Στ. Παππάς: Το δικό μας κόμμα

Επειδή το οργανωτικό συνέδριο για λόγους αντικειμενικούς φαίνεται ότι αναβάλλεται, ωστόσο όμως έχει ξεκινήσει διάλογος αναφορικά με το κόμμα, επαναφέρω κάποιες σκέψεις μου με κάποιες συμπληρωματικές προσθήκες.

Του Στέλιου Παππά*

Με βάση τη διαχρονική εμπειρία αλλά και τις αρχές που έχουν διατυπωθεί για τη λειτουργία και το ρόλο των κομμάτων, γίνεται φανερό ότι δεν μπορεί να διατυπωθεί μια ενιαία θεωρία για το κόμμα. Στην πραγματικότητα εμφανίζονται κόμματα με σαφώς διαφορετικά οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Είναι σαφές ότι συντηρητικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν θεμελιώδη διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα χαρακτηριστικά αριστερών και κομουνιστικών κομμάτων.
Αλλά και ανάμεσα στα αριστερά κόμματα υπάρχουν σαφείς διαφορές. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικά τα χαρακτηριστικά ποπουλίστικων κομμάτων από τα χαρακτηριστικά των κομμάτων «νέου τύπου» που εγκαινίασε η λενινιστική αντίληψη. Και τα δύο προηγούμενα έχουν ουσιώδη διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα «κόμματα μελών».
Ανεξάρτητα από το εάν οι καταστατικές αρχές των κομμάτων αυτών τηρούνται και σε ποιο βαθμό και μόνο η απλή ανάγνωσή τους καταδεικνύει τη διαφορά. Ασφαλώς υπάρχουν και μικρότερα σχήματα τα οποία συγκροτούνται χωρίς καμία καταστατική βάση και αρχή, απλώς ως ομάδες.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των κομμάτων ανεξαρτήτως φάσματος και μεγέθους είναι ότι αποτελούν σημαντικούς ή λιγότερο σημαντικούς θεσμούς του πολιτικού εποικοδομήματος και κατά κανόνα του υποσυνόλου του, που είναι το πολιτικό σύστημα.
Ασφαλώς, σε περιόδους που καταργούνται θεμελιώδεις λειτουργίες δημοκρατίας (π.χ. στρατιωτικά και δικτατορικά καθεστώτα) εμφανίζονται πολιτικές οργανώσεις και πολιτικά συστήματα που δραστηριοποιούνται έξω από το επίσημο πολιτικό σύστημα.
Από την εμπειρία λοιπόν καταδεικνύεται ότι κάθε κόμμα προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά που αντλεί από τις μονιμότερες ιδεολογικές, πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του.

