Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια

Του Γιάννη Α. Μυλόπουλου (*), όπως δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ/ΜΠΕ

Ο προάγγελος τα πολιτικής σύγκλισης το 2012 μεταξύ των πάλαι ποτέ μονομάχων, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, ήταν η συμφωνία των δύο αυτών κομμάτων στον τότε νόμο για την Ανώτατη Εκπαίδευση, τον γνωστό και ως νόμο Διαμαντοπούλου. Η συνεργασία των δύο με αφορμή την ψήφισή του στη Βουλή και ενώ ακόμη στην κυβέρνηση ήταν το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, ήταν ο αρραβώνας για τον γάμο που θα ακολουθούσε το καλοκαίρι του 2012 με τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου, που έφερνε στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα το καθεστώς λειτουργίας όχι των δημόσιων, αλλά των ιδιωτικών πανεπιστημίων πέραν του Ατλαντικού, ήταν ένας νεοφιλελεύθερης έμπνευσης και αυταρχικής κατεύθυνσης νόμος που ανάγκαζε τα πανεπιστήμια να εγκαταλείψουν τους Ευρωπαϊκούς ακαδημαϊκούς θεσμούς της αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας και να λειτουργήσουν με ιδιωτικοοικονομικά και αγοραία κριτήρια, σαν επιχειρήσεις, με διορισμένες από εξωπανεπιστημιακά όργανα διοικήσεις και αυταρχικές δομές. Οι οποίες μπορεί να εξασφαλίζουν καλύτερη παραγωγή στη βιομηχανία, αλλά δεν συνάδουν με την πνευματική φύση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας.

Όπως ήταν φυσικό, η απόπειρα νέο-φιλελευθεροποίησης του ευαίσθητου χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης προσέκρουσε στη σθεναρή αντίδραση των πανεπιστημίων και οδήγησε σε μια σύγκρουση με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Αν η σύγκρουση σταματούσε εδώ τα πράγματα θα ήταν πλήρως αποδεκτά και απολύτως υγιή. Διότι η πολιτική αντιπαράθεση στη βάση ιδεολογικών αρχών και πολιτικών κατευθύνσεων αποτελεί την πεμπτουσία της πολιτικής, ως έννοιας και ως πράξης.

Όμως η σύγκρουση πανεπιστημιακών – κυβέρνησης εξετράπη και συνεχίστηκε με τρόπο ανορθόδοξο, αν όχι και αήθη. Ο γράφων, πρύτανης τότε του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας, του ΑΠΘ και πρώτος μη δεξιός πρύτανης του ιδρύματος από τη δεκαετία του ΄80, ήταν εκ των πρυτάνεων που είχαν πρωτοστατήσει στην πολιτική αντιπαράθεση. Και ήταν ένας εξ αυτών που δέχθηκε γι’ αυτό έναν απίστευτης έντασης πόλεμο φθοράς και κατασυκοφάντησης από τα τότε φιλοκυβερνητικά μέσα.

Πρωτοσέλιδα και πηχυαίοι τίτλοι άρχισαν εκείνη την εποχή να κατηγορούν τον τότε πρύτανη για δήθεν διασπάθιση δημόσιου χρήματος και «πάρτι» εκατομμυρίων στο ίδρυμά του, για δήθεν φαύλη διαχείριση της περιουσίας και των οικονομικών του πανεπιστημίου, για δήθεν προκλητική και σπάταλη ζωή με χρυσές τουαλέτες, για δώρα συνεργατών του σε ηθοποιούς και πλουσιοπάροχα ταξίδια και πολλά ακόμη ροζ, κίτρινα και φυσικά αναπόδεικτα.

Μια μόνο εξ αυτών των κατηγοριών εάν είχε αποδειχθεί ότι ήταν αληθής, θα ήταν αρκετή για την παραδειγματική καταδίκη του τότε πρύτανη.

Όπως εκ του αποτελέσματος εύκολα διαπιστώνεται σήμερα, οι εισαγγελικές έρευνες μπήκαν όλες στο αρχείο, η μία μετά την άλλη. Εκτός από μια, η οποία έφτασε μέχρι το ακροατήριο και κατέληξε στην πανηγυρική αθώωση πρύτανη και αντιπρυτάνεων, μετά την ομολογία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας ότι «εκτελούσε άνωθεν εντολές…»

Η δικαιοσύνη, προς τιμή της, στάθηκε στο ύψος της. Διεκπεραίωσε όλες τις υποθέσεις αποκαλύπτοντας τον εκ πολιτικής προθέσεως, απροκάλυπτα ψευδή και συκοφαντικό χαρακτήρα όλων των κατηγοριών.

