Πατριωτισμός είναι το εθνικό συμφέρον

Το ποιος φωνάζει δυνατότερα δεν είναι το σωστό κριτήριο για τον πατριωτισμό. Είναι μάλιστα πολύ γνωστό μας από την Ιστορία το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο, οι ηχηρές διακηρύξεις να υποκρύπτουν απλώς εσωτερικές πολιτικές επιδιώξεις ή ακόμη και την προσωπική προβολή.

 Του Παναγιώτη Σκούτα*

 

Το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ δυστυχώς από την πρώτη στιγμή που προέκυψε θεωρήθηκε από πολλούς ως ευκαιρία διαγωνισμού σε τέτοιες ηχηρές διακηρύξεις. Με πλήρη αδιαφορία για τις πραγματικές παραμέτρους του ζητήματος στα τέλη του 20 και στις αρχές του 21 αιώνα, υιοθετήθηκε το 1992-94 ρητορική 100 χρόνια παλιά και αντίστοιχα αναχρονιστικές προτάσεις πολιτικής. Που σημαίνει ότι αγνοήθηκαν τα σύγχρονα προβλήματα και οι σύγχρονες ανάγκες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αγνοήθηκαν οι πραγματικοί κίνδυνοι για χάρη των υπερβολών και εγκαταλείφθηκαν οι επιδιώξεις που έπρεπε να έχουμε για χάρη άλλων, ανέφικτων ή και ανεπιθύμητων επί της ουσίας.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από την περίοδο του 92-94 αποτελεί το δημοφιλές τότε σύνθημα «σύνορα με τη Σερβία». Δεν υιοθετήθηκε – ευτυχώς!- από κανένα σημαντικό πολιτικό παράγοντα, έγινε όμως περισσότερο από ανεκτό στα συλλαλητήρια και στη διαμόρφωση κλίματος σε ένα τμήμα της κοινής γνώμης.

Είναι άρα αντιληπτό, τουλάχιστον σήμερα, ότι η μόνη αλλαγή συνόρων στα βόρεια μας που θα μπορούσε να συμβεί τότε θα ήταν τα σύνορα με Αλβανία και Βουλγαρία να ενωθούν μεταξύ τους «καταπίνοντας» την ΠΓΔΜ; Και ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πράγματι αρνητική έως και επικίνδυνη εξέλιξη για την Ελλάδα;

Το αποτέλεσμα της περιόδου 92-94 αναπόφευκτα δεν εξυπηρετούσε καθόλου το εθνικό συμφέρον, δηλαδή το πραγματικό ζητούμενο του πατριωτισμού. Η ΠΓΔΜ αναγνωρίστηκε από την πλειοψηφία των κρατών ως «Μακεδονία» και ταυτόχρονα απομονώθηκε οικονομικά από την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να ενταθεί ο εθνικισμός στην ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να λύσει το πρόβλημα γρήγορα, κάτι που θα επέτρεπε την οικονομική και πολιτική ισχυροποίηση της χώρας μας στα δυτικά Βαλκάνια.

Οι μόνοι ωφελημένοι ήταν οι εκφραστές στην Ελλάδα των διάφορων αποχρώσεων ακροδεξιών απόψεων, που μπήκαν από τότε δυναμικά στο πολιτικό παιχνίδι, είτε στο εσωτερικό της ΝΔ είτε με τους διάφορους στα ακροδεξιά της σχηματισμούς. Η Ελλάδα ζημιώθηκε αλλά οι ακροδεξιές απόψεις ωφελήθηκαν,αυτός είναι ο αρνητικός απολογισμός της περιόδου 92-94.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ακροδεξιός εθνικισμός δεν συμβάδισε ποτέ με το εθνικό συμφέρον, αντίθετα έχει οδηγήσει ακόμη και σε εθνικές τραγωδίες όπως το 1974 με το προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπροπου προσέφερε αφορμή για την Τουρκική εισβολή. Ο πατριωτισμός, η υπηρέτηση του πραγματικού εθνικού συμφέροντος, βρίσκεται συνήθως στο αντίπαλο στρατόπεδο από τον ακροδεξιό εθνικισμό.

Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας που ανησυχούν σήμερα για την έκβαση των διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ δεν είναι ακροδεξιοί ή εθνικιστές. Και αν είχε υπάρξει αυτή τη φορά περισσότερο υπεύθυνη στάση κυρίως από την πλευρά της ΝΔ όλοι οι πολίτες θα έβλεπαν ξεκάθαρα το εθνικό συμφέρον.