Ας τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

1. Το κόμμα είναι ένας θεσμός που λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο του συνολικότερου πολιτικού συστήματος υπό προϋποθέσεις. Δηλαδή υπό την προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα επιτρέπει την λειτουργία των κομμάτων (δικτατορίες την απαγορεύουν) ή το συγκεκριμένο κόμμα ή ομάδα πολιτών εκτιμά ότι δεν μπορεί να συμμετέχει στις λειτουργίες ενός συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος.
2. Σε κάθε χώρα το πολιτικό σύστημα αποτυπώνει την ιστορικότητα της, τους πολιτικούς συσχετισμούς της συγκεκριμένης περιόδου, αλλά και το σύστημα αξιών κάθε λαού. Η ιστορία έχει καταγράψει πολλές μορφές πολιτικών συστημάτων πολυκομματικά, μονοκομματικά ή και δικτατορικά πολιτικά συστήματα. Από τα προηγούμενα καταδεικνύεται ότι υπάρχουν αρκετοί τύποι πολιτικών συστημάτων.
3. Κεντρικό ρόλο σε κάθε πολιτικό σύστημα διαδραματίζει η κυβέρνηση. Δηλαδή η πολιτική δύναμη που εντέλλεται να λειτουργήσει τους κρατικούς θεσμούς προκειμένου να υλοποιήσει το πρόγραμμα και τις συνολικότερες στρατηγικές της επιλογές. Ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται μια κυβέρνηση συναρτάται από τον χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος.
4. Τα πολιτικά συστήματα αποτελούν στοιχείο του συνολικού εποικοδομήματος ή πιο σωστά του πολιτικού εποικοδομήματος δεδομένου ότι κάθε δράση, κάθε έκφραση βούλησης ή κάθε διατύπωση αξιών και δικαιωμάτων ή κάθε θρησκευτική προτίμηση κλπ, αποτελούν πολιτική δραστηριότητα με την γενική έννοια του όρου.
5. Τούτων δεδομένων κάθε κόμμα στο πλαίσιο των αρχών του, των θέσεων του αλλά και των καταστατικών του ρυθμίσεων, οφείλει να διατυπώσει την σχέση του με όλο το πλέγμα τόσο των θεσμών του πολιτικού συστήματος, όσο και με το σύνολο των λειτουργιών του πολιτικού εποικοδομήματος ( π.χ. σχέση κόμματος και θρησκευτικών οργανώσεων, ή σχέση κόμματος και δικαιοσύνης ή σχέση κόμματος με οικονομικά συμφέροντα ή με τα ΜΜΕ ή με το στρατό ή με τα πολύμορφα κινήματα ή με τα κινήματα δικαιωμάτων κλπ).
6. Η σχέση κάθε κόμματος τόσο με τους θεσμούς του πολιτικού συστήματος όσο και με το σύνολο του πολιτικού εποικοδομήματος υπόκειται στους περιορισμούς του καταστατικού χάρτη κάθε χώρας (Σύνταγμα ή πλέγμα Νόμων) και φυσικά στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των κομμάτων το οποίο θεσμοθετείται με Συνταγματική επιταγή.
7. Είναι πιθανόν το Συνταγματικό πλαίσιο να παρουσιάζει ανελαστικότητες τέτοιες που δεν επιτρέπουν την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού πολιτικού σχεδίου το οποίο έχει εγκρίνει μεν ο λαός με την εκλογή αντίστοιχου πολιτικού κόμματος. Τότε είναι σαφές ότι στην κρίση του Λαού θα τεθεί η διαδικασία Συνταγματικής αναθεώρησης. (π.χ. Αν το Σύνταγμα απαγορεύει την ανεξιθρησκία ή περιορίζει την λατρευτική διαδικασία σε κάποια θρησκευτικά δόγματα, ενώ ταυτόχρονα η εξέλιξη έχει διαμόρφωση μια νέα συνείδηση στο Λαό πιο ανεκτική. Πολλά παραδείγματα θα μπορούσε να αναφερθούν).
8. Με βάση όλα τα παραπάνω νομίζω ότι όταν διατυπώνουμε αρχές και λειτουργίες ενός κόμματος και πολύ περισσότερο του κόμματος της Αριστεράς, είναι απόλυτα αναγκαίο να ορίζουμε και την σχέση τόσο της πολιτικής μας συλλογικότητας όσο και κάθε μέλους ατομικά με όλο τα φάσμα των θεσμών και των φαινομένων που εξελίσσονται γύρω μας, με όλο το πολιτικό εποικοδόμημα. (Παράδειγμα-Ερώτημα 1ον Ένας/Μία Υπουργός μέλος του κόμματος λειτουργεί με βάση τον νόμο ή με βάση το καταστατικό του κόμματος σε περίπτωση που αυτά τα δύο δεν εναρμονίζονται; 2ον Ένας/Μία Δικαστής λειτουργεί με βάση το υφιστάμενο δίκαιο ή με αυτό που το κόμμα θα ήθελε να καθιερώσει; 3ον Ένας/Μία εκπαιδευτικός λειτουργεί με βάση το εκπαιδευτικό πλαίσιο της χώρας ή με βάση αυτό που θεωρούμε ότι πρέπει να καθιερώσουμε; κλπ ).
9. Εκτός από επιδίωξη μας για δικαιότερη κατανομή του πλούτου που παράγεται στην χώρα, έχουμε υποχρέωση, να μεταλαμπαδεύσουμε την διαμόρφωση των όρων για ένα σύστημα αξιών και ένα πολιτισμικό πλαίσιο απελευθερωτικό, για να αλλάξει αυτό που έχουν καταλείπει στην χώρα οι συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουμε να διαμορφώσουμε καταστατικά μια δυναμική σχέση με όλα τα προηγούμενα και να καθιερώσουμε μια δυναμικά εξελισσόμενη δημοκρατία, ώστε η δημοκρατική νομιμότητα να συνεπάγεται και την δίκαια κατανομή του πλούτου και την δυνατότητα να έχουμε μια κοινωνία ανοιχτή στο μέλλον και ικανή να ενσωματώνει τις κατακτήσεις στο επίπεδο των επιστημών και τις ανησυχίες και τις αξίες που κομίζουν νέα ρεύματα.

