“Το μέσο βάρος των θηλαστικών θα μειωθεί κατά 25% τον επόμενο αιώνα”

Όσο περνούν τα χρόνια στον πλανήτη μας θα επικρατούν ολοένα μικρότερα σε μέγεθος θηλαστικά ζώα και πουλιά, με αποτέλεσμα σε 100 χρόνια να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί τα μεγάλα ζώα, προειδοποιούν Βρετανοί επιστήμονες. Το μέλλον ανήκει στα μικρόσωμα και γρήγορα ζώα που γεννούν πολλούς απογόνους και τρώνε έντομα, τα οποία μπορούν να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν σε πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα. Ανάμεσα στους «νικητές» θα είναι σίγουρα τα τρωκτικά και τα ωδικά πτηνά, ενώ άλλα ζώα όπως οι ελέφαντες, οι ρινόκεροι, οι ιπποπόταμοι, οι καμηλοπαρδάλεις, οι τίγρεις και οι αετοί, που δεν έχουν την ίδια προσαρμοστικότητα, οδεύουν προς εξαφάνιση.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, με επικεφαλής τον Ρομπ Κουκ, που ανέλυσαν στοιχεία για 15.484 είδη ζώων και πουλιών της ξηράς και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Nature Communications”, προβλέπουν ότι το μέσο βάρος των θηλαστικών θα μειωθεί κατά 25% μέσα στον επόμενο αιώνα. Συγκριτικά, εκτιμάται ότι κατά τα προηγούμενα 125.000 χρόνια το σώμα των ζώων είχε μειωθεί μόνο κατά 14%.

Σχεδόν 600 είδη φυτών έχουν εξαφανιστεί τελείως από τη φύση κατά τα τελευταία 250 χρόνια, σύμφωνα με την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα εκτίμηση για το θέμα από Βρετανούς και Σουηδούς επιστήμονες. Ο ρυθμός εξαφάνισης των φυτών είναι υπερδιπλάσιος του ρυθμού εξαφάνισης των ζώων, πουλιών και αμφίβιων, και έως 500 φορές μεγαλύτερος από τον φυσικό ρυθμό που υπήρχε πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Ο αριθμός των εξαφανισμένων φυτών είναι περίπου τετραπλάσιος από αυτόν του καταλόγου της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης (IUCN).

Οι επιστήμονες των Βασιλικών Βοτανικών Κήπων Κιου της Βρετανίας και του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, που μελέτησαν στοιχεία για περισσότερα από 330.000 είδη και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Nature Ecology and Evolution”, σύμφωνα με το BBC, το “Nature” και το “New Scientist”, βρήκαν ότι από το 1753 μέχρι σήμερα εξαφανίστηκαν 571 είδη φυτών, έναντι 217 ειδών πουλιών, ζώων και θηλαστικών.  Η νέα έρευνα δεν βασίζεται σε εκτιμήσεις, αλλά σε πραγματικά δεδομένα.

Μεγάλα τμήματα της Ασιατικής Ρωσίας μπορεί να γίνουν περισσότερο φιλόξενα και κατοικήσιμα έως το τέλος του αιώνα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με μια νέα ρωσο-αμερικανική επιστημονική μελέτη. Οι ερευνητές από το ρωσικό Ομοσπονδιακό Κέντρο Ερευνών του Κρασνογιάρσκ στη Σιβηρία και το αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Αεροδιαστημικής στη Βιρτζίνια, με επικεφαλής την δρα Ελένα Παρφένοβα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό περιβαλλοντικών ερευνών “Environmental Research Letters”, εξέτασαν διάφορα κλιματολογικά σενάρια και τις πιθανότητες να ανοίξουν νέες δυνατότητες εγκατάστασης ανθρώπων στη Σιβηρία και ευρύτερα στην Ασιατική Ρωσία.

Η περιοχή αυτή, που εκτείνεται ανατολικά από τα Ουράλια ως τον Ειρηνικό Ωκεανό, έχει μια έκταση 13 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων και αποτελεί το 77% της ξηράς της Ρωσίας. Όμως ζουν σε αυτήν μόνο το 27% του σημερινού πληθυσμού της χώρας και αυτοί είναι συγκεντρωμένοι κυρίως στη νότια ζώνη, όπου το κλίμα είναι κάπως πιο ήπιο και το έδαφος πιο εύφορο.

Εκατοντάδες μεγάλα ποτάμια σε όλη τη Γη περιέχουν επικίνδυνα υψηλά επίπεδα αντιβιοτικών, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική έρευνα, τη μεγαλύτερη πάνω στο ζήτημα μέχρι σήμερα. Τα αντιβιοτικά καταλήγουν στα ποτάμια και στο έδαφος μέσω των ανθρωπίνων και ζωικών αποβλήτων, καθώς και των λυμάτων των φαρμακοβιομηχανιών. Η ρύπανση με αντιβιοτικά βοηθά τα μικρόβια να γίνουν πιο ανθεκτικά στα φάρμακα που προορίζονται για τους ανθρώπους. Η συνεχής αύξηση της ανθεκτικότητάς τους αποτελεί ένα ολοένα σοβαρότερο πρόβλημα δημόσιας υγείας παγκοσμίως και μπορεί να προκαλέσει έως δέκα εκατομμύρια πρόσθετους θανάτους έως 2050, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του ΟΗΕ.  Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή περιβαλλοντικής επιστήμης ‘Αλιστερ Μπόξολ του βρετανικού Πανεπιστημίου της Υόρκης, που έκαναν τη σχετική ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο στο Ελσίνκι, σύμφωνα με τη «Γκάρντιαν», πήραν δείγματα από 711 σημεία ποταμών σε 72 χώρες και βρήκαν παρουσία αντιβιοτικών στα δύο τρίτα από αυτά (65%). Στις 111 δειγματοληψίες του νερού οι συγκεντρώσεις των αντιβιοτικών ξεπερνούσαν τα επίπεδα ασφαλείας, σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και κατά 300 φορές πάνω από το όριο.