Είναι σωστό αυτό που γράφτηκε σε ένα σάιτ του συντηρητικού χώρου, ότι δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις στην εξωτερική πολιτική για να είναι ένας πολίτης πατριώτης. Όμως σίγουρα απαιτούνται από το πολιτικό προσωπικό που έχει ή διεκδικεί την ευθύνη άσκησης αυτής της εξωτερικής πολιτικής. Αυτή την υπεκφυγή κάνει σήμερα για μικροπολιτικούς λόγους ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αποφεύγει την ουσία του ζητήματος και κρύβεται πίσω από τις ανησυχίες μερίδας των πολιτών, τις οποίες ταυτόχρονα καλλιεργούν σκόπιμα τα ακροδεξιά στελέχη της ΝΔ. Έτσι όμως αποδεικνύεται πολύ κατώτερος των περιστάσεων. Θέτει σε κίνδυνο ένα μείζον συμφέρον της Ελλάδας, την διασφάλιση της σταθερότητας στα βόρεια σύνορα μας με αναβάθμιση του ελληνικού ρόλου στην περιοχή, για χάρη της αντιπολιτευτικής τακτικής του. Σπέρνοντας ανέμους κινδυνεύει να θερίσει θύελλες, να δώσει πολιτικό χώρο σε μια «πολιτισμένη» Χρυσή Αυγή που στήνεται. Σε τελευταία ανάλυση όμως, αυτό θα είναι δικό του πρόβλημα.

Η καλύτερη στιγμή για την επίλυση του ζητήματος με την ονομασία και τις αλυτρωτικές θέσεις της ΠΓΔΜ είναι τώρα. Δεν μας επιτρέπεται να ξεχνάμε ότι ο ταραξίας της περιοχής, το κράτος που ανοίγει αναθεωρητική ατζέντα προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις γύρω του, είναι η Τουρκία. Κατέχει παράνομα το 40% της Κύπρου και προκαλεί συνεχώς στο Αιγαίο. Είναι σαφής η επιδίωξη της Τουρκίας να διαμορφώσει ζώνη επιρροής της στα βόρεια σύνορα μας, αξιοποιώντας την “στρατηγική μειονότητα” της στη Βουλγαρία, διεισδύοντας στις ομόθρησκες με αυτήν κοινότητες σε Αλβανία, Κόσοβο, ΠΓΔΜ και Βοσνία.

Στην τωρινή συγκυρία οι μεγάλες τριβές της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για το Κουρδικό στη Συρία την αποδυναμώνουν διπλωματικά και προκαλούν αναδιατάξεις στις περιφερειακές ισορροπίες.

Ενώ ταυτόχρονα στην ΠΓΔΜ υπάρχει μια κυβέρνηση που δέχεται να κάνει τους αναγκαίους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, να συγκρουστεί με τους εθνικιστές των Σκοπίων. Παρουσιάζεται λοιπόν μια ιστορική πράγματι ευκαιρία για μια νέα εποχή σταθερότητας στα δυτικά Βαλκάνια, να επιλυθούν σύντομα και τα ζητήματα που βάζει ο αλβανικός εθνικισμός, με θεμιτή επιδίωξη τον πρωταγωνιστικό πολιτικό και οικονομικό ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή. Σταθερότητα και ελληνική αναβάθμιση που η Τουρκία προσπαθεί καθημερινά να ακυρώσει επιχειρώντας συνεχώς προβοκάτσιες στο Αιγαίο. Ας κοιτάξουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα αυτό το συνολικό σκηνικό στην περιοχή μας και ας τοποθετηθούν με αίσθηση ευθύνης.

Συναίνεση μεταξύ των περισσότερων ελληνικών πολιτικών κομμάτων για μια λύση σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό και ταυτόχρονα εξάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών από την πλευρά της ΠΓΔΜ υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, εκφράστηκε και στο Βουκουρέστι το 2008. Το λογικό θα ήταν μόλις παρουσιάστηκε το παράθυρο ευκαιρίας να στηριχθεί και από την αξιωματική αντιπολίτευση ώστε η Ελλάδα να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο στην διαπραγμάτευση. Αντ’ αυτού, γίνεται μια απόπειρα αναπαλαίωσης του σκηνικού και επιστροφής στα σφάλματα του 1992.

Οφείλουμε να μην το επιτρέψουμε. Πατριωτισμός δεν είναι οι απόστρατοι στρατηγοί που ονειρεύονται πολιτικές καριέρες αλλά το εθνικό συμφέρον.

*Ο Παναγιώτης Σκούτας είναι μέλος της ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ, Διευθυντής Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής , Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης

πηγή: news247.gr