Το δικό μας κόμμα

Ένα κόμμα του δικού μας ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος, οφείλει να προσδιορίζεται από τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της πολιτικής μας, δηλαδή, από το «Δημοκρατικό δρόμο για το Σοσιαλισμό» με δημοκρατία, ελευθερία και αυτοδιαχείριση.

Η ίδια η στρατηγική του επιλογή, του επιβάλει να είναι ένα κόμμα μαζικό, ένα κόμμα που ενισχύει την πρωτοβουλία των μελών του και λειτουργεί με βάση τις αρχές και το σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες.
Στην σημερινή φάση όπου αποτελεί επείγουσα ανάγκη η παραγωγική, η κοινωνική και η πολιτική ανασυγκρότηση, η δομή και η λειτουργία του κόμματος μας θα πρέπει να αντιστοιχηθεί με τα χαρακτηριστικά του πολιτικού μας σχεδίου.

Αν για παράδειγμα θεωρούμε ότι η ανασυγκρότηση περνάει μέσα από την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης (παραγωγικής, κοινωνικής και πολιτικής) , τότε έχουμε υποχρέωση να αντιστοιχήσουμε τις δομές του κόμματος με αυτό το πολιτικό σχέδιο, δηλαδή με ενίσχυση της περιφερειακής του δομής και με την αποκέντρωση του.

Αν θεωρούμε ότι η Ευρώπη είναι το ελάχιστο πεδίο στο οποίο θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε μια αξιόπιστη στρατηγική εναλλακτική προοπτική σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης το νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, τότε έχουμε χρέος να ενισχύσουμε κοινές δομές και δράσεις με αντίστοιχες δυνάμεις της Αριστεράς αλλά και πέραν αυτής για να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι και κατάλληλοι συσχετισμοί
Με βάση δηλαδή την στρατηγική του επιδίωξη οφείλει να συγκροτεί ευρείες πολιτικές και κοινωνικές πλειοψηφίες, σε Ελλάδα και Ευρώπη, ώστε οι αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τη κοινωνική, ιδεολογική και πολιτική συντήρηση να είναι επιτυχείς.
Επί της ουσίας, ο χαρακτήρας αυτών των αναμετρήσεων αναδεικνύει καθημερινά και αδιάλειπτα τη σύγκρουση ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση.
Αν θα θέλαμε να δώσουμε το συνολικό πολιτικό στίγμα για την σημερινή ιστορική περίοδο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «Επανάσταση της Δημοκρατίας σε Ελλάδα και Ευρώπη» ως θεμελιώδη προϋπόθεση για κοινωνική δικαιοσύνη.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής επιλογής το κόμμα μας εντέλλεται να ασκεί ένα κεντρικό ρόλο “Συλλογικού Διανοούμενου” και “οργανωτή της δράσης λαϊκών δυνάμεων και θεσμών προς αυτόν τον πολιτικό και στρατηγικό προσανατολισμό”.

Με μια κουβέντα να ασκεί μέσα στο σύνολό του πολιτικού συστήματος, αλλά και ευρύτερα στο συνολικό πολιτικό εποικοδόμημα ” Ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία”.

Πρακτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως παράδειγμα, δημοσκοπήσεις όπου το ερώτημα στους πολίτες είναι: Ποιο θεσμό εμπιστεύεστε; Δηλαδή ο πολίτης αν αναγνωρίζει ότι το κόμμα μας είναι θεσμός τον οποίο εμπιστεύονται οι πολίτες, αυτό επιβεβαιώνει την ιδεολογική και πολιτική του ηγεμονία. Και όσο αυτή διευρύνεται και εμπεδώνεται, τόσο μεγαλύτερη είναι και η επιρροή του κόμματος.
Γίνεται κατανοητό, ότι με βάση την ανάγκη να διευρύνει την ιδεολογική και πολιτική του ηγεμονία είναι αναγκαία η συμμετοχή του κάθε μέλους στη διαμόρφωση των πολιτικών του επιλογών και στην υλοποίηση των πολιτικών του στόχων.

