Τα βερολινέζικα χρονικά του Γιόζεφ Ροτ

«Μόνο οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής είναι σπουδαίες». Ο Ροτ, άνθρωπος των εφημερίδων που, στις μέρες του, διένυαν μία από τις λαμπρότερες περιόδους τους, στο πρώτο μόλις άρθρο από τη συλλογή δημοσιογραφικών κειμένων του βιβλίου, ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του. Θα γράψει αυτά που θα δει. Είναι μια πρώτη υπόμνηση στον τρόπο άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος – χρήσιμη, μάλλον, για τους επαγγελματίες του είδους στις μέρες μας.

Οι μικρές λεπτομέρειες, λοιπόν. Της πόλης του Βερολίνου και των κατοίκων του. Πόλη και άνθρωποι εν συνόλω. Χωρίς την πρώτη, οι δεύτεροι απόντες. Χωρίς τους δεύτερους, η πρώτη νεκρή. Η αριστοτέλεια παράδοση συνεχίζεται.

Σε αυτή την πόλη, «τις ελεύθερες ώρες τους αυτοί οι άνθρωποι μπορεί και να ζουν». Το υποθετικό ρήμα και η πλάγια γραμματοσειρά αποτυπώνουν την καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα όπου βασιλεύει η δυστυχία, που «τη βλέπει κανείς διπλή, τριπλή, δεκαπλή. Τόσο μεγάλη είναι». Σε αυτή την καθημερινότητα, όπου «όποιος ελέγχει την αθλιότητα, μαθαίνει να συγχωρεί την αμαρτία», θα περιγραφούν τα καταγώγια, με το όνομά τους, τα ταβερνάκια, με το όνομά τους, οι νταβατζήδες, με το όνομά τους, οι πόρνες, με το όνομά τους. Κάθε τόπος, κάθε άνθρωπος έχει όνομα, και αυτό διασώζεται στη γραφή του Ροτ – ίσως, προφητικά, για να μείνει στη μνήμη, αφού δέκα χρόνια μετά κανένας τόπος και κανένας άνθρωπος δεν θα υπάρχουν.

Τι είναι ανώνυμο; Οι ανώνυμοι νεκροί της μεγάλης πόλης που κρέμονται σε στήλες και αράδες στο ισόγειο της αστυνομικής διεύθυνσης. Ανώνυμοι μερικώς φυσικά, αφού «το μόνο που αφήνουν στον κόσμο είναι η φωτογραφία τους, βγαλμένη στον ‘τόπο του εγκλήματος’ από τον φωτογράφο της αστυνομίας». Ποιος όμως νοιάζεται, στον ζόφο των ημερών; Μάταια ο Ροτ επιμένει πως «τα πορτραίτα των χαρούμενων, των ευτυχισμένων, δίνουν μια λειψή, λαθεμένη όψη της ζωής», καλώντας τους συμπολίτες του, τους «ανθρώπους που αδιάφοροι και βιαστικοί περνούν από μπροστά τους, να αναγνωρίσουν τους νεκρούς τους». Προσοχή! Όχι τους νεκρούς. Τους νεκρούς τους.

Ζωή και θάνατος, θάνατος και ζωή. Ο Ροτ ξέρει πως εκεί που υπάρχει ζωή καιροφυλακτεί ο θάνατος – για την ακρίβεια, ενυπάρχει: «Στα αραιά γκρίζα μαλλιά των γυναικών είναι πιασμένα ξερά φυλλαράκια – έτσι στεφανώνει ο φτωχός θάνατος τα θύματά του». Και αλλού: «Ο ουρανός, μακρινό και θαυμαστό αίνιγμα της πλάσης, ευλογία και κατάρα του Θεού, μυστήριο που γεννάει τη ζωή και τον θάνατο ο ουρανός».

Ο Ροτ δεν αφήνει κανένα παραπονούμενο. Ούτε καν τους πλούσιους, που χτίζουν τον δικό τους πύργο της Βαβέλ, «γέννημα της ανθρώπινης υπερηφάνειας […], τεράστιο δοχείο της ανθρώπινης μικρότητας […], η μεγαλόπρεπη ομολογία της γήινης φτώχειας», ούτε τους διανοούμενους, «που σήμερα ακόμα ονειρεύονται να γίνουν οι σκιές κάποιων φημισμένων σωμάτων – μια μέρα θα αποκτήσουν τις δικές τους σκιές». Υπόμνηση, άραγε, για τους οικονομολόγους και πολιτικούς επιστήμονες, μετά Χριστόν προφήτες, της εποχής μας που αρθρογραφούν θρηνολογώντας για τα τρίζοντα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπου η πολιτική γίνεται υποχείριο της οικονομίας;

Το τελευταίο κείμενο του βιβλίου, «Το Auto-da-fe του πνεύματος», είναι και το πνευματικό προοίμιο του Ολοκαυτώματος. Ίσως οι δεκατέσσερις σελίδες του να πρέπει να τυπωθούν ξεχωριστά και να μοιραστούν, εν είδει αντίδωρου και απέραντης ευγνωμοσύνης προς τον πιο διαυγή αλκοολικό του προηγούμενου αιώνα, στα γραμματοκιβώτια κάθε εθνικιστών που στις μέρες μας τρίβουν τα χέρια τους. Ίσως και στις πόρτες όλων μας.

Το βιβλίο του Joseph Roth, Βερολινέζικα Χρονικά (1920-1933), σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Δημήτρης Τσιχλάκης