Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου: Περιήγηση στα άγνωστα ιστορικά μονοπάτια του «κολαστηρίου»

Μια από τις πιο δραματικές περιόδους του εμφυλίου «φωτίζει» το Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου που δημιούργησαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) σε συνεργασία με το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού. Μέσα από επιστημονικά κείμενα αλλά και μοναδικά τεκμήρια από τις συλλογές των ΑΣΚΙ οι επισκέπτες του ψηφιακού μουσείου θα ανακαλύψουν πολλά άγνωστα στοιχεία της ιδιαίτερης ιστορίας της Μακρονήσου, που λειτούργησε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης «εθνικής αναμόρφωσης» για χιλιάδες κομμουνιστές, πολιτικούς κρατούμενους και λιποτάκτες στρατιώτες.

«Θέλαμε να διασώσουμε κάποια στοιχεία του τόπου αλλά και της μνήμης μέσα από ψηφιακή μορφή. Άλλωστε σήμερα δεν είναι εύκολο κάποιος να επισκεφτεί τον χώρο. Επιπλέον, τα περισσότερα κτίρια της Μακρονήσου είναι πλέον ερείπια» τόνισε στη DailyThess, ένας από τους συγγραφείς των κειμένων, ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας του πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Πολυμέρης Βόγλης.

«Η εμπειρία της Μακρονήσου καθόρισε τις μνήμες χιλιάδων ανθρώπων»

Ομάδα επιστημόνων των ΑΣΚΙ επεξεργαζόταν για πάνω από ένα χρόνο τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της προκειμένου στη συνέχεια να συγκεντρωθούν και να τοποθετηθούν στην πλατφόρμα του ψηφιακού μουσείου. «Η ιδέα της δημιουργίας του μουσείου προέκυψε από την ανάγκη να δημοσιοποιήσουμε το υλικό που συγκεντρώσαμε. Η έρευνα μας ήταν ανοικτή σε επιστήμονες, όμως το υλικό δεν ήταν εύκολα προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Θέλαμε, ουσιαστικά, να κάνουμε πιο δημόσια την ιστορική εμπειρία για έναν τόπο, από τον οποίον πέρασαν χιλιάδες κρατούμενοι. Η εμπειρία της Μακρονήσου καθόρισε τις μνήμες χιλιάδων ανθρώπων», σημείωσε ο κ. Βόγλης, προσθέτοντας ότι μέσα από αυτό το εκπαιδευτικό υλικό οι νεότερες γενιές ανθρώπων θα μπορούσαν να ξανασκεφτούν τον εγκλεισμό.

Ο επισκέπτης ενός από τα λίγα ψηφιακά μουσεία στην Ελλάδα, αυτό του Ψηφιακού Μουσείου Μακρονήσου, μπορεί να αναζητήσει ονόματα, φωτογραφικό υλικό, αρχειακά τεκμήρια, χάρτες, μαρτυρίες, κείμενα μεταξύ των οποίων επιστολή του Μενέλαου Λουντέμη αλλά και φωτογραφίες από τον εγκλεισμό του Γιάννη Ρίτσου.

Τα κείμενα του Ψηφιακού Μουσείου Μακρονήσου υπογράφουν οι Πολυμέρης Βόγλης, ιστορικός, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Θανάσης Γάλλος, ιστορικός, Κατερίνα Γκίκα, αρχαιολόγος, Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Άντα Κάπολα, ιστορικός, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, ιστορικός, επίκουρος καθηγητής ΕΚΠΑ, Στρατής Μπουρνάζος, ιστορικός, Τάσος Σακελλαρόπουλος, ιστορικός, υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων Μουσείου Μπενάκη.