Όμως, κάθε φορά που έκλεινε μια υπόθεση και διαψεύδονταν οι καταγγελίες, ουδείς από τους «καλούς» δημοσιογράφους και ουδεμιά από τις «καλές» εφημερίδες και τα «καλά» κανάλια που βυσσοδομούσαν σε βάρος του πρύτανη, δεν αποκαθιστούσε την αλήθεια.

Αυτή ήταν η δεύτερη και πιο βρώμικη φάση αυτής της ιδιότυπης πολιτικής δίωξης που υπέστη ένας πρύτανης, ο οποίος βρέθηκε να υπερασπίζεται το δημόσιο και ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα.

Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά σήμερα είναι παρελθόν. Η πρόσφατη όμως ανακοίνωση της ΝΔ, ως αξιωματικής αντιπολίτευσης αυτή τη φορά, με την οποία ζητήθηκε η παραίτηση ή και η αποπομπή του σημερινού προέδρου της Αττικό Μετρό ΑΕ και πρώην πρύτανη του ΑΠΘ, διαψεύδει τους αισιόδοξους.

Η Δεξιά δεν αλλάζει. Και προφανώς η εκδικητική μανία της δεν της επιτρέπει να θεωρήσει ότι έκλεισε τους λογαριασμούς εκείνης της περιόδου, που έχει καταγραφεί στην κοινή συνείδηση ως η πρώτη σοβαρή ήττα του νεοφιλελεύθερου μετώπου στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο μάλιστα που εκείνος ο πρύτανης, σήμερα ως πρόεδρος της Αττικό Μετρό ΑΕ, βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της προσπάθειας για ανάταξη της χώρας και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, μέσα από την επένδυση στην εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής, τα οποία στο παρελθόν και κατά σύμπτωση όταν κυβερνούσε η νεοφιλελεύθερη συγκυβέρνηση, είχαν βαλτώσει.

Αφορμή και αιτία για να ζητηθεί η παραίτηση του πρώην πρύτανη από τη ΝΔ, υπήρξε μια ανακοίνωση φιλικών προς αυτήν μέσων, σύμφωνα με την οποία ο πρώην πρύτανης διώκεται ποινικά γιατί, όπως γράφει η ανακοίνωση, «μεθόδευσε την αγορά κτιρίου για το ΑΠΘ με καπέλο 9 εκατομμύρια ευρώ…».

Πόσα ψέματα χωρούν σε μια πρόταση;

Ψέμα πρώτο: Πρόκειται για υπόθεση που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο δικαστικής διερεύνησης. Μετά από μήνυση που ως φαίνεται υποβλήθηκε από άλλους ενδιαφερόμενους για τον συγκεκριμένο διαγωνισμό που αφορούσε την αγορά ενός κτιρίου για την εγκατάσταση των ερευνητικών δραστηριοτήτων του ΑΠΘ, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, ασφυκτιούν στα υπάρχοντα κτίρια του πανεπιστημίου, ασκήθηκαν διώξεις για 10-12 ενδεχόμενα εμπλεκόμενους από τον Εισαγγελέα Διαφθοράς. Πρέπει να προχωρήσει η ανακριτική διαδικασία και να διερευνηθεί η υπόθεση, προκειμένου να αποδειχθεί η αλήθεια των καταγγελλομένων. Στη συνέχεια να απαγγελθούν τυχόν κατηγορίες και να παραπεμφθούν με βούλευμα σε δίκη, ως κατηγορούμενοι πια, όσοι τυχόν εκ των σημερινών διωκομένων ή πιθανόν και άλλοι, αποδειχθεί ότι είναι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να αντιληφθεί ότι δεν είναι μόνο πρώιμο, αλλά είναι και ανήθικο, σε μια υπόθεση που ακόμη βρίσκεται στο στάδιο της δικαστικής διερεύνησης, να αποδίδονται αυθαίρετα ευθύνες επιλεκτικά σε κάποιους από εκείνους που φέρονται ως εμπλεκόμενοι. Δεν το γνωρίζουν, άραγε, αυτό στη ΝΔ;

Ψέμα δεύτερο: Ασκήθηκαν διώξεις σε 10-12 στελέχη του ΑΠΘ που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. Από όλους αυτούς, στα δημοσιεύματα των «καλών» εφημερίδων που τυχαίνει να είναι φιλικές με τη ΝΔ, αναφέρεται ένα μόνον όνομα, αυτό του τότε πρύτανη, τη στιγμή που τα υπόλοιπα, τα οποία και είχαν ουσιαστική εμπλοκή, αποσιωπώνται εντελώς. Δεν γνωρίζουν, άραγε, στη ΝΔ ότι αυτό συνιστά προφανή και κατάφωρη στοχοποίηση ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει το τεκμήριο της αθωότητας και τον οποίο δείχνουν ως δήθεν κεντρικό πρόσωπο σε μια υπόθεση, πριν ακόμη προχωρήσει η ανάκριση, εντελώς ατεκμηρίωτα και χωρίς καθόλου στοιχεία;

