διόρισε τον Ιωάννη Μεταξά στη θέση του υπουργού των Στρατιωτικών. Επίσης, καθολική ήταν από τον μονάρχη και τον αστικό πολιτικό κόσμο η στήριξη της κυβέρνησης Δεμερτζή, στην οποία ο Μεταξάς κατείχε και τη θέση του αντιπροέδρου. Λίγες βδομάδες αργότερα, στις 27 Απρίλη του ιδίου έτους, και αφού ο Δεμερτζής είχε αποδημήσει εις κύριον, τα αστικά κόμματα έκαναν το Μεταξά πρωθυπουργό, δίνοντάς του ψήφο εμπιστοσύνης και τρεις μέρες αργότερα η Βουλή αποφάσισε τη διακοπή των εργασιών της μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη, δίνοντας στον μετέπειτα δικτάτορα και στην κυβέρνηση του ημιδικτατορικές εξουσίες.         Κάπως έτσι φθάσαμε στην Τετάρτη 29 Απρίλη 1936. Δώδεκα χιλιάδες καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης – εκ των οποίων περίπου το 70% γυναίκες – αυτή τη μέρα δεν πιάνουν δουλειά, αλλά κατεβαίνουν σε απεργία, ύστερα από απόφαση του συνδικαλιστικού τους φορέα, της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ). Κυριότερο αίτημά τους, έχουν την αύξηση των ημερομισθίων στις 120 – 135 δραχμές με την εφαρμογή της σύμβασης του 1924. Η σύμβαση αυτή που είχε ονομαστεί και «σύμβαση Παπαναστασίου», προέβλεπε ότι ο μέσος όρος του ημερομισθίου των καπνεργατών θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε 8 χρυσές δραχμές. Αυτό σήμαινε ότι το 1936 οι καπνεργάτες έπρεπε να παίρνουν ημερομίσθιο 140-150 δραχμών. Πληρώνονταν όμως με 40-50 δρχ. που με κάποιες επιμέρους αυξήσεις έφταναν τις 75-80. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι εξαιτίας της μεγάλης ανεργίας, πολλοί καπνεργάτες δούλευαν τζάμπα (κυρίως γυναίκες) έχοντας συμφωνήσει με τα αφεντικά να τους κολλάνε μόνο τα ένσημα στο ΤΑΚ (Ταμείο Ασφάλισης Καπνεργατών) για να μην χάνουν το δικαίωμα της περίθαλψης.

Η απεργία

Η απεργία ξεκινάει από τις 9.30 το πρωί. Τα καπνομάγαζα κλείνουν και οι απεργοί κατευθύνονται αρχικά στα γραφεία της Ομοσπονδίας και στη συνέχεια στον κινηματογράφο «Πάνθεον», όπου έχουν συγκέντρωση, για να συζητήσουν και να αποφασίσουν τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για την περιφρούρηση του αγώνα τους. Εξω από τον κινηματογράφο, η αστυνομία με ισχυρές δυνάμεις δείχνει τα δόντια της, έτοιμη, ανά πάσα στιγμή να επιδοθεί στο …θεάρεστο έργο της. Οι απεργοί αγνοούν την προκλητική αστυνομική παρουσία, εκλέγουν Κεντρική Επιτροπή Αγώνα και στις 12.30 το μεσημέρι η Επιτροπή κάνει παράσταση στον γενικό Διοικητή Μακεδονίας Κ. Πάλλη με το υπόμνημα των αιτημάτων των καπνεργατών.

Την ίδια μέρα ξεσπά η απεργία στο Βόλο και τις Σέρρες. Πολύ γρήγορα, η απεργία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Την Πέμπτη 30 Απρίλη στην απεργία κατεβαίνουν τα Σωματεία καπνεργατών στην Καβάλα και στη Δράμα. Το Σάββατο 2 Μάη θα προστεθούν τα Σωματεία Αγρινίου, Κομοτηνής, Σάμου, Σιδηροκάστρου, Προσοτσάνης, Νιγρίτας, Ξάνθης, Λαγκαδά, Σιάτιστας, Καρδίτσας, Πειραιά κ.ά. Την Τρίτη 5 Μάη – 7η μέρα της απεργίας, κατεβαίνουν σε συμπαράσταση στη Θεσσαλονίκη οι κλωστοϋφαντουργοί, οι χαρτεργάτες, οι τσαγκαράδες και οι λαστιχάδες.

