Συμμετοχικός προϋπολογισμός: Οι αποφάσεις των πολιτών στον «πυρήνα» της εξουσίας

Ο λεγόμενος «Συμμετοχικός Προϋπολογισμός», που αποτελεί αντικείμενο πειραμάτων σε περισσότερες από 80 πόλεις στην Ευρώπη (και πρόσφατα στον Καναδά) είναι μια από τις πιθανές απαντήσεις στην αυξανόμενη αίσθηση πολιτικής δυσαρέσκειας που έπληξε τις δυτικές δημοκρατίες από τις αρχές της δεκαετίας του’90, και που στα συμπτώματά της συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη αποξένωση μεταξύ πολιτικών και πολιτών.

του Τριαντάφυλλου Τρανού* 

Στη βάση τους, οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί στρέφουν τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό στους πολίτες που δέχονται την επίδρασή τους, δημιουργώντας δημόσια πεδία όπου οι πολίτες μπορούν να συζητούν και να ιεραρχούν όλες τις προτεραιότητες της πόλης (σπάνιο) ή να επιλέγουν κάποιες νέες επενδύσεις που επιδρούν σε ένα (μεγαλύτερο ή μικρότερο) ποσοστό του δημοτικού προϋπολογισμού. Οι Συμμετοχικοί Προϋπολογισμοί μας λέει ο  Giovanni Allegretti, αρχιτέκτονας,  κοινωνικός επιστήμονας και ερευνητής στο πεδίο του Αστικού Σχεδιασμού, μπορούν να έχουν μέλλον μόνο εάν προχωρήσουν πέρα από έναν περιορισμένης ισχύος τυπικό ορισμό και μπορέσουν να αντιμετωπίσουν μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις.

Σε πολλές από τις πλήρως αγνοημένες στο παρελθόν περιοχές της Θεσσαλονίκης,  το Β΄Δημοτικό Διαμέρισμα π.χ, αναδύονται χαρακτηριστικά και συμπεριφορές πολιτικές και ανθρώπινες οι οποίες  αποκτούν έναν αντιπολιτικό,  ακοινωνικό και επιθετικό χαρακτήρα.

Τούτο συμβαίνει  επειδή οι κάτοικοι  αυτών των περιοχών  έχουν εκτοπιστεί εδώ και πολύ  καιρό από τις προτεραιότητες του πολιτικού κατεστημένου που κουμαντάρει την πόλη  και ανακαλύπτουν με οργή, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι ανάμεσά τους, πόσο πολλή δύσκολη είναι  η μεταφορά  των δύσκολων  εμπειριών της βασανιστικής καθημερινότητάς τους  εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις που αφορούν τις ζωές τους.

Όμως αλλού, σε όλο τον κόσμο,  σε πόλεις οι οποίες  προσπάθησαν μέσα σε  συνθήκες κρίσης να αντιδράσουν όπως έγινε πρώτα στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, μια πόλη 1.300.000 κατοίκων με μητροπολιτικά χαρακτηριστικά, υπήρξαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Την ώρα που η επικράτηση της καταστροφικής  νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας είχε και εκεί ως αποτέλεσμα μια  ακόμη οξύτερη  έμφαση στην ιδιωτικοποίηση, την κατάργηση των νόμων και των κανονισμών και την εισβολή  στον αυτοδιοικητικό χώρο των λεγομένων «δυνάμεων της αγοράς», δηλαδή των διεθνών αρπακτικών, ορισμένες τοπικές κυβερνήσεις (θεωρώντας καθήκον τους να αποτελούν προνομιακό χώρο για «πειραματισμό» σε νέα μονοπάτια) προσπάθησαν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των πολιτών, τις πιέσεις του ανταγωνισμού και την επιβολή  μιας καταστροφικής γραφειοκρατικής μεταρρύθμισης, αυξάνοντας τη συμμετοχή των πολιτών στη διακυβέρνηση. Εκεί  προσπάθησαν και κατάφεραν  μέσα από τη συνεργασία  να δημιουργήσουν νέες μορφές ζωής και αναπαραγωγής.

