Σ. Φάμελλος: «Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό είναι συνεχής»

«Σήμερα, 73 χρόνια μετά, η Θεσσαλονίκη γιορτάζει επίσημα, για δεύτερη φορά, την απελευθέρωσή της από το ναζισμό. Χαιρετίζουμε αυτή την επιλογή», ανέφερε ο Αν. ΥΠΕΝ, Σωκράτης Φάμελλος, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση στις εκδηλώσεις για την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο Σωκράτης Φάμελλος τόνισε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν ανέκαθεν η πόλη των πολιτισμών, των θρησκειών και των εθνοτήτων. Αυτό έδωσε, ως απόσταγμα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πόλης. Όμως, η ναζιστική κατοχή από το 1941 ώς το 1944, με το ξεκλήρισμα της εβραϊκής κοινότητας, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα, σε μια κοινωνία που είχε μάθει επί αιώνες να ζει αλλιώς.

«Διαχρονικά, η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η πολυπολιτισμική πόλη, είναι και η ιστορικά, προοδευτική και δημοκρατική πόλη. Η Φεντερασιόν, οι καπνεργάτες, ο Μάης του ’36, οι αγώνες των εργατών και των κινημάτων, το φιλειρηνικό κίνημα, οι διανοούμενοί της έχουν θέσει βαθιά στο DNA της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης τις αξίες της δημοκρατίας, της ισονομίας, των ατομικών δικαιωμάτων», σημείωσε ο Σωκράτης Φάμελλος, προσθέτοντας ότι την περίοδο της Κατοχής τα αντιστασιακά αντανακλαστικά της Θεσσαλονίκης ξύπνησαν για τα καλά. “Μέσα στο σκοτάδι της Κατοχής, εμφανίστηκαν οργανώσεις και συλλογικότητες με έντονη μαχητικότητα και αρχές, που υπερέβαιναν κατά πολύ το πλαίσιο μιας εθνικοαπελευθερωτικής πρωτοβουλίας. Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ πρότειναν τη ριζοσπαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας με ένα νέο ενιαίο αφήγημα: Αντιφασισμός, μόρφωση, ευημερία, συνύπαρξη των λαών, ειρήνη, πολιτισμός. Με τη νεολαία σε πρωταγωνιστικό ρόλο».

Στις 30 Οκτωβρίου του 1944 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται από το ναζιστικό ζυγό από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Η είδηση μεταδίδεται αστραπιαία, από στόμα σε στόμα, και αμέσως αρχίζουν να συγκροτούνται αυθόρμητα μεγάλες διαδηλώσεις, που καταλήγουν στην Αγίας Σοφίας. Οι δρόμοι πλημμυρίζουν από κόσμο που επιτέλους γεύεται τη χαρά της νίκης. Ο ΕΛΑΣ διασχίζει συντεταγμένα τις συνοικίες της Άνω πόλης και κατευθύνεται προς το κέντρο, μέσα στην αποθέωση του πλήθους που τον ραίνει με άνθη και τον στεφανώνει με δάφνες.

«Ευγνώμων η Θεσσαλονίκη προς τον απελευθερωτή μας ΕΛΑΣ και το Πανεθνικό ΕΑΜ γιόρτασε σε μια παλλαϊκή αποθέωση τη Λευτεριά, που “από τη Λαμπρή είναι η μέρα πιο λαμπρή”, και την ανάστασή της», έγραφε στο πρωτοσέλιδο επετειακό χρονικό της η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η πρώτη αντιστασιακή εφημερίδα που εκδόθηκε  στην κατεχόμενη Ευρώπη, στους Αμπελόκηπους της Θεσσαλονίκης, στις 15 Μαΐου 1941.