Στις 6 Μάη το μεσημέρι μέλη φασιστικών οργανώσεων τους οποίους χρησιμοποιεί το κράτος πυροβολούν και τραυματίζουν τον καπνεργάτη Κώστα Σαμιώτη 20 χρονών. Την επομένη, 7 Μάη, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης καλεί την εργατική τάξη σε επιφυλακή για 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Εν τω μεταξύ, η εργατική τάξη της Ελλάδας συμπαραστέκεται στους απεργούς. Οι πιο μαζικές ομοσπονδίες του Ηλεκτρισμού, Δέρματος, Οικοδόμων, Επισιτισμού, Ιματισμού, Κουρέων, Αρτεργατών, Φυματικών, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Αθήνας, με τηλεγραφήματά τους προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας τονίζουν ότι αν δε λυθούν τα δίκαια αιτήματα των Καπνεργατών, των τσαγκαράδων και υφαντουργών και σε περίπτωση που εφαρμοστούν τα τρομοκρατικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν, η εργατιά όλης της χώρας θα κατέβει σε πανελλαδική απεργία. Αυτή τη μέρα φτάνει στη Θεσσαλονίκη, επιστρέφοντας από το Βελιγράδι, ο πρωθυπουργός της χώρας και μετέπειτα δικτάτορας Ι. Μεταξάς, ο οποίος σε κοινή σύσκεψη που είχε με τον Γενικό Διευθυντή και τον Σωματάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού δίνει το «πράσινο φως» για την καταστολή της απεργίας.

Στις 8 Μάη, λίγο πριν το μεσημέρι, εφτά χιλιάδες απεργοί της Θεσσαλονίκης κατευθύνθηκαν προς τη γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, για να απαιτήσουν την άμεση επίλυση των αιτημάτων τους. Δυνάμεις έφιππης και πεζής χωροφυλακής προσπάθησαν να τους σταματήσουν, χωρίς όμως να το πετύχουν. Τότε άρχισαν να πυροβολούν κατά του άοπλου πλήθους, που ύστερα από το πρώτο σοκ ανασύνταξε τις δυνάμεις του κι άρχισε να στήνει οδοφράγματα. Την ίδια ώρα, άλλη διαδήλωση από τρεις χιλιάδες περίπου εργάτες, που κατευθυνόταν επίσης προς το διοικητήριο, δέχτηκε κι αυτή επίθεση από τους χωροφύλακες.

Οι εργάτες κατάφεραν να σπάσουν τις ζώνες των χωροφυλάκων και να ενωθούν με τους συναδέλφους τους στα οδοφράγματα. Μέσα σε λίγη ώρα τα νέα είχαν φτάσει σε κάθε σημείο της πόλης κι ο κόσμος κατέβαινε από τις συνοικίες προς το κέντρο για να βοηθήσει τους αγωνιζόμενους εργάτες. Οι αρχές τρομοκρατήθηκαν. Ο Διοικητής της φρουράς Θεσσαλονίκης έδωσε διαταγή στο στρατό να χτυπήσει τους διαδηλωτές αλλά οι φαντάροι δεν υπάκουσαν. Τρεισήμισι ώρες κράτησαν οι οδομαχίες και τελικά οι διαδηλωτές υποχώρησαν. Πολλοί εργάτες είχαν τραυματιστεί αλλά η αγανάκτηση το λαού ήταν στο κατακόρυφο. Το βράδυ, πολλά σωματεία της Θεσσαλονίκης (αυτοκινητιστές, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, τροχιοδρομικοί κ.ά.) κήρυξαν απεργία. Η κυβέρνηση σε απάντηση προχώρησε στην έκδοση διατάγματος επιστράτευσης των τροχιοδρομικών και των σιδηροδρομικών και διέταξε το Γ΄ Σώμα Στρατού να λάβει εξαιρετικά μέτρα προς εξασφάλιση της τάξης.

