Τα έγκαιρα μέτρα μειώνουν τη διάρκεια της επιδημίας

Η έγκαιρη υιοθέτηση μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης στην Ελλάδα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μία σημαντική μείωση στη διάρκεια της επιδημίας στη χώρα. Ταυτόχρονα, ο περιορισμός των φυσικών επαφών στον πληθυσμό, που μέσω των μέτρων εκτιμάται πως έχει επιτευχθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 75%, έχει μετρήσιμο αντίκτυπο στον έλεγχο της εξάπλωσης της επιδημίας του κορονοϊού, καθώς οδηγεί σε μία μείωση έως και 10 φορές του αριθμού εκείνων που θα νοσήσουν. Αυτό υπολόγισε ερευνητική ομάδα από το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας (ΔΙΠΑΕ) και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ), εφαρμόζοντας ένα μοντέλο προσομοίωσης της εξάπλωσης ιογενών επιδημιών, το οποίο βασίζεται στην Πολυπλοκότητα και την Αυτο-οργάνωση, μηχανισμό που ακολουθούν πολλά φυσικά φαινόμενα. Πρόκειται για ένα μοντέλο που βρίσκει εφαρμογή στη μαγνήτιση, στην υπεραγωγιμότητα, στη σεισμική δραστηριότητα, στη συμπεριφορά των νευρωνικών δικτύων, αλλά και κοινωνικών φαινομένων και οικονομικών διεργασιών.

Η ερευνητική εργασία, που έχει προδημοσιευθεί στο ψηφιακό αποθετήριο του Πανεπιστημίου του Κορνέλ (arxiv.org- Cornell University) και έχει ήδη υποβληθεί σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό προς δημοσίευση, στα συμπεράσματα που καταλήγει παρουσιάζει μία πολύ σημαντική διαφοροποίηση έναντι άλλων επιδημιολογικών μοντέλων, τα οποία βασίζονται στην παραμετροποίηση στατιστικών στοιχείων από την εξέλιξη επιδημιών σε όλον τον κόσμο: υποστηρίζει ότι καθώς τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης περιορίζουν την έξαρση της επιδημίας -την αύξηση των κρουσμάτων και κατ’ επέκταση των διασωληνωμένων και των θανόντων- παράλληλα οδηγούν και σε μία σημαντική μείωση της συνολικής διάρκειας της επιδημίας.

Η ερευνητική ομάδα αποτελείται από τον Δρ. Σταύρο Σταυρινίδη (Σχολή Επιστημών και Τεχνολογίας, ΔΙΠΑΕ), τον Αναπλ. Καθ. Μιχάλη Χανιά (Τμήμα Φυσικής, ΔΙΠΑΕ), τον Δρ. Γιάννη Κοντογιάννη, τον Καθ. Στέλιο Ποτηράκη, τον Καθ. Περικλή Παπαδόπουλο από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών του ΠΑΔΑ και τον Δρ. Μύρωνα Καμπιτάκη, ερευνητή στον ΔΕΔΔΗΕ.

«Η έγκαιρη λήψη μέτρων δύναται να μειώσει έως 30 φορές τη μέγιστη διάρκεια της επιδημίας»

«Τα τελευταία χρόνια, η εφαρμογή Θεωριών από τον χώρο της Φυσικής στην Ιατρική και στη Βιολογία αποτελεί επιτυχημένη προσέγγιση, καθώς εφοδιάζει με τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να προσομοιωθούν διάφορες διεργασίες και να αναπτυχθούν προβλεπτικά μοντέλα. Στη λογική αυτή προτείνουμε την εφαρμογή αρχών της Φυσικής στον χώρο της επιδημιολογίας», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δρ. Σταύρος Σταυρινίδης.

«Συμπληρώνοντας τις υπάρχουσες προσεγγίσεις των επιδημιολόγων, αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της εξάπλωσης των ιογενών επιδημιών, από διαφορετική οπτική γωνία. Εισάγοντας τις αρχές της Αυτό-οργάνωσης και της Πολυπλοκότητας στο δυναμικό μοντέλο μας, αυτό δείχνει ότι δεν είναι υποχρεωτικό μειώνοντας το ποσοστό των κρουσμάτων μιας επιδημίας, να αυξάνεται και η διάρκεια αυτής», προσθέτει και διευκρινίζει: «Με την έγκαιρη λήψη περιοριστικών μέτρων, όπως αυτά που έχουν ληφθεί στην Ελλάδα, μπορούμε να κρατήσουμε χαμηλά τόσο την κορυφή των κρουσμάτων, όσο και τη διάρκεια της επιδημίας. Η ποσοτική τεκμηρίωση της μελέτης μας δείχνει σημαντική μείωση των φορέων και ταυτοχρόνως μείωση της μέγιστης διάρκειας της επιδημίας έως και 30 φορές».

