Στήριξη στον εσωτερικό τουρισμό

Τυπικά η τουριστική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει και υπό άλλες συνθήκες, τουρίστες από όλο τον κόσμο θα είχαν καταφθάσει στη χώρα μας. Με τις σημερινές συνθήκες όμως που βιώνουμε συμβαίνει το αντίθετο.

Του Γιάννη Αργυριάδη*

Σίγουρα, από τα πρώτα μελήματα της κυβέρνησης είναι η διάσωση του ελληνικού τουρισμού. Άλλωστε, το επιβεβαιώνει και το κλισέ «είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας μας». Με τα στατιστικά που παρουσιάζονται σε καθημερινή βάση, υπάρχει ελπίδα ότι ένα μέρος της τουριστικής περιόδου μπορεί να διασωθεί. Όμως με την κατάσταση να μην έχει ομαλοποιηθεί σε πολλές χώρες και με τις αεροπορικές εταιρείες να βρίσκονται στον αέρα με ένα μόνο φτερό, είναι πολύ αμφίβολο αν πολλοί τουρίστες έρθουν από το εξωτερικό. Ήδη έχουν κυκλοφορήσει ξένα δημοσιεύματα στο διαδίκτυο, λίγα βέβαια, με τα οποία η Ελλάδα διαφημίζεται ως ένας ασφαλής τουριστικός προορισμός. Ωστόσο η αντιμετώπιση του COVID-19 σε κάθε χώρα διαφέρει, κάτι που αποτελεί έναν επιπλέον ανασταλτικό παράγοντα για να επισκεφτεί κάποιος μία ξένη χώρα. Το αίσθημα ασφάλειας σε αυτές τις περιπτώσεις μεταδίδεται δύσκολα εκτός συνόρων. Ευκαιρία λοιπόν, η κυβέρνηση και οι εμπλεκόμενοι με τον τουρισμό, να επενδύσουν κυρίως στον εσωτερικό τουρισμό, αφενός γιατί γνωρίζουμε πια πως πρέπει να συμπεριφερθούμε με βάση τα μέτρα που έχουν ληφθεί και αφετέρου να μας δοθεί η οικονομική δυνατότητα για διακοπές αφού έχουμε «απορριφθεί» ως τουριστικό κοινό πολλά χρόνια τώρα. Πολλές φορές ο Έλληνας τουρίστας αναγκάστηκε να πληρώσει ακόμη και διπλάσια τη διαμονή του απ’ αυτή του τουρίστα του εξωτερικού. Πολλές φορές αναγκάστηκε να πληρώσει τα μεταφορικά όσο θα κόστιζαν αυτά για ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Πολλές φορές πλήρωσε το γεύμα του σε ένα μαγαζί πολύ παραπάνω από όσο θα το πλήρωνε σε μη τουριστική περίοδο. Αυτά όμως θα πρέπει να ανήκουν στο παρελθόν. Οι τιμές στη διαμονή, στα ναύλα και στο χώρο της εστίασης πρέπει να διαμορφωθούν έτσι ώστε να συνάδουν με την οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει πολλοί Έλληνες τα τελευταία χρόνια και τώρα λόγω του COVID-19. Αναμφισβήτητα, πρέπει να δοθεί κίνητρο στον Έλληνα πολίτη για να πραγματοποιήσει διακοπές στη χώρα του. Τα κριτήρια για τον Κοινωνικό Τουρισμό πρέπει να αμβλυνθούν και να επανεξεταστούν έστω και καθυστερημένα. Δεν πρέπει να χαθεί άλλος χρόνος μέχρι τη θέσπιση των προγραμμάτων voucher αλλά ούτε να στηριχτεί ο ελληνικός τουρισμός μόνο σε αυτά. Η κυβέρνηση να βοηθήσει πρωτίστως τις μικρές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ήδη πληγεί. Αυτές που το ετήσιο εισόδημά τους στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τουριστική περίοδο ώστε να μπορέσουν να παραμείνουν βιώσιμες. Επιβάλλεται να στηρίξει όλους του εμπλεκόμενους επαγγελματίες με τον τουρισμό με επιπλέον οικονομικά μέτρα, αρκεί τα «σπασμένα» να μην τα πληρώσει ο Έλληνας τουρίστας. Οι καλοκαιρινές διακοπές θεωρούνται ακόμη πολυτέλεια για πολλούς, παρόλο που τα τελευταία δυο χρόνια η ελληνική οικονομία ανεβαίνει, αν και με πολύ αργούς ρυθμούς, προς το καλύτερο. Είναι αναγκαίο η κυβέρνηση να κινηθεί με γνώμονα ότι οι διακοπές είναι δικαίωμα και όχι πολυτέλεια. Λύση δεν είναι, για παράδειγμα, να δοθούν επιπλέον τετραγωνικά μέτρα στους ιδιοκτήτες των beach bars. Δεν χρειάζεται να οδηγηθεί ο κόσμος να πληρώσει ακριβά μία βουτιά στη θάλασσα ή και να επιλέξει να μην πάει καθόλου στην παραλία λόγω της ακρίβειας ή του ελάχιστα εναπομείναντα ελεύθερου χώρου στις ακτές. Απλώς να δοθεί το δικαίωμα σε όλους για καλοκαιρινές διακοπές. Η κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει στο μέγιστο βαθμό και να μην αφήσει τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τον τουρισμό και τους Έλληνες τουρίστες να βρουν, από μόνοι τους, τη χρυσή τομή. Με άλλα λόγια, η ελεύθερη αγορά/οικονομία να μη διαμορφώσει, για ακόμη μία χρονιά, τον τουρισμό στην Ελλάδα. Απαιτείται ένα κράτος πρόνοιας και σε αυτόν τομέα. Ο Έλληνας πολίτης και τουρίστας θα εκτιμήσει μία αλλαγή νοοτροπίας και αντιμετώπισής του. Είναι ευκαιρία να δομηθεί εκ νέου μία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του κράτους και των πολιτών. Ας στηριχτεί επιτέλους η τοπική οικονομία από τους ντόπιους και να «καταναλωθεί» μεταξύ μας ο ελληνικός τουρισμός.

*Ο Γιάννης Αργυριάδης είναι δικηγόρος και πολιτικός επιστήμονας.