Οι δρόμοι βάφτηκαν με αίμα

Στις 9 Μαΐου η απεργία στην Θεσσαλονίκη είχε γενικευτεί. Μαζί με τους εργάτες κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρίας και οι επαγγελματίες, οι βιοτέχνες και οι φοιτητές και οι χωροφύλακες από νωρίς το πρωί άρχισαν τις επιθέσεις εναντίον εργατικών συγκεντρώσεων. Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση έγινε μεταξύ χωροφυλακής και απεργών αυτοκινητιστών στην οδό Εγνατίας. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στον ψαχνό και σε λίγο έπεσε ο πρώτος νεκρός απεργός: ήταν ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης.  Ας δούμε τι γράφει τότε η έκδοση του «ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΩΝ-ΤΡΙΩΝ Ν. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» :

«Το πλακόστρωτο και οι γύρω δρόμοι βάφονται με αίμα. Παντού ακούγονται αγκομαχητά των πληγωμένων και οι κατάρες του πλήθους ενάντια στους φονιάδες. Γίνεται διαδήλωση με το νεκρό εργάτη πάνω σε μια πόρτα μπροστά προς το Διοικητήριο, από το οποίο απουσιάζει ο Διοικητής, όχι, όμως και οι χωροφύλακες που το φυλάνε πάνοπλοι. Την ίδια ώρα οι καμπάνες σε όλες τις συνοικίες κτυπούν συναγερμό, ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους και κατηφορίζει προς το Κέντρο. Πορείες με υψωμένες τις γροθιές ενώνονται με τους απεργούς, ενώ κόκκινα λάβαρα βαμμένα από το αίμα των δολοφονημένων εργατών ανεμίζουν. Οι πρώτοι νεκροί: Β. Σταύρου, Ιντο Σενόρ, Γ. Πανόπουλος, Αγλαμίδης, Σαλβατόρ Ματαράσο, Δημ. Λαϊλάνης, Σ. Διαμαντόπουλος, Γιάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος, Μανώλης Ζαχαρίου, Αναστασία Καρανικόλα”.

Οι μαζικές δολοφονίες διαδηλωτών αντί να κάμψουν τη λαϊκή αντίσταση, τη θεριεύουν προκαλώντας νέα κύματα οργής και αγανάκτησης. Ολη η πόλη έχει ξεσηκωθεί ενώ οι στρατιώτες παραβαίνουν τις διαταγές, αρνούνται να σηκώσουν όπλο κατά του λαού και συγκρούονται με τους χωροφύλακες. Το μεσημέρι ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού διατάσσει τους χωροφύλακες να κλειστούν στα αστυνομικά τμήματα, δίνει εντολή σε αξιωματικούς του στρατού να αναλάβουν τη Διοίκηση των αστυνομικών τμημάτων, και βγάζει ανακοίνωση που απαγορεύει κάθε συγκέντρωση ακόμα και λίγων ατόμων σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο, ενώ κλείνει και τα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό αντί να δράσει καταπραϋντικά οξύνει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα. Στις 5 μ.μ. πραγματοποιείται νέα λαϊκή συγκέντρωση στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου χωρίς να υπάρξουν επεισόδια. Το βράδυ της 9ης Μαΐου ο λαός της Θεσσαλονίκης είναι η πραγματική εξουσία στην πόλη. «Οι αρχές είχαν ουσιαστικά καταλυθεί. Οι συνοικισμοί όλοι είχαν καταληφθή από τους διαδηλωτάς», γράφει ο επιμελητής του ημερολογίου του Ιωάννη Μεταξά, Π. Σιφναίος.

