Ο Πουλημένος: Μαστίγιο από μαύρο χέρι

Μεγαλωμένος σε μια γκετοποιημένη κοινότητα στα περίχωρα του L.A. και με ανατροφή «εντελώς σκατένια» (όπερ σημαίνει: «ένα αποτυχημένο κοινωνικό πείραμα»), ο Πουλημένος, «το δειλό σκατό της νυχτερίδας», θα μεγαλώσει με το κορμί και την ψυχή του να μαστιγώνονται από την επιτέλεση των πειραμάτων τού «Γητευτή των αραπάδων» πατέρα του, αναπληρωτή διευθυντή του τμήματος Ψυχολογίας. Μέχρι τη στιγμή που «το γαζωμένο από τις σφαίρες σώμα» του θα τον κινητοποιήσει για να βγάλει τη δική του ζωστήρα, σε μια απόπειρα μαστιγώματος της υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων, της φυλετικής ισότητας και της πολιτικής ορθότητας, σε μια πολιτικά ορθή χώρα.

Κυρίως όμως: Σε μια απόπειρα μαστιγώματος της ίδιας της συνείδησης των μαύρων, συνείδησης ένοχης και καταπιεσμένης, όχι τόσο λόγω των βασανιστικών αιώνων που προηγήθηκαν, όσο της μοιρολατρικής αποδοχής της ύπαρξής της: του μαύρου χρώματός της: «Γάμα το να είσαι μαύρος. Προσπάθησε να μάθεις να μπουσουλάς, να οδηγείς τρίκυκλο, να σκεπάσεις τα μάτια σου για να παίξεις τυφλόμυγα, και να δομήσεις μια σημαντική θεωρία του μυαλού σου, όλα με το ένα χέρι». Μαστιγώματος αφύπνισης, με άλλα λόγια, ώστε μία τουλάχιστον λέξη να σβηστεί από το λεξικό της ψυχής κάθε μαύρου: «Αφέντη».

Πόσο κουράγιο, ωστόσο, θέλει, και πόση πνευματική εγκαρτέρηση απαιτείται ώστε η φράση «Είμαι ένας μαύρος», και μόνο αυτή, να αναστήσει τον εν υπνώσει (εκουσίως ή ακουσίως) αυτοσεβασμό ενός ολόκληρου λαού; Δύσκολο να δοθεί απάντηση, αφού το ξήλωμα του «στίγματος» ως παράσημου από το πέτο της μαύρης κοινότητας επαφίεται στην αυτοσυνειδησία και στον αυτοσεβασμό της: «Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των περισσότερων καταπιεσμένων του κόσμου τούτου και των μαύρων της Αμερικής. Εκείνοι ορκίζονται να μην ξεχάσουν ποτέ, εμείς θέλουμε την απομάκρυνση των πάντων από τα αρχεία μας, το κλείδωμά τους και την αμετάκλητη αρχειοθέτησή τους εις τον αιώνα τον άπαντα».

Ο Πολ Μπέιτι δεν χαρίζει κάστανα. Και δεν τα χαρίζει ούτε εκεί που θα περίμενε κανείς να τα χαρίσει: «Και, χωρίς να τον διατάξει ή να τον παρακαλέσει κανείς, ο Χόμινι παραχώρησε τη θέση του μ’ έναν τρόπο τόσο δουλοπρεπή, τόσο γλοιωδώς νέγρικο, που η πράξη αυτή παρέπεμπε λιγότερο σε μια παραχώρηση θέσης και περισσότερο σε μια τελετή κληροδοσίας». Και ασφαλώς δεν χαρίζει κάστανα ούτε στον εαυτό του. Η φράση εντός εισαγωγικών που προηγήθηκε είναι γραμμένη στη σελίδα 191. Παράγραφος πρώτη. Πρόσωπο τρίτο. Στην ίδια σελίδα, μία παράγραφο παρακάτω: «Αναγνωρίσαμε το προσωπείο που φορούσε ως μία μάσκα από τις δικές μας συλλογικότητες. Τη μάσκα χαράς που κουβαλάμε στην κωλοτσέπη, και που τη βγάζουμε σαν ληστές τραπέζης όποτε θέλουμε να κλέψουμε λίγες στιγμές με τον εαυτό μας ή να επιχειρήσουμε μια επείγουσα συναισθηματική διαφυγή». Πρώτο πρόσωπο.

Πώς το τραγουδούσαν οι Τρύπες; «Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις κάτω απ’ τη μάσκα που φοράς».

Ο Πολ Μπέιτι αφιερώνει το βιβλίο του αυτό στην Άλθια Άμρικ Γουασάου. Για την αφιέρωση του, δικαίως, Βραβείου Booker 2016 που κέρδισε δεν υπάρχουν πληροφορίες. Στην περίπτωση πάντως που αποφάσιζε να το αφιερώσει στον Ραλφ Έλισον (και στον «Αόρατο Άνθρωπό» του) ή στον Πέρσιβαλ Έβερετ (και στο «Σβήσιμό» του), μόνο χαρά θα μας γέμιζε: Αν ο πρώτος είναι ο πνευματικός του πατέρας, ο δεύτερος είναι ο αδελφός του.

Πωλ Μπέιτι
Ο Πουλημένος
Μετάφραση Νίκος Α. Μάντης
Εκδόσεις Καστανιώτη