Γιατί η Μακρόνησος

Όπως απαντούν οι συντελεστές του ψηφιακού μουσείου στην ερώτηση «Γιατί η Μακρόνησος», η ίδρυση και λειτουργία του στρατοπέδου της Μακρονήσου από το 1947 συνιστά τομή για τα μέχρι τότε δεδομένα: ένας τόπος ακατοίκητος θα «κατοικηθεί» αποκλειστικά από τους εξόριστους, πολίτες και οπλίτες, για την «αναμόρφωση» των οποίων θα εφαρμοστεί ένα πρωτοφανές σχέδιο προπαγάνδας, ψυχολογικού πολέμου και βασανισμού (σωματικού και ψυχικού). Το σχέδιο έχει δύο στόχους, έναν ομολογημένο, την επαναφορά των κρατουμένων στον «υγιή εθνικό κορμό», και έναν δεύτερο, ανομολόγητο: τη συντριβή τους, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατον, όταν επιστρέψουν στα σπίτια τους, να συνεχίσουν την πολιτική δράση τους.

Οι βασικές ιδιαιτερότητες που ξεχωρίζουν τη Μακρόνησο από τους άλλους τόπους εξορίας στον ελληνικό χώρο –παλαιότερους, σύγχρονους και μεταγενέστερους– είναι:

α) Ο μεγάλος αριθμός εξορίστων, πολιτών και στρατιωτών. Δεν διαθέτουμε ακριβή αριθμητικά δεδομένα. Επίσημες πηγές (λ.χ. τα στοιχεία που δίνουν στη Βουλή, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1950, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Γεώργιος Παπανδρέου) μιλάνε για 40.000 περίπου κρατούμενους, το διάστημα από τα μέσα του 1947 μέχρι τις αρχές του 1950, ενώ οι ίδιοι οι κρατούμενοι ανεβάζουν τον αριθμό σε πάνω από 100.000, για το συνολικό διάστημα λειτουργίας του στρατοπέδου (1947-1957).

β) Η έκταση και η ένταση των ατομικών και συλλογικών βασανιστηρίων. Ξεκινώντας από καψόνια και στερήσεις το 1947, πολύ γρήγορα το στρατόπεδο εξελίσσεται σε ένα σύστημα οργανωμένου βασανισμού, σωματικού και ψυχολογικού. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο μηχανισμός καταπίεσης στελεχώνεται, σε μεγάλο βαθμό, από «ανανήψαντες», πρώην κρατούμενους.

γ) Το ότι το στρατόπεδο αποτελεί το μεγαλύτερο έμπεδο του Εθνικού Στρατού, τα χρόνια του Εμφυλίου. Ο περιορισμός στο νησί χιλιάδων «υπόπτων» νέων στερούσε από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) μια μεγάλη δεξαμενή στρατολόγησης.

δ) Ο κεντρικός ρόλος τον οποίο καταλαμβάνει η Μακρόνησος στην κρατική προπαγάνδα. Το νησί επισκέπτονται το βασιλικό ζεύγος, υπουργοί, ανώτατοι στρατιωτικοί, ιεράρχες, καθηγητές πανεπιστημίου και διανοούμενοι, έλληνες και ξένοι δημοσιογράφοι, πρεσβευτές, οι οποίοι εκδηλώνουν τον ενθουσιασμό τους για το επιτελούμενο έργο. Ταυτόχρονα, πραγματοποιούνται παρελάσεις «ανανηψάντων» στην Αθήνα, μια μεγάλη έκθεση στο Ζάππειο, εκδόσεις κ.ά. Η Μακρόνησος αναγορεύεται, έτσι, σε εθνικό σύμβολο και πρότυπο για τον αντικομμουνιστικό αγώνα, με διεθνή εμβέλεια.

ε) Το γεγονός ότι όσο γίνονται γνωστά τα βασανιστήρια (διαδικασία που κορυφώνεται το 1950 με τη μεγάλη εκστρατεία της εφημερίδας Μάχη), η Μακρόνησος μετατρέπεται και σε εμβληματικό αρνητικό σύμβολο. Μετά τον Απρίλιο του 1950, με την άνοδο στην εξουσία της κεντρώας κυβέρνησης Πλαστήρα, η Μακρόνησος, σταδιακά, μετατρέπεται σε σύμβολο του ακραίου βασανισμού, σωματικού και ψυχικού («κολαστήριο», «νέο Νταχάου»), όχι μόνο στον αριστερό, αλλά ευρύτερα στον δημόσιο λόγο.