Η βάρβαρη δολοφονική επίθεση εναντίον του λαού της Θεσσαλονίκης προκάλεσε έκρηξη κι απεργιακές κινητοποιήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το απεργιακό αυτό ξέσπασμα το Μάη του ’36, η κυβέρνηση του Μεταξά και ο αστικός πολιτικός κόσμος το απέδωσαν, κατά τη συνήθη πρακτική σε… κομμουνιστικό δάκτυλο. «Το 1936 – γράφει ο Mark Mazower, εξηγώντας αυτή την ερμηνεία των γεγονότων – καθώς δυνάμωνε η εργατική διαμαρτυρία, τα μεγάλα πολιτικά κόμματα αρχικά περιθωριοποιήθηκαν και κατόπιν ωθήθηκαν στην υποστήριξη της αντικομμουνιστικής καταστολής». Αναμφίβολα το ταξικό τους συμφέρον δεν μπορούσε να τα οδηγήσει σε άλλο δρόμο. Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Κανένα εργατικό κίνημα και καμία απεργία δε θα μπορούσε να υπάρξει αν δεν υπήρχαν πραγματικά προβλήματα που μάστιζαν τους εργαζόμενους. «Η εργατική αναταραχή – έγραφαν οι ιθύνοντες της βρετανικής πρεσβείας σε μία έκθεσή τους, με ημερομηνία 27/5/1936, για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης – οφείλεται περισσότερο σε πραγματική δυσαρέσκεια για τα μόνιμα κακά παρά σε κομμουνιστική προπαγάνδα. Στη ρίζα του κακού βρίσκεται η μεγάλη οικονομική αθλιότητα που επικρατεί στα κατώτερα στρώματα και ειδικά στις εργαζόμενες τάξεις».

Στις 10 του μήνας γίνεται η κηδεία των νεκρών διαδηλωτών. 150.000 άτομα κατακλύζουν όλη την πόλη. Η χωροφυλακή εξακολουθεί να βρίσκεται στα τμήματα. Ο στρατός δεν χτυπάει. Μετά την κηδεία γίνεται πορεία. Στις 8:30μμ ο στρατός ανακοινώνει ότι μετά τις 10:00μμ απαγορεύεται η κυκλοφορία.

Έχουν φτάσει ήδη 4 αντιτορπιλικά, μια ίλη ιππικού, και 2 τάγματα από Λάρισα, Βέροια και αλλού. Συγκροτείται διαδήλωση νέων που φτάνει τις 40.000, πηγαίνουν στο λιμάνι, μπαίνουν σε βάρκες και προσπαθούν να προσεγγίσουν τα πλοία του στρατού, να μιλήσουν με τους ναύτες και να τους προσφέρουν λουλούδια. Για τις 11 του Μάη, δεν καλείται καμία κινητοποίηση, οι ηγεσίες σταματάνε την απεργία με το επιχείρημα ότι θα δημιουργηθούν «έκτροπα» και συμβιβάζονται με τις πενιχρές αυξήσεις που υπόσχεται η κυβέρνηση. Αρχίζουν οι συλλήψεις, οι προσαγωγές και το ξύλο στα αστυνομικά τμήματα. Το σκοτάδι τώρα πια είναι ακόμη πιο βαθύ , ένα σκοτάδι που μήνες μετά , τον Αύγουστο θα κάνει τον Μεταξά απόλυτο δικτάτορα.

Η ετεροχρονισμένη απεργία της 13ης Μάη έρχεται πλέον αργά. Ο Μεταξάς έχει ανασυνταχθεί και οι όποιες κινητοποιήσεις, μοιάζουν με αυτές του σήμερα. Συνδικαλιστικές τουφεκιές για να δηλώσουμε παρόντες σε έναν αγώνα στον οποίο όλα έρχονται από τα πάνω. Ποια θα ήταν η εξέλιξη αν η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης έδινε τη μάχη μέχρι το τέλος; Ποτέ δεν θα μάθουμε , όπως δεν θα μάθουμε ποτέ ποιος ήταν τότε ο συσχετισμός στο στρατό και αν αυτός θα μπορούσε να φέρει τούμπα την κατάσταση. Αυτό όμως που με βεβαιότητα μπορεί να υποστηρίξει είναι ότι μέσα από τα γεγονότα του Μάη του ’36 επιβεβαιώθηκαν για ακόμα μια φορά δύο βασικές αρχές: Ότι ο λαός στους δρόμους μπορεί να νικήσει φθάνει να συνδιαμορφώνει με τον εαυτό του και να μην περιμένει τις λύσεις από τα πάνω. Από τις ηγεσίες. Ειδικά όταν οι ηγεσίες δεν έχουν διαδαχθεί από την ιστορία.