Για παράδειγμα, οι πολίτες σε αυτές τις πόλεις κτίζουν μαζί σπίτια, δρόμους, και λαμβάνουν τις αποφάσεις μέσα από τις διαδικασίες συνελεύσεων, παράλληλα με τα δημοτικά συμβούλια. Σε αυτή τη διαδικασία, ο ρόλος των αποκλεισμένων, κυρίως των γυναικών, είναι καθοριστικός. Οι πολίτες  δίνουν κοινούς  αγώνες με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους στους δήμους για να εξασφαλίσουν υλικούς πόρους για την πόλη.

Όπως συχνά συμβαίνει  σε περιοχές όπου οι άνθρωποι κατέχουν κάτι λιγότερο από το τίποτα- εξαιτίας της αναγκαιότητας και όχι εξαιτίας της ιδεολογίας τους- οι πολίτες είναι αναγκασμένοι  να εφεύρουν άλλους τρόπους αξιοπρεπούς επιβίωσης. Αυτό συμβαίνει συχνά μέσα από την επαναθεμελίωση της αλληλεγγύης και από την ευχαρίστηση που αντλείται από την επανάκτηση ενός ορισμένου ελέγχου πάνω στην ίδια τη ζωή τους. Αυτό γεννά στους πολίτες την πεποίθηση ότι μπορούν  να ελέγχουν τη ζωή τους  και ότι τα σοβαρά  προβλήματα δεν χρειάζεται να τα αντιμετωπίζει κανένας μόνος του, αγχωμένος και κλεισμένος σε ένα δωμάτιο, αλλά μπορεί  πραγματικά να τα μοιράζεται με άλλους επιδιώκοντας τον μετασχηματισμό στη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής, μέρα με τη μέρα,  επεμβαίνοντας αποφασιστικά στην καθημερινότητα.

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Σήμερα μόνο όταν αγωνίζεται κανείς για τον μετασχηματισμό όλων των όψεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, μόνο τότε είναι ικανός να επιβιώσει και να αναδιοργανώσει τη ζωή του με τους τρόπους που επιθυμεί, ειδικά σε συνθήκες κρίσης.

Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης, αντιλαμβανόμαστε και εμείς με τη σειρά μας , ότι αν δεν πάρουμε οι ίδιοι τη ζωή μας στα χέρια μας και αν δεν ξεκινήσουμε ένα κοινό αγώνα στις αυτοδιοικητικές εκλογές μαζί με τους ανθρώπους οι οποίοι κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με εμάς, προκειμένου να οικοδομήσουμε μια διαφορετική αυτοδιοικητική αντίληψη  και  τα θεμέλια μιας πρακτικής συμπεριφοράς που θα στηρίζεται σε αυτήν και η οποία θα αλλάξει ριζικά την πόλη,  θα βρεθούμε για άλλη μια φορά  στο έλεος του  πολιτικού κατεστημένου που την κατέστρεψε περισσότερες από μία φορές στο παρελθόν. Αντιλαμβανόμαστε όλοι και όλες   πως  το μόνο που θα καταφέρουμε  να εξασφαλίσουμε  αν παραδώσουμε τα κλειδιά του Δήμου αμαχητί στον κ. Ταχιάο η στον κ. Ορφανό, ακόμη και στον κ. Βούγια,  είναι κάποια στοιχεία αποσπασματικής ευημερίας σε λίγες περιοχές πλουσίων, ενώ οι υπόλοιποι  θα είμαστε  διαρκώς περικυκλωμένοι από μια θάλασσα φτώχειας και μιζέριας.