Η έννοια της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας εμπεδώνεται αφενός από τη δράση των μελών και στελεχών του, αλλά και από τη διαλεκτική σχέση που πρέπει να καθιερώσει και να αναπτύξει με το υπόλοιπο πολιτικό εποικοδόμημα και φυσικά, με το πολιτικό σύστημα. Δηλαδή, οφείλει να έχει καταστατικά οριοθετημένες σχέσεις με θεσμούς και δράσεις που επηρεάζουν την πολιτική συνείδηση, την κουλτούρα και την συνολικότερη ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση των πολιτών. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ως ανάγκη οριοθέτησης των σχέσεων του κόμματος με θεσμούς όπως:
1. Με την Νομοθετική Εξουσία (Κοινοβούλιο)
2. Με την εκτελεστική Εξουσία (Κυβέρνηση, Προεδρία Δημοκρατίας)
3. Με τις δομές και τους μηχανισμούς του κράτους (αστυνομία, στρατό, Κρατικούς Οργανισμούς, κλπ.)
4. Με τις δομές απονομής της Δικαιοσύνης.
5. Με άλλους πολιτικούς και ιδεολογικούς θεσμούς του πολιτικού εποικοδομήματος και όχι μόνο με τους θεσμούς του “Πολιτικού Συστήματος” όπως με τα θρησκευτικά δόγματα και τις λατρευτικές τους δομές.
6. Με πολιτικές κινήσεις, οργανώσεις και κόμματα.
7. Ειδικότερη σημασία έχει ο σαφής προσδιορισμός του κόμματος με το “Μαζικό κίνημα και τους θεσμούς του”.
8. Επίσης κεντρική σημασία έχει ο προσδιορισμός της σχέσης του με τα Οικονομικά Συμφέροντα.
9. Με τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ)
10 Με τις δομές και τις δράσεις αθλητικού περιεχομένου. (Παντός είδους αθλητικά σωματεία και τις δομές του αθλητικού κινήματος)
11 Με τον πολιτισμό.
Είναι σαφές ότι ο ρόλος κάθε ενός από τους παραπάνω θεσμούς ορίζεται από την θεσμική και την συνταγματική τάξη της χώρας και συνεπώς οι σχέσεις του κόμματος μας μαζί τους οφείλει να παίρνει υπόψη της το Συνταγματικό πλαίσιο.
Αλλά και στο βαθμό που το συνταγματικό πλαίσιο δεν διευκολύνει την δημοκρατική συνύπαρξη αυτών των θεσμών, καθήκον του κόμματος είναι να επεξεργαστεί τροποποιήσεις που θα επιτρέπουν στην Ελληνική Κοινωνία να είναι δημοκρατική, αλλά και ανοιχτή σε μεγάλες δημοκρατικές και κοινωνικές αλλαγές.
Όλα τα παραπάνω οφείλουν να αποτελούν στοιχεία ” Καταστατικών Ρυθμίσεων” ώστε να είναι απολύτως οριοθετημένος ο ρόλος του κόμματος μέσα στο ιδεολογικό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας.
Τα ερωτήματα στα οποία έχουμε υποχρέωση να απαντήσουμε δεν είναι αν κάποιο μέλος του κόμματος είναι ταυτοχρόνως Βουλευτής ή Υπουργός, αλλά ποια θα πρέπει να είναι η οριοθετημένη διακριτή σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους θεσμούς και πως θα διασφαλιστεί η δυνατότητα του κόμματος να διευρύνει την πολιτική και ιδεολογική του ηγεμονία ως “ο βασικός συλλογικός διανοούμενος και οργανωτής των δράσεων του λαού μας”.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στις καθημερινές λειτουργίες του κόμματος πρέπει να διασφαλίζεται η μεταφορά της συλλογικής εμπειρίας , να επιδιώκεται η συλλογική σύνθεση αυτών των εμπειριών και των δράσεων που αναπτύσσουν όλοι οι θεσμοί του πολιτικού εποικοδομήματος και η σύνθεση της συλλογικής εμπειρίας να επιστρέφει όσο το δυνατόν πιο αυθεντικά στην κοινωνία και στους θεσμούς του πολιτικού εποικοδομήματος.
Πρόκειται λοιπόν για μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο κόμμα και στους θεσμούς, φορείς της οποίας είναι τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος.
Δεν μπορεί να υπάρχουν λοιπόν απαγορευτικά όρια για τον τρόπο που θα συμμετέχουν τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος στις λειτουργίες του κόμματος και στις λειτουργίες των θεσμών. Αντίθετα έχουμε υποχρέωση να διασφαλίζουμε την καλύτερη και αποτελεσματικότερη σύνθεση των οργάνων του κόμματος, ώστε να διασφαλίζεται η αμφίδρομη σχέση κόμματος και θεσμών και φυσικά με πλήρη σεβασμό στην αυτονομία και στην πολιτική φυσιογνωμία κάθε θεσμού.