Ψέμα τρίτο: Επί της ουσίας πρόκειται για μια υπόθεση η οποία απλώς συνέβη κατά τη διάρκεια που πρύτανης ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Αττικό Μετρό ΑΕ. Όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο για παρόμοιους διαγωνισμούς υλοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου από τα προβλεπόμενα όργανα του ΑΠΘ και συγκεκριμένα τις δύο αντιπρυτανείες Έρευνας και Οικονομικών, στις οποίες με ΦΕΚ είχε εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα, καθώς και από τις επιτροπές που αυτές είχαν ορίσει και από τις διοικητικές υπηρεσίες του ΑΠΘ. Ουδεμία ανάμιξη του τότε πρύτανη υπήρξε σε αυτές τις διαδικασίες, που να δικαιολογεί τη δυνατότητα και να στηρίζει την υποψία μεθόδευσης από πλευράς του. Είναι σαν να λέμε ότι ασκούνται ποινικές διώξεις για μια υπόθεση χρηματισμού σε κάποια Εφορία και κατηγορείται ο υπουργός Οικονομικών ή και ο Πρωθυπουργός της χώρας, ότι μεθόδευσαν τη διαφθορά…

Ψέμα τέταρτο: Όταν ολοκληρώθηκαν οι διαγωνιστικές διαδικασίες και οι προβλεπόμενοι έλεγχοι από τη Διαχειριστική Αρχή της Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η υπόθεση της αγοράς του ακινήτου συζητήθηκε, με εισήγηση των δύο αρμόδιων αντιπρυτάνεων, στη Σύγκλητο. Κατά τη συζήτηση αυτή, η εισήγηση των αντιπρυτάνεων έγινε ομοφώνως δεκτή από τα μέλη της Συγκλήτου, αφού δόθηκαν οι διαβεβαιώσεις από τους νομικούς συμβούλους του ΑΠΘ, όσο και από τις κατά νόμο αρμόδιες ελεγκτικές αρχές, για τη νομιμότητα τόσο των διαδικασιών, όσο και του αποτελέσματος του διαγωνισμού. Αυτή ήταν η πρώτη και μόνη εμπλοκή του τότε πρύτανη στην υπόθεση, ως προεδρεύοντος της Συγκλήτου.

Ψέμα πέμπτο: Η τελική αγορά του κτιρίου έγινε από τις επόμενες πρυτανικές αρχές. Ο επόμενος και σημερινός πρύτανης μάλιστα, όπως δήλωσε στα ΜΜΕ, αφού εξέτασε τη νομιμότητα των διαδικασιών και «τα βρήκε όλα εντάξει», προχώρησε στην αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Αξίζει τον κόπο, πάντως, η πληροφορία ότι ο πρύτανης, επί των ημερών του οποίου αγοράστηκε το συγκεκριμένο ακίνητο, δεν συμπεριλαμβάνεται στους διωκόμενους. Πώς να ζητήσει, άλλωστε, η ΝΔ την παραίτηση ενός πρύτανη που είναι πολιτικός της φίλος;

Η Δεξιά συνεχίζει την ιστορία της στοχοποίησης και ηθικής εξόντωσης των πολιτικών της αντιπάλων με κατασκευασμένες ιστορίες, με ψέματα, με συκοφαντίες και βρώμικα μέσα. Μόνο που το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Όπως σε όλες τις υποθέσεις, οι οποίες κατασκευάστηκαν για να εξοντωθεί ο τότε πρύτανης, αποδείχθηκε η αλήθεια και έπεσε η σκευωρία, έτσι θα συμβεί και τώρα.

Το μόνο που αποδεικνύει ο κατήφορος στον οποίο οδηγείται όποιος προσπαθεί να εξολοθρεύσει τους πολιτικούς του αντιπάλους με βρώμικα μέσα, είναι ότι «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια».

Γιατί και ο τελευταίος Έλληνας γνωρίζει πόσο ανήθικο είναι, όταν εξαντλείται το πολιτικό οπλοστάσιο, να επιστρατεύονται τα βρώμικα μέσα…

(*) Ο Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι καθηγητής ΑΠΘ, προέδρος της Αττικό Μετρό ΑΕ