«Σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε μεταξύ 2008 και 2016, με εξαίρεση την Ελλάδα»

Ο συνδυασμός ενός σχετικά υψηλού κατώτατου μισθού με ένα ισχυρό σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, το αποτελεσματικότερο μέσο για τη μείωση του ποσοστού των φτωχών εργαζομένων, επισήμανε η διοικήτρια του ΟΑΕΔ Μ. Καραμεσίνη

«Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, ο κατώτατος μισθός πάγωσε σε όλες τις χώρες της ΕΕ που πήραν δάνεια από διεθνείς θεσμούς και εφάρμοσαν υπό την επιτήρησή τους προγράμματα λιτότητας και νεοφιλελεύθερης προσαρμογής. Σε όλες, όμως, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, όταν έληξε η περίοδος του παγώματος». Αυτό δήλωσε, μεταξύ άλλων, η Μαρία Καραμεσίνη, διοικήτρια του ΟΑΕΔ και καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η οποία μίλησε στο διεθνές συνέδριο που διοργάνωσε το υπουργείο Εργασίας, υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου.

«Εντέλει», όπως σημείωσε, «σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ο πραγματικός κατώτατος μισθός αυξήθηκε μεταξύ 2008 και 2016, με εξαίρεση την Ελλάδα, όπου καταβαραθρώθηκε και δεν εξασφαλίζει πλέον προστασία από τη φτώχεια, ενώ αποτελεί πλήγμα στην αξιοπρέπεια των νέων».

«Στην αντίθετη κατεύθυνση», υπογράμμισε η κ. Καραμεσίνη, «η Γερμανία απέκτησε εθνικό κατώτατο μισθό το 2015, για να προστατεύσει τους μισθωτούς τού χαμηλόμισθου τομέα της οικονομίας, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία η κυβέρνηση Κάμερον αποφάσισε σημαντικές και συνεχείς αυξήσεις του κατώτατου μισθού, την περίοδο 2016-2020, προκειμένου να περιορίσει τις κοινωνικές δαπάνες για επιδόματα στους χαμηλόμισθους εργαζόμενους».