Ασφαλώς στο πλαίσιο των καταστατικών ρυθμίσεων, οφείλουμε να οριοθετήσουμε το χαρακτήρα και το ρόλο των οργάνων του κόμματος και την μεταξύ τους σχέση.
Οι αρχές αυτές επιβάλουν τη σαφή διάκριση εσωκομματικών εξουσιών ανάμεσα στα όργανα του κόμματος και στις αρμοδιότητες τους, ώστε να αποφεύγονται συγχύσεις, γραφειοκρατικές παραμορφώσεις και παραβιάσεις της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Τέλος, αρχές που οφείλει να τηρεί είναι η σαφής αποτύπωση της ισοτιμίας των δικαιωμάτων κάθε μέλους και η διασφάλιση των δικαιωμάτων μέσα από θεσμικές, διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες όπου, δε συμβιβάζεται η ταύτιση κριτή και κρινόμενου, ελεγκτή και ελεγχόμενου.

Σχέση κόμματος με το συνολικό σύστημα εξουσιών

Μία από τις θεμελιώδεις αρχές που απαρέγκλιτα το κόμμα μας τηρεί, είναι η αρχή της σαφούς οριοθέτησης τω αρμοδιοτήτων ανάμεσα στους φορείς της εξουσίας. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποτελεί και θεμελιώδη προϋπόθεση για την δημοκρατική οργάνωση, σε κάθε θεσμική συγκρότηση πολύ περισσότερο σε αυτό καθαυτό το κράτος.
Στην Ελλάδα και στην Ε.Ε. η εκτελεστική εξουσία ή ακυρώνει τη νομοθετική εξουσία ή χειραγωγεί την δικαστική εξουσία. Πρόκειται για ουσιώδες χαρακτηριστικό αυταρχικής εξουσίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται την αυτονομία της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Υπερασπίζεται τον αυστηρό περιορισμό και τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας στα όρια που της ορίζουν η νομοθετική και η δικαστική εξουσία.
Υπερασπίζεται την ανεξαρτησία όλων των εξουσιών της χώρας από οικονομικά συμφέροντα και από στρατηγικούς σχεδιασμούς τρίτων χωρών.
Όλες οι εξουσίες οφείλουν να αντλούν την δύναμη τους από τον λαό.
Θεωρεί ότι τα κόμματα αποτελούν αυτοτελείς θεσμούς της δημοκρατίας ανεξάρτητους και αυτόνομους από τους θεσμούς του κράτους. Ταυτόχρονα τα κόμματα οφείλουν να σέβονται την αυτονομία της δικαστικής εξουσίας, την αυτοτέλεια της νομοθετικής εξουσίας και την ανεξαρτησία της εκτελεστικής εξουσίας από κομματικές εξαρτήσεις.
Στη χώρα μας διαχρονικά δημιουργήθηκαν ο κρατικός μηχανισμός, ο στρατός, η Αστυνομία, οι υπηρεσίες του δημοσίου και δημόσιοι υπάλληλοι ως λάφυρο της εκάστοτε κυβέρνησης και η εκάστοτε κυβέρνηση, χειραγωγημένη από τη λογική της κομματικής πελατείας και του κομματαρχισμού.
Αυτές οι πρακτικές και οι αντιλήψεις είναι ασυμβίβαστες με την αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ρόλος ανάμεσα στο κόμμα και στην κυβέρνηση είναι διακριτός. Το κόμμα είναι ο θεσμός που μέσα από τις λειτουργίες του αναβαθμίζει την πολιτική λειτουργία και συμμετοχή των πολιτών, επεξεργάζεται πολιτικές και προωθεί προτάσεις μέσα από τις νομοθετικές δομές της πολιτείας, αλλά και μέσα στο λαό και στα μαζικά κινήματα.

Η κυβέρνηση είναι ο θεσμός που εντέλλεται να υλοποιεί το έργο της νομοθετικής εξουσίας, υπερασπιζόμενη την δημοκρατία και την διαφάνεια στην άσκηση των καθηκόντων της.

Τα μέλη του κόμματος που εργάζονται σε οποιανδήποτε υπηρεσία του κράτους (δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς, στρατό, αστυνομία, στους ΟΤΑ) ή ασκούν δημόσια εξουσία, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οφείλουν να υπερασπίζονται τη δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση του λαού και να σέβονται το Σύνταγμα.

Αντί επιλόγου

Στο κόμμα και στην κοινωνία οφείλουμε να είμαστε ανοιχτοί στα μηνύματα των καιρών. Αν αυτό το καταφέρουμε τότε θα έχουμε διαμορφώσει τους όρους της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας στην Ελληνική κοινωνία και όχι μόνο.

*Ο Στέλιος Παππάς είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