Η πόλη, υπό αυτές ακριβώς  τις συνθήκες,  δεν μπόρεσε  να εισέλθει στο παρελθόν σε τροχιά ανάπτυξης, γιατί δεν είχε τη δική της   φωνή, γιατί το πολιτικό της κατεστημένο επέμενε πάντα και επιμένει ακόμη και σήμερα  στη στρατηγική της εξάρτησης από το υδροκέφαλο κράτος των Αθηνών. Έτσι, έχασε διαρκώς ευκαιρίες και δεν μπόρεσε  να αξιοποιήσει ούτε καν τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματά της (π.χ. πανεπιστήμια, Λιμάνι, ΔΕΘ, Φεστιβάλ Κινηματογράφου κ.α).

 Η συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης, η γενικότερη υποχώρηση της οικονομίας και η αύξηση της ανεργίας για ολόκληρες δεκαετίες πριν από την πρόσφατη κρίση, δεν οδήγησαν  μέχρι χθες σε μια συστηματική προσπάθεια για «πορεία προς τα εμπρός» μέσω νέων πρωτοβουλιών. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις ακολούθησαν επίμονα  τη μυωπική στρατηγική φτηνού κόστους εργασίας και περιορισμένης ζήτησης για επιστήμονες.  Έτσι, ενδυναμώθηκε ο «φαύλος κύκλος» της υπανάπτυξης και της πνευματικής της αποστράγγισης με τη φυγή των μορφωμένων νέων  στο εξωτερικό (brain drain) και  δεν κατάφερε  μέχρι πρόσφατα η πόλη   να ανακτήσει κανένα από  τα χαρακτηριστικά της «συμπρωτεύουσας». Απλώς κατέστη  η μεγαλύτερη επαρχιακή πόλη. Αυτό το κλίμα έχει πλέον αντιστραφεί σε σημαντικό, αλλά όχι ακόμη επαρκή  βαθμό από τις επιλογές του του αρμόδιου Γραφείου του  Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και της πολιτικής ηγεσίας του ΥΜΑΘ  αλλά  και τη συνειδητή πολύ  συχνή επαφή του Αλέξη Τσίπρα με την πόλη και τους φορείς της.

Η Θεσσαλονίκη έχει  όμως ισχυρά «αντισώματα» που δεν παράγονται μόνον από τα ίχνη των αιώνων που συναντάς σπαρμένα παντού και που τεκμηριώνουν την κοσμοπολίτικη – πολυπολιτισμική της φυσιογνωμία. Τα παράγουν οι ίδιοι οι άνθρωποί της, ντόπιοι και ξένοι. Παρά την κακοποίησή της επί δεκαετίες  από την εργολαβική επιδρομή και από το εθνο-θρησκευτικό συντηρητικό κατεστημένο της πόλης, η φυσιογνωμία αυτή διατηρεί τη σταθερή της αξία.

 Αλλά  η «πόλις δεν είναι μόνο οι άνθρωποί της», είναι και «δομημένη πολιτική», όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται επειγόντως σήμερα μια νέα δημοτική αρχή που θα συγκρουστεί με τα μεγάλα και μικρά συμφέροντα που πνίγουν το παρόν και το μέλλον της.

Καθώς το παραδοσιακό βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο, χρώμα που σκέπαζε για δεκαετίες τον  πολιτικό της χάρτη απειλεί να απλωθεί ξανά σαν τοξικό μελάνι,  η εναλλακτική λύση για την «άλλη Θεσσαλονίκη» μπορεί να διατυπωθεί και να υλοποιηθεί μόνο μέσα από την συμπαράταξη μιας αριστερής δημοτικής αρχής με τα κινήματα πολιτών, που ζωντανεύουν την πόλη. Οι ίδιοι οι πολίτες πρέπει να αυτοοργανωθούν και να διεκδικήσουν λύσεις και όχι να γίνονται απλοί «ιμάντες μεταβίβασης» αποφάσεων που λαμβάνονται άνωθεν και ερήμην τους. Σ’ αυτή την προσπάθεια πρέπει να στρατευτούν και  οι νέοι και οι νέες της πόλης αλλά  και το πνευματικό δυναμικό της.  Η Θεσσαλονίκη έχει ζωτική ανάγκη από την εφαρμογή μιας πολιτικής που θα στηρίζεται στη  αρχή  της «δημονομίας»,  δηλαδή της ανακούφισης των πολιτών της με έκτακτα, αποφασιστικά μέτρα ειδικά στις περιοχές που υποφέρουν από την ανεργία και με την προάσπιση των δημόσιων αγαθών της.