Οι γερμανικές δυνάμεις, πριν υποχωρήσουν από τη Θεσσαλονίκη, ναρκοθετούν τις κεντρικές υποδομές της με στόχο να παραλύσουν τη ζωή και την κίνηση της πόλης. Ανατινάζουν το λιμενοβραχίονα και αποπειρώνται να ανατινάξουν το κεντρικό υδραγωγείο στην περιοχή της Παναγίας Φανερωμένης, και την Ηλεκτρική Εταιρία στην οδό Αγίου Δημητρίου.  Όμως, -όπως συνέβη και στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι του Πειραιά-, ο ΕΛΑΣ δίνει μάχη και αναγκάζει τους ναζί σε υποχώρηση. Ταυτόχρονα, τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ σώζει από την ανατίναξη τους αλευρόμυλους Αλλατίνι. Ήταν πάνω από  10 ημέρες που ο ΕΛΑΣ ήλεγχε την Άνω πόλη, την Καλαμαριά και τα Δυτικά, πάνω από την Εγνατία.

«Δυστυχώς, κατά τα χρόνια που προηγήθηκαν, και ειδικά τα χρόνια που ήταν νωπές ακόμα οι πληγές από τις θηριωδίες της κατοχής, δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια ώστε να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί με τη δοσιλογική δράση στην πόλη. Αντίθετα, έγιναν πολλές απόπειρες για να ξαναγραφτεί η Ιστορία, ώστε να χωρέσει στα μέτρα του μετεμφυλιακού κράτους. Από την πρώτη επέτειο, το 1945, απειλήθηκαν επεισόδια για να μην προχωρήσει ο εορτασμός. Και οι πρωτοβουλίες Γιαννούση-Μανναβή, επίσης έμειναν χωρίς συνέχεια», σχολίασε ο Σωκράτης Φάμελλος.

 

Και συνέχισε: “Οφείλουμε να μιλήσουμε στα παιδιά μας ξεκάθαρα. Ποιον ωφελούσε να μη θυμόμαστε την 30η Οκτωβρίου του 1944, ημέρα απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης; Γιατί αν μιλήσουμε για τη μέρα της Απελευθέρωσης θα πρέπει υποχρεωτικά και να ξεκαθαρίσουμε ποιοι αγωνίστηκαν γι’ αυτήν και ποιοι όχι, δηλαδή ποιοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές”.

Θα πρέπει επίσης “να μιλήσουμε για τα εγκλήματα πολέμου, και τους χιλιάδες εβραίους της Θεσσαλονίκης που δεν γύρισαν ποτέ από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν. Για τον τρόπο που συγκροτήθηκε το μετεμφυλιακό εθνικό αφήγημα, με ό,τι συμπεριέλαβε και ό,τι απέκλεισε, εκβιάζοντας και συμπιέζοντας την ιστορική μνήμη. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, η προσπάθεια αυτή έγινε με στόχο να σβήσει και απαγορεύσει κάθε μνήμη, κάθε σύνδεση με το προοδευτικό παρελθόν της πόλης, ποινικοποιώντας την προοδευτική και δημοκρατική άποψη”.

“Είναι καθήκον της πόλης της Θεσσαλονίκης -αλλά και της ελληνικής πολιτείας- η ανασύσταση της ιστορικής μνήμης με όρους αλήθειας, χωρίς ιδεολογικές εμμονές και μονομέρειες”, κατέληξε ο Σωκράτης Φάμελλος. “Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται με αναφορά μόνο στο χθες, αλλά και στο σήμερα. Διότι, ο αγώνας απέναντι στο φασισμό είναι συνεχής, όπως κάθε αγώνας για δημοκρατία και ελευθερία. Διότι, σήμερα,  στη χώρα μας και στην Ευρώπη αμφισβητούνται ξανά οι πανανθρώπινες αξίες και τα δικαιώματα και έχουμε την ευθύνη να φωνάξουμε, κι εμείς με τη σειρά μας ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΜΟΣ”.

Συνεπώς, “ο εορτασμός της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης έρχεται να συναντήσει τον εορτασμό και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, να συνδέσει την ιστορική μνήμη με τη συλλογική συνείδηση, να δώσει νόημα στις γιορτές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, να δώσει διδάγματα στη νέα γενιά, να δώσει αξία και τραγούδι στις ιστορικές επετείους που ξεφτίζουν. Να στηρίξει την πατρίδα μας, σήμερα, που σηκωνόμαστε ξανά”.