Με συζητήσεις για το προσφυγικό ολοκληρώθηκε η ελληνική παρουσία στην 70ή ΔΕΒ Φρανκφούρτης

Η Μάρω Δούκα ήταν η επίσημη προσκεκλημένη της ελληνικής συμμετοχής στην 70ή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, που ολοκληρώθηκε την Κυριακή (14/10). H συγγραφέας είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τη δημοσιογράφο και κριτικό βιβλίου Μικέλα Χαρτουλάρη για την πορεία και τις επιλογές της λογοτεχνικής της παραγωγής.

Στην κεντρική εκδήλωση-συζήτηση της διοργάνωσης και υπό τον τίτλο «Εναλλασσόμενες πατρίδες: Η δημοκρατία στον 21ο αιώνα και η πρόκληση των μεταναστευτικών ροών», η κ. Μ. Δούκα είπε για την Ευρώπη: «Το μεγάλο σπίτι μας. Από την Αθήνα στη Ρώμη. Από την αρχαιότητα στον Μεσαίωνα. Αναγέννηση και Διαφωτισμός. Γαλλική Επανάσταση. Μεταρρυθμίσεις. Οκτωβριανή Επανάσταση. Πρώτος παγκόσμιος, Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αιματοβαμμένος, αλλά και συναρπαστικά ελπιδοφόρος, με πολύτιμες αποσκευές, ο εικοστός αιώνας. Αγώνες και αγώνες για τον άνθρωπο, τις ιδέες, τη δημοκρατία, το ανεπανάληπτο, το ανεκτίμητο της ζωής. Τα απαραβίαστα δικαιώματα του ανθρώπου. Και ιδού, ο δυτικός πολιτισμός. Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, μελαγχολικός αλλά και ανυποχώρητος ο αγώνας της επιβίωσης. Χιλιάδες οι οικονομικοί, όπως θα τους πουν, μετανάστες οργανωμένα προς τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία (τις μεγάλες αγορές της φτηνής εργατικής δύναμης). Η εκβιομηχάνιση της Ευρώπης χρωστάει πολλά στην εισαγωγή και εξαγωγή οικονομικών μεταναστών».

Συνεχίζοντας, η Μ. Δούκα υπογράμμισε: «Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ζωντανεύουν δημογραφικά τις γερασμένες κοινωνίες. Σε μια ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία καλλιεργείται χάρη σ’ αυτούς (τους πρόσφυγες και τους μετανάστες) ο πλουραλισμός και εμπλουτίζεται η εγχώρια κουλτούρα. Κοινή διαπίστωση, ακόμη και οι τραπεζίτες συμφωνούν σ’ αυτό, ότι για την Ευρώπη που έχει αρχίσει πλέον και κυριολεκτικά να γερνάει (την είχαν αποκαλέσει άλλοτε Γηραιά Ήπειρο σε αντιδιαστολή με τον Νέο Κόσμο) ο μόνος τρόπος να τονωθεί η οικονομία της μεσο-μακροπρόθεσμα είναι να ενσωματώσει στις κοινωνίες της τους πρόσφυγες». Και η συγγραφέας κατέληξε: «Τα θεμελιώδη, τα αναφαίρετα δικαιώματα των προσφύγων συνδέονται άμεσα με τη διαρκή προσπάθεια διασφάλισης και διεύρυνσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γιατί όπως το είπε και ο Αϊνστάιν (σε κάποια περίσταση), ο κόσμος κινδυνεύει περισσότερο απ’ όσους ανέχονται ή ενθαρρύνουν το κακό παρά απ’ όσους το διαπράττουν».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η συζήτηση που διοργάνωσε το ελληνικό περίπτερο στη Φρανκφούρτη, όπου οι συγγραφείς Αριστείδης Αντονάς και Χρήστος Αστερίου συνομίλησαν με τον διευθυντή της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης Μανώλη Πιμπλή. Τίτλος της συζήτησης, «Ελληνογερμανικά βλέμματα στη λογοτεχνία και τις τέχνες». Αμφότεροι οι συγγραφείς είναι κάτοικοι Βερολίνου.

