Ο ρόλος των νησίδων αυτονομίας στην παραδοσιακή Φιλελεύθερη Δημοκρατία

Στην παραδοσιακή Φιλελεύθερη Δημοκρατία,του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, διασώζονται ανεξάρτητες νησίδες ελεύθερης έκφρασης και κριτικής.

Τα πανεπιστήμια, λογου χάριν, λειτουργούσαν ως παροικίες ελεύθερης διακίνησης ιδεών, προβληματισμού, ζωντανού διαλόγου, ανάμεσα σε όλα τα ρεύματα και τις κοσμοαντιλήψεις. Για αυτό άλλωστε, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, οι Σχολές έγιναν πεδία εξεγέρσεων και συγκρούσεων.

Του Νίκου Δόικου

Ο αυταρχικός χαρακτήρας της παραδοσιακής Παραγωγής, του Στρατού και της Οικογένειας ισορροπούσε με τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου.

Με την σειρά του, το Πανεπιστήμιο διεκδικούσε τον ρόλο του καθοδηγητή στο πέρασμα του παιδιού από τον αυταρχισμό της οικογενειακής ανατροφής στο status ενός ανεξάρτητου και υπεύθυνου προσώπου, με κριτική ικανότητα επαρκή για την λήψη σημαντικών αποφάσεων και την άσκηση εξουσίας.

Όλα τούτα βέβαια προϋπέθεταν ένα εσωτερικό σύστημα αξιοκρατικής επιλογής και ανάδειξης τού διδακτικού προσωπικού και αυστηρών γνωσιολογικών προγραμμάτων.

Την ίδια περίοδο, εάν κανείς αναζητούσε  αντικειμενική ενημέρωση και ουσιαστικό έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, προσέτρεχε σε μιαν άλλη ανεξάρτητη νησίδα, την Δημοσιογραφία.

Εμβληματικό τρόπαιο τής αμερικανικής, παραδείγματος χάριν, δημοσιογραφίας η υπόθεση Watergate, όπου τα στελέχη μιας έγκριτης εφημερίδας, ανυποχώρητα στις αρχές τους, συγκρούονται με την ανώτατη πολιτειακή αρχή και επικρατούν.

Ραδιοφωνικοί σταθμοί και τηλεοπτικά κανάλια, και στις δυο ακτές του Ατλαντικού, δεν διστάζουν να στηλιτεύσουν τα κακώς κείμενα.

Η δημοσιογραφία δεν τιμά απλώς την ανεξαρτησία του Τύπου, αλλά ενισχύει και την αίσθηση ασφάλειας και προστασίας των πολιτών.

Παρά το γεγονός ότι η «δημοκρατική» εξουσία αποτελεί προνόμιο των επιφανών, μιας μικρής δηλαδή κυρίαρχης τάξης, το ίδιο το σύστημα επιτρέπει, υποστηρίζει και κινητροδοτεί αυτές τις ανεξάρτητες νησίδες, στις οποίες θα μπορούσε κανείς να προσθέσει την Δικαιοσύνη και τον Στρατό, παρότι αποτελούσαν οργανικές  συνιστώσες της κυρίαρχης τάξης.

 

Κατά την γνώμη μου, αυτή η ανοχή της παραδοσιακής ηγεμονεύουσας τάξης δεν είναι απλώς ένα άλλοθι δημοκρατικότητας. Πρόκειται   για λειτουργική ανάγκη του ίδιου του συστήματος, έτσι ώστε να μπορεί να απορροφά τους εσωτερικούς κραδασμούς και να συντηρεί τις κοινωνικές ισορροπίες.

Εργασιακή και κοινωνική γαλήνη, ανθούσα εσωτερική αγορά και ζωηρή εσωτερική ζήτηση είναι τα μεγάλα προτάγματα τού «καλού» καπιταλισμού, της ελεγχόμενης ελεύθερης αγοράς, της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ιδιαίτερα δε την εποχή τού διπολισμού, ο δυτικός πόλος πασχίζει να αποδείξει την υπεροχή του σε όλα αυτά τα επίπεδα. Να επικρατήσει κυρίως στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής, εκεί όπου κατ’ ουσίαν κρίνονται τα πολιτικά συστήματα.