 Σειρά διεθνών παραδειγμάτων αναδεικνύουν την ανάγκη ενός νέου κινήματος που ήδη από το 2014, από τον καιρό της Ανοικτής Πόλης, επιλέξαμε  να  ονομάσουμε «δημονομία» και το οποίο μεσοπρόθεσμα, μπορεί να αποτελέσει απάντηση στην συστημική κρίση αλλά και μέσο για την αναγκαία ιστορικά κοινωνική μετεξέλιξη και αλλαγή. Αυτό σημαίνει ότι οι ΟΤΑ αναλαμβάνουν την ευθύνη να δημιουργήσουν το κατάλληλο πλαίσιο, κάποτε κόντρα   ακόμη και στις σχετικές κρατικές νομοθεσίες, ορίζοντας πρότυπα και διαδικασίες. Συμμετέχουν και συνιδρύουν  κοινωνικούς, επαγγελματικούς και παραγωγικούς φορείς, μαζί με τους δημότες, τους παραγωγούς, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς που αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Από την ανάπτυξη ενός κινήματος «δημονομίας» εξαρτάται η δημοκρατική ανασυγκρότηση του Δήμου, με τον πολίτη πρωταγωνιστή. Με την ενεργό και άμεση συμμετοχή του στη διαβούλευση, τη λήψη και την υλοποίηση των αποφάσεων από τα καθημερινά ως τα στρατηγικής σημασίας ζητήματα, με την αξιοποίηση παραδοσιακών και σύγχρονων μέσων διαβούλευσης, όπως το διαδίκτυο, κλαδικές και τοπικές συνελεύσεις, δημοψηφίσματα. Ο «συμμετοχικός προϋπολογισμός», στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, είναι βασικό στοιχείο της «δημονομίας», αφού αποτελεί διαδικασία άμεσης εμπλοκής των πολιτών στον καθορισμό των προτεραιοτήτων για τα έργα και τις δραστηριότητες που προβλέπει ο προϋπολογισμός του δήμου. Μέσα από ανοιχτές δημόσιες συνελεύσεις όλοι και όλες μπορούμε να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες της κοινωνίας και να πάρουμε μέρος στην κατανομή των πόρων του δήμου. Μπορούμε, ακόμη, να ελέγξουμε την εφαρμογή των αποφάσεων σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Εμείς, ως δημοτική παράταξη, απορρίπτουμε κάθε λογική που μετράει τις κοινωνικές ανάγκες με την διαθεσιμότητα των χορηγών φιλανθρωπίας. Ο δήμος οφείλει να έχει μια ξεκάθαρη στρατηγική απέναντι στα προβλήματα των πολιτών, απέναντι στην κρίση που μας πλήττει όλους και όλες. Ο δήμος οφείλει να γίνει ασπίδα προστασίας για όσους υποφέρουν και κινδυνεύουν. Κανείς δεν πρέπει να μείνει ξανά μόνος του στην κρίση που δεν έχει εξαντλήσει ακόμη το καταστροφικό δυναμικό της απολύτως.

 Ένα τέτοιο σχέδιο συνιστά ρήξη με τις κυρίαρχες πολιτικές και τις κατεστημένες λογικές. Προωθεί ριζοσπαστικές αλλαγές. Αλλάζει νοοτροπίες. Δημιουργεί ευρύτερες συσπειρώσεις, «εκπαιδεύει» τους πολίτες, προετοιμάζει το έδαφος για ευρύτερες αλλαγές, αλλάζει την πόλη οριστικά. Την αναδεικνύει στο φως.

* Ο Τριαντάφυλλος Τρανός είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την δημοτική παράταξη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΖΙ- Ανοιχτή Πόλη