«Η “ανοσία της αγέλης” δεν ισχύει στους επιθετικούς ιούς»

Το επιδημιολογικό μοντέλο που προτείνουν οι ερευνητές των δύο ελληνικών πανεπιστημίων προσομοιώνει την εξάπλωση ιογενών επιδημιών με βάση τη Στατιστική Φυσική των Κρίσιμων Φαινομένων. Διακρίνει τους ιούς με βάση την επιθετικότητά τους και αντιμετωπίζει την κατάσταση των επιδημιών ως αυτο-οργανούμενο σύστημα, όπως σε πολλές περιπτώσεις στη Φυση.

«Η πολυπλοκότητα του συστήματος αναδεικνύει την ιδιότητά του να αυτό-οργανώνεται», αναφέρει ο Δρ. Σταυρινίδης και εξηγεί ότι η προσέγγιση της «ανοσίας της αγέλης», όπου όταν αφεθεί ελεύθερος χωρίς κανέναν περιορισμό ο ιός, η εξάπλωση της επιδημίας γίνεται με ομαλό τρόπο και η διάρκειά της είναι σύντομη, «ισχύει μόνον εφόσον ο ιός δεν έχει χαρακτηριστικά αυξημένης επιθετικότητας», ενώ «στην περίπτωση επιθετικών ιών, όπως ο SARS-CoV-2, το σύστημα οδηγείται σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και από πλευράς ποσοστού νοσούντων και το κυριότερο από πλευράς διάρκειας της επιδημίας».

Το συμπέρασμα βασίζεται στο ότι η εξάπλωση μιας ιογενούς επιδημίας, όπως η παρούσα, «δεν μπορεί να έχει συνήθεις και ασφαλείς ρυθμούς, διότι το κρίσιμο σημείο της παραμέτρου ελέγχου του φαινομένου έχει ιδιαζόντως χαμηλή τιμή», κατά συνέπεια, «σε τέτοιες περιπτώσεις η προσέγγιση της “ανοσίας της αγέλης” οδηγεί άμεσα σε ανεξέλεγκτη διάδοση της επιδημίας και κατ’ επέκταση, σε άκρως επικίνδυνες καταστάσεις».

Έτσι ως μόνος τρόπος για να ελεγχθεί η επιδημία, στη λογική του περιορισμού των κρουσμάτων και της μείωσης της διάρκειάς της, συστήνεται η λήψη μέτρων περιορισμού των φυσικών επαφών του πληθυσμού, ώστε με αυτόν τον τρόπο να υπάρξει έμμεση επέμβαση στην διαμόρφωση της κρίσιμης τιμής της παραμέτρου ελέγχου του συστήματος, κρατώντας το στην ασφαλή πλευρά.

«Το προτεινόμενο μοντέλο, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της εξάπλωσης του COVID-19 στην Ελλάδα και σε χώρες με διαφορετική αντιμετώπιση στο συγκεκριμένο θέμα, ενισχύει και επιβεβαιώνει την άποψη ότι η προσέγγιση των περιοριστικών μέτρων, που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα εγκαίρως και με συνέπεια, είναι όχι μόνο στη σωστή κατεύθυνση, αλλά και επιβεβλημένη», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Αναπλ. Καθηγητής Μιχάλης Χανιάς.

«Μοντέλο πρόβλεψης για τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων»

Οι ερευνητές του ΔΙΠΑΕ και του ΠΑΔΑ εργάζονται τώρα στο να υπολογίζουν με το ίδιο φυσικό μοντέλο την εξέλιξη της επιδημίας, όταν θα αρθούν σταδιακά τα περιοριστικά μέτρα. «Επεξεργαζόμαστε τι θα συμβεί, ενώ βρισκόμαστε στο κρίσιμο σημείο της παραμέτρου ελέγχου, που χωρίζει την ελεγχόμενη από την ανεξέλεγκτη εξάπλωση του ιού και προσπαθούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για το τι θα συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση, αν άρουμε τα μέτρα. Έχουμε ήδη μελετήσει την περίπτωση της μείωσης της φυσικής επαφής σε ποσοστό 75%, που αγγίζει την πραγματικότητα –εκτιμάται ότι είναι στο 80% η μείωση των επαφών με βάση τα μέτρα. Προσπαθούμε να δούμε τι θα συμβεί με βάση το μοντέλο, εάν η μείωση της φυσικής επαφής πάει στο 50% ή στο 25%», διευκρινίζει ο Δρ. Κοντογιάννης.

ΑΠΕ/ΜΠΕ