Για τη σχέση της Γερμανίας με την Ελλάδα, ο Αρ. Αντονάς σημείωσε: «”Ελλάδα” είναι μια παράξενη λέξη στη Γερμανία. Ακούγεται άσχημα σήμερα. Είναι ενδιαφέρον να προσέξουμε τη μεταστροφή της. Ένας Γερμανός την ακούει συχνά ως συνώνυμη με την τεμπελιά, την αδυναμία παραγωγής ή με τα δανεικά χρήματα που δεν επιστρέφονται. Η λέξη βέβαια σήμαινε επί καιρό στη Γερμανία (μέχρι να ταυτιστεί για πολλούς με την ελληνική κρίση) τον ήλιο, το καλοκαίρι, την εξωτική καλοπέραση. Και -ίσως αυτό είναι πιο σημαντικό- πριν από αυτά, η λέξη «Ελλάδα» κατασκευάστηκε μέσα από μια ιλιγγιώδη εξιδανίκευση ενός τόπου που θα ονόμαζε κάτι που δεν μπορούσε ποτέ να υπάρξει σε τέτοια τέλεια μορφή. Από αυτή την άποψη δεν είναι τόσο σημαντικό να προσδιορίζουμε τα ελληνικά γράμματα ως κάτι που αφορά το ιδιαίτερο μικρό νέο ελληνικό κράτος που φτιάχτηκε στον 19ο αιώνα πάνω σε λίγα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σημαντικότερο τουλάχιστον μου φαίνεται σήμερα να φανταστούμε ποια αναγκαιότητα εξυπηρετούσε η ιδέα της Ελλάδας κατά την ακμή της δύσης. Κι ακόμη: Τι σημαίνει επίσης σήμερα η έννοια «Ελλάδα» που κατασκευάστηκε τότε με τόσο επείγοντα τρόπο».

Για το ζήτημα Ελλάδας και Γερμανίας μέσα από τα βιβλία και τη λογοτεχνία, ο Χρ. Αστερίου παρατήρησε: «Δεκαεπτά χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα στην έκθεση βιβλίου της Φραγκφούρτης και τα ίδια, παλιά κλισέ συνεχίζουν να παραμορφώνουν την εικόνα της. Από τα σαράντα και πλέον μεταφρασμένα βιβλία δεν διασώθηκαν παρά ελάχιστα. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της κρίσης η ελληνική λογοτεχνία δεν κατάφερε να βγει από τα στενά της όρια: Οι Γερμανοί πληροφορούνταν για την κατάσταση των πραγμάτων αποκλειστικά από τον Τύπο, ενώ οι εκδότες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για όσα είχαν να πουν οι Έλληνες συγγραφείς. Όπως κάθε άλλη “μικρή” λογοτεχνία έτσι και η ελληνική δεν μπορεί να ξεφύγει από την μοίρα της: Το διεθνές αναγνωστικό κοινό συνεχίζει να ενδιαφέρεται για εκείνα τα βιβλία, που επιβεβαιώνουν όσα ήδη γνωρίζουν για τη χώρα. Σε μια υπέροχη ομιλία της προ ετών με τίτλο “Ο κίνδυνος της μοναδικής ιστορίας”, η Νιγηριανή συγγραφέας Chimamanda Ngozi Adichie αναφέρθηκε στους αναγνώστες μεγάλων χωρών και στην εξουσία που αυτοί ασκούν στις “μικρές” λογοτεχνίες. Επιμένοντας στη ”μοναδική” ιστορία που γνωρίζουν και έχουν διαβάσει σε διάφορες παραλλαγές, δείχνουν απρόθυμοι να την ανασκευάσουν και να την αλλάξουν».

ΑΠΕ