Έτσι λοιπόν κατορθώνει να ουδετεροποιήσει τις κοινωνικές αντιθέσεις με την συνδρομή τριών παραγόντων

Πρώτο, με την καταναλωτική ευχέρεια. Οι απολαβές των εργαζομένων ακολουθούν την λογική της συνολικής απορρόφησης της Προσφοράς. Για παράδειγμα, οι γερμανικές και αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες κυριαρχούν απολύτως στις αντίστοιχες αγορές. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, στους δρόμους των γερμανικών και αμερικανικών μεγαλουπόλεων δεν κυκλοφορούν παρά ελάχιστα αυτοκίνητα εισαγωγής. Είναι σχεδόν απόλυτη η εσωτερική ισορροπία προσφοράς-ζήτησης, γεγονός που προαπαιτεί ανάλογες απολαβές.

Δεύτερο, με το πολυταξικό μοντέλο κοινωνικής διαστρωμάτωσης, αν θέλετε, με ένα σύστημα διαδοχικών βαλβίδων ασφαλείας, όπου οι κοινωνικές εντάσεις, αλλά και η κοινωνική κινητικότητα περιορίζονται (και έτσι απορροφούνται) στα σύνορα μεταξύ διαδοχικών, όμορων τάξεων.

Το πολυταξικό φάσμα ακολουθεί μιαν ήπια καμπύλη ανάπτυξης, από τον αγρότη και τον χειρώνακτα, τον ανειδίκευτο εργάτη, στον ειδικευμένο βιομηχανικό εργάτη, τον τεχνικό, τον μεσοκαλλιεργητή, τον μικρέμπορο και μικροβιοτέχνη, τον μεσαίο, τον μεσαίας κλίμακας βιομήχανο και μεγαλοβιομήχανο. Με αναλογική βέβαια διακύμανση και των αποδοχών,γεγονός που κινητροδοτεί την κοινωνική κινητικότητα.

Τρίτο, με  την αίσθηση προστασίας και δημοκρατικής ασφάλειας την οποία παρέχουν και φαίνεται να εγγυώνται αφενός το Κοινωνικό Κράτος και αφετέρου οι ανεξάρτητες νησίδες για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή της ενότητας.

Αυτό το ευρω-ατλαντικό Κάμελοτ άντεξε μέχρι το πανηγυρικό ντεμπούτο του νεοφιλελευθερισμού των μονεταριστών.

Σταδιακά, η Ελίτ, ανενόχλητη εντάσσει στο επιχειρηματικό δυναμικό της τις παραδοσιακές ανεξάρτητες νησίδες  (Πανεπιστήμιο,Δημοσιογραφία,Δικαιοσύνη,Στρατό) και τις αξιοποιεί μέσα στο ανελέητο παιχνίδι κυριαρχίας τής πλανητικής αγοράς.

Τον έγκριτο έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο τού ΄70 και τους αμείλικτους και αμερόληπτους ακαδημαϊκούς διαδέχονται φαιδροί τελάληδες- διαφημιστές τής νέας μυθολογίας.

Συγκροτήματα αφοσιωμένα στην προβολή και αιτιολόγηση της επιθετικής πολιτικής και των πολεμικών εμπλοκών τών εργοδοτών τους.Συγκροτήματα τα οποία εντέχνως επιχειρούν να διασφαλίσουν την μαζική αποδοχή αυτού τού νέου και ιδιότυπου μονοκρατορικού Δικαίου.

Όπου Δίκαιο βέβαια είναι η προάσπιση των συμφερόντων της Ελίτ και η επικράτηση τής νεο-φιλελεύθερης επαγγελίας, για μια κοινωνία προσωρινής προόδου τού 1/3, η εντατική και ασύδοτη ανάπτυξη του οποίου δήθεν θα συμπαρασύρει, εν καιρώ, ολόκληρη την κοινωνία στην ανάπτυξη.

Είναι χαρακτηριστική η συμπεριφορά γερμανικών κυρίως δημοσιογραφικών εντύπων, κατά την διάρκεια της πρόσφατης κρίσης  τής Ευρωζώνης, με αλλεπάλληλες καταστροφολογικές καταχωρήσεις οι οποίες, περιέργως, ευθυγραμμίζονταν με την κατευθυνόμενη παραφιλολογία  των επιθετικών hedge funds, όσων δηλαδή επένδυσαν στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας των οικονομιών τής